Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Κυπαρίσσι : Το ιθαγενες δέντρο για όλα τα εδάφη με την ανθεκτική ξυλεία του

Είναι δένδρο χρησιμότατο για την οικοδομήσιμη ξυλεία του που πουλιέται ακριβότερα γιατί είναι πολύ στερεή. Τα ξερικά κυπαρίσσια και όσα είναι απάνω σε βράχια μεγαλώνουν αργά, μα έχουν ξύλο που δεν σαπίζει και μπορεί να κράτηση 300-600 χρόνια όταν δεν βρέχεται. Στερεό και διαλεχτό ξύλο έχουν τα ίσια κυπαρίσσια που είναι χωρίς παρακλάδια και οι κλώνοι τους λεπτοί και πυκνοί πηγαίνουν κατά επάνω αγκαλιάζοντας τον κορμό. Τα κυπαρίσσια αυτά αντέχουν περισσότερο στα ξηρά χώματα κι είναι καταλληλότερα για τις μεσημβρινές χώρες. Το ξύλο του όμορφου αυτού δένδρου εύκολα δουλεύεται και η μυρουδιά του είναι ευχάριστη και βαλσαμώδης και επειδή έχει τη δύναμη να διώχνει το σκόρο οι χωρικοί μας σιγουρεύουνε τα μάλλινα ρούχα τους σε σεντούκια από ξύλο κυπαρισσιού. Στα μέρη που γίνεται το κυπαρίσσι μπορεί ένας φρόνιμος νοικοκύρης να σιγουράρει για τα παιδιά του μεγάλη κληρονομία φυτεύοντας κυπαρίσσια στα φτωχά χωράφια που δεν προκόβει άλλη καλλιέργεια με κέρδος. Όταν ένα χωράφι το φυτέψουμε όλο με κυπαρίσσια πρέπει να τα βάλουμε σε σειρές και σ’ απόσταση 3-4 μέτρα απ’ ολούθε. Στην περίσταση αυτή ένα στρέμμα παίρνει 65-120 κυπαρίσσια που στα 25 χρόνια θα πουληθούν το ένα με τ’ άλλο το λιγότερο 200 δραχμές, δηλαδή το στρέμμα αυτό θα δώσει 13.000- 24.000. Κι αν αυτός ο νοικοκύρης γεωργός κατορθώσει να φυτέψει 10 στρέμματα από τα άχρηστα χωράφια του που έχει σε τίποτα πλαγιές άγονες, θα έχει υστέρα από 25 χρόνια, για την αποκατάσταση των παιδιών του 130-240 χιλιάδες δραχμές ανέξοδες, γιατί τα κυπαρίσσια δεν θέλουν περιποίηση. Στην επαρχία Βοίου της δυτικής Μακεδονίας που δεν γίνονται τα κυπαρίσσια, οι κτηματίες γεωργοί σίγουρα θα έχουν ένα τέτοιο εισόδημα από οικοδομήσιμη ξυλεία, και σε λιγότερο χρόνο, φυτεύοντας στις ρεματιές χλωρά παλούκια (χονδρά μοσχεύματα) από καβάκια (λευκάδια) που τόσο τα δέχεται ο τόπος αυτός και ή καλλιέργειά τους είναι ομοίως ανέξοδη. 
Τώρα γυρίζοντας στο ζήτημά μας παρατηρούμε πως το κοινό κυπαρίσσι του τόπου μας πατρίδα έχει την Ανατολή όπου ολόκληρα δάση υπάρχουν από κυπαρίσσια. Τέτοια δάση έχει ή Κρήτη και η Κύπρος. Πολλά κυπαρίσσια έχει και η Κάρυστος. Δάσος με κυπαρίσσια και πεύκα μαζί είναι πολύ όμορφο. Τέτοιο συνδυασμό έχουν κάνει στο θαυμάσιο δάσος του Τατοΐου. Η νοτιοανατολική Ευρώπη, η εύκρατος Ασία και η βόρειος Αμερική έχουν διαφορετικά σόγια. Μια από τις επαρχίες μας που έχει πολλά κυπαρίσσια είναι και η Κορινθία. Όλες οι κοντοραχούλες από το Ξυλόκαστρο ως τη Λυκοποριά είναι τώρα φυτεμένες με κυπαρίσσια και είναι τόσο χαριτωμένες. Τις δάσωσαν εδώ και 30 χρόνια, από γυμνές που ήταν, ο μακαρίτης Ιωαν. Π. Σταματούλης και οι σπάνιοι δημοδιδάσκαλοι Βασ. Μ. Ντόκας στον Πιτσά και Χρίστος Γκολφινόπουλος στη Λυκοποριά. Ο πρώτος με τον γεωπονικό σύνδεσμο «Αδελφότης» που ήταν πρόεδρος και τη μεγάλη επιβολή του και οι δυο άλλοι με τούς σχολικούς κήπους και τον ζήλο τους κατόρθωσαν η Κορινθία που άλλοτε έκανε λίγα φρούτα τώρα να παράγει τα περισσότερα και καλύτερα. Όταν ως νομογεωπόνος (1920 — 1922) Αργολίδος και Κορινθίας επρόκειτο να κάνω υπηρεσία στο Ξυλόκαστρο πήγαινα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση γιατί ήταν ευκαιρία να απολαύσω τον Πευκιά πού στην μια του πλευρά κυλούνε απαλά στην αμμουδιά τα κύματα της θάλασσας. Τι μαγευτικό δάσος! Έχει όμως μια έλλειψη. Λείπει η προτομή του Ιωαν. Σταματούλη του ξετρελαμένου λάτρη του πρασίνου και του ακούραστου εργάτη της μεγάλης προόδου που έκανε η δεντροκομία στο Ξυλόκαστρο και στις γύρω κοινότητες. Το κυπαρίσσι είναι πολύτιμο δένδρο που ζει αιώνες (ως 700 χρόνια), μα δυστυχώς η δεισιδαιμονία δεν αφήνει τους γεωργούς και κτηματίες να το εκμεταλλευτούν γιατί τους κάνει να νομίζουν πως πρέπει να φυτεύεται αποκλειστικά στα κοιμητήρια, μοναστήρια και ερημοκλήσια. Κυπαρίσσια στον τόπο μας έχουμε διάφορα, όμως τα περισσότερα είναι: α') αυτά που οι κλώνοι τους από τη ρίζα ως τη κορφή είναι όρθιοι και αγκαλιάζουν τον κορμό (πυραμοειδή) και β') αυτά που οι κλώνοι τους είναι αραιοί και απλώνονται στα πλάγια (οριζοντιοκλαδή). Τα τελευταία αυτά πιο γρήγορα από τα άλλα χοντραίνουν και ψηλώνουν.
Το κυπαρίσσι γίνεται ως και στα 700 μέτρα και κάτι περισσότερο ψηλά από τη θάλασσα. Και αψήφα την ξηρασία και τις παγωνιές. Καλλιέργεια κυπαρισσιού. Το κυπαρίσσι γίνεται μονάχα με σπόρο και προκόβει στον τόπο μας σε όλα τα χώματα, μα προτιμά τα στεγνά και ελαφρά. Κι είναι δένδρο χωρίς μεγάλες απαιτήσεις και φυτεύεται σε ξερικά και ποτιστικά χωράφια, σε πλευρές, όχτους, κοιλάδες, ράχες και οροπέδια. Τα ποτιστικά κυπαρίσσια μεγαλώνουν πιο γρήγορα, αλλά η ξυλεία τους είναι κατώτερη. O σπόρος που θα σπείρουμε πρέπει να είναι από κυπαρισσόμηλα περσινά και ώριμα που γνωρίζονται από το χρώμα τους. Όταν γίνουνε σταχτιά και αρχίσουν να σκάζουν λίγο είναι ώριμα και τα μαζεύουμε και τα απλώνουμε στον ήλιο επάνω σε λινάτσα. 'Ύστερα από λίγες ημέρες σκάζουν τέλεια και χύνεται ο σπόρος. Τότε τον μαζεύουμε και τον σπέρνουμε την εποχή που πρέπει. Τα πράσινα κυπαρισσόμηλα είναι άγουρα και για να έχουμε καθαρό σόι (ποικιλία) ορθόκλαδου κυπαρισσιού πρέπει τα κυπαρισσόμηλα για σπόρο να τα μαζέψουμε κατά προτίμηση από μοναχικό, γιατί το είδος αυτό εύκολα μπασταρδεύει όταν είναι μαζί με άλλα διαφορετικά. Κλάδεμα στα κυπαρίσσια δεν κάνουμε ή δεν πρέπει να κάνουμε γιατί όλα τα δένδρα που έχουνε ρετσίνα διαπνέουν λίγο και για αυτό οι χυμοί τους είναι λίγοι και υποφέρουν ξοδεύοντας αυτούς στο να κλείσουνε τις πληγές. Ας πούμε πως έχουμε δυό κυπαρισσάκια ενός μέτρου, από το ίδιο σόι και στο ίδιο χωράφι φυτεμένα και πως κλαδέψαμε το ένα. Σε δύο χρόνια θα δούμε πως το ακλάδευτο θα είναι διπλάσιο στο ανάστημα και στο χόνδρος. Κλάδεμα κάνουμε μονάχα στα μεγάλα κυπαρίσσια που είναι φυτεμένα γύρω στα κτήματα και πρόκειται να υλοτομηθούν, γιατί με τις ρίζες τους κάνουν άχρηστη μια λουρίδα γης που μπορεί να καλλιεργηθεί σαν τα κλαδέψουμε από τι ρίζα έως απάνω, αφήνοντας φούντα ως 50 πόντους. Με το κλάδεμα αυτό το δένδρο δεν έχει δράση και μπορεί να καλλιεργηθεί το χωράφι ως στις ρίζες των κυπαρισσιών. Γενικά όταν βλέπουμε κυπαρίσσια έτσι κλαδεμένα θα πει πως θα υλοτομηθούν με τη σειρά τους και μ ευκαιρία. Το κλάδεμα αυτό έχει την ιδιότητα να μην αφήνει το δένδρο να ξεραθεί, ούτε και να προχωρήσει στην ανάπτυξη.
Πηγή : http://www.ftiaxno.gr/2014/02/kiparissi-spora-fitema-kalliergeia.html?m=1

Ευκάλυπτος : Η καλλιέργεια του δέντρου στην Ελλάδα και οι χρήσεις του ξύλου και των φύλλων του

Με καταγωγή από τη μακρινή Αυστραλία, ο ευκάλυπτος είναι ένα μακρόβιο και αειθαλές δέντρο που έχει γρήγορη ανάπτυξη. Πήρε το όνομά του από τη λέξη «ευ» και το ρήμα «καλύπτω», το οποίο παραπέμπει στο κάλυμμα που περιβάλλει τα αναπτυσσόμενα άνθη του. Τον 18ο αιώνα η καλλιέργειά του διαδόθηκε στην Ευρώπη και πλέον σε όλο τον πλανήτη υπάρχουν πάνω από 500 είδη ευκαλύπτου. Στη χώρα μας το πιο διαδεδομένο είδος, που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, είναι ο ευκάλυπτος ο σφαιρικός (επιστημονική ονομασία Eucalyptus globulus), που φτάνει σε ύψος τα 80 μ. Το πρώτο δέντρο φυτεύτηκε στον Βοτανικό Κήπο Αθηνών το 1864 από τον βοτανολόγο Θεόδωρο Ορφανίδη. Σήμερα, γίνεται συστηματική καλλιέργειά του στη νότια Ελλάδα και τη Χαλκιδική. ΜΕΡΙΚΟΙ είναι γίγαντες ξεπερνούν τα 90 μέτρα σε ύψοςκαι κατατάσσονται μεταξύ των ψηλότερων στον κόσμο. Άλλοι είναι κοντοί και ελικοειδείς, και υψώνονται σε μικρή απόσταση πάνω από το ξερό χώμα. Τα φύλλα τους είναι ένα θαύμα σχεδίου, και τα άνθη τους χάρμα οφθαλμών. Πιθανώς, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχετε χρησιμοποιήσει και εσείς κάποιο μέρος αυτού του δέντρου. Πρόκειται για τα δέντρα του γένους Ευκάλυπτος, μια οικογένεια η οποία περιλαμβάνει πάνω από 600 είδη ιθαγενή της Αυστραλίας. Οι ευκάλυπτοι αναπτύσσονται στο τροπικό ζεστό κλίμα του Διαμερίσματος Βορείου Εδάφους της Αυστραλίας όπως και στις άνυδρες πεδιάδες της ενδοχώρας. Αλλά ευδοκιμούν επίσης στη νότια Τασμανία, παρά τους ανέμους της Ανταρκτικής που πνέουν εκεί, καθώς και στις ομιχλώδεις καιρικές συνθήκες των παράκτιων οροσειρών. Είναι τόσο διαδεδομένοι ώστε ένας εξερευνητής και ζωολόγος του 19ου αιώνα παραπονέθηκε: «Το μόνο που βλέπουμε διαρκώς μπροστά μας είναι ατέλειωτοι ευκάλυπτοι: επί μίλια ολόκληρα, δεν υπάρχει η παραμικρή ποικιλία στη βλάστηση». Από τότε που οι Ευρωπαίοι άποικοι άρχισαν να συρρέουν στην Αυστραλία το 19ο αιώνα, ο ευκάλυπτος έχει υποστεί σοβαρές απώλειες. 
Υπολογίζεται ότι έχουν ξεριζωθεί δέντρα που κάλυπταν έκταση 300.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων επειδή θεωρήθηκαν εμπόδιο στην πρόοδο. Ωστόσο, δεν έδειξαν όλοι τόσο λίγο σεβασμό για αυτόν τον πολύτιμο φυσικό πλούτο. Το 19ο αιώνα, η οικογένεια του ευκαλύπτου ξεκίνησε για να κατακτήσει τον κόσμο. Μερικοί ευκάλυπτοι, όπως οι θαμνώδεις, απορροφούν όσο περισσότερο νερό μπορούν από τη γη που είναι σκασμένη εξαιτίας της ξηρασίας, αποθηκεύοντας μεγάλες ποσότητες από αυτό στις ρίζες τους. Οι Αυστραλοί Αβορίγινες και οι πρώτοι εξερευνητές επέζησαν στην άνυδρη ενδοχώρα εκμεταλλευόμενοι αυτά τα υπόγεια δοχεία νερού. Έβγαζαν τμήματα των επιφανειακών ριζών και τα έκοβαν σε μικρά κομμάτια. Όταν φυσάει κανείς αέρα στη μια άκρη αυτού του κομματιού, βγαίνει από αυτό ένας καφεκίτρινος χυμός. Αν και δεν πρόκειται για ένα από τα πιο εύγευστα ποτά, υπολογίζεται ότι μια ρίζα μήκους 9 μέτρων μπορεί να δώσει 1,5 λίτρο από αυτό το ζωοσωτήριο υγρό. Άλλα μέλη της οικογένειας ευδοκιμούν σε βαλτώδεις περιοχές, απορροφώντας αχόρταγα νερό από το μουσκεμένο έδαφος. Αυτή την ιδιότητα την εκμεταλλεύτηκαν οι Ιταλοί, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τέτοιους ευκαλύπτους για να αποστραγγίσουν τους βαλτότοπους του Ποντίνε που κάποτε κατακλύζονταν από κουνούπια. Αυτή η περιοχή έχει μετατραπεί τώρα σε πολύτιμο καλλιεργήσιμο έδαφος. Περισσότερες από 50 χώρες στην αμερικανική ήπειρο, στην Ασία, στην Αφρική και στην Ευρώπη έχουν υιοθετήσει τους ευκαλύπτους για την εμπορική και την αισθητική τους αξία. Οι επιπλοποιοί εκτιμούν ιδιαίτερα το βαθυκόκκινο και καφεκίτρινο ξύλο τους. Κάποιος ειδικός αναφέρει: «Οι ευκάλυπτοι παράγουν μερικά από τα πιο βαριά, πιο σκληρά και πιο ανθεκτικά ξύλα που γνωρίζουμε. Η ποιότητα της ξυλείας, μαζί με το γρήγορο ρυθμό ανάπτυξης . . . , κάνει αυτό το γένος την πιο πολύτιμη πηγή σκληρής ξυλείας στον κόσμο». Τις ποικιλίες του δέντρου που αντέχουν στο νερό τις χρησιμοποιούν όταν κατασκευάζουν πλοία, αποβάθρες, κολόνες για καλώδια τηλεφώνου, φράχτες και δρόμους. 
Επίσης, τα όμορφα άνθη ορισμένων ποικιλιών του ευκαλύπτου όπως η μελίοσμος, καθώς και αυτών που έχουν σκληρότατο κορμό, παράγουν γλυκό νέκταρ, το οποίο οι μέλισσες μετατρέπουν σε ιδιαίτερα νόστιμο μέλι. Τα πρόσφατα χρόνια έχουν εξαχθεί από την Αυστραλία 4,5 εκατομμύρια τόνοι τεμαχισμένα ξύλα ευκαλύπτου, αποφέροντας έσοδα 250 εκατομμυρίων δολαρίων κάθε χρόνο. Τα μέρη του δέντρου που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς λόγους είναι τα μακρόστενα φύλλα του, που συλλέγονται τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Από αυτά παράγεται αιθέριο έλαιο, η μυρωδιά του οποίου θυμίζει καμφορά. Το ευκαλυπτέλαιο έχει ισχυρή αντισηπτική, αποχρεμπτική και επουλωτική δράση και παράλληλα διαθέτει αντιπυρετικές και σπασμολυτικές ιδιότητες. Συνδυάζεται αρμονικά με τα αιθέρια έλαια του δεντρολίβανου, της λεβάντας, της μαντζουράνας, του πεύκου, του κέδρου και του λεμονιού.  Στα φαρμακεία θα βρούμε βάμμα και αιθέριο έλαιο ευκαλύπτου, καθώς και διάφορα έτοιμα σκευάσματα, όπως λάδι για μασάζ, σιρόπια, ρινικά σπρέι, παστίλιες για τον λαιμό, καλλυντικά σκευάσματα, σαπούνια και οδοντόκρεμες. Ειδικά το ευκαλυπτέλαιο, καλό είναι να αποφεύγουμε να το αγοράζουμε από αλλού, διότι είναι ακριβό και συνηθίζεται η νόθευσή του με τη λευκή καμφορά, που είναι αρκετά φτηνότερη. Η εσωτερική λήψη ευκαλύπτου δεν πρέπει να ξεπερνά τις 2-3 εβδομάδες, διότι μπορεί να προκαλέσει ερεθισμούς στα νεφρά. Η χρήση του δεν συστήνεται στους υπερτασικούς, γιατί ανεβάζει την πίεση, ενώ απαγορεύεται σε εγκύους, θηλάζουσες, παιδιά. Το ευκαλυπτέλαιο, όπως και όλα τα αιθέρια έλαια, πριν την εφαρμογή τους πρέπει να διαλύονται σε 1 κουταλιά ελαίου βάσης (π.χ. αμυγδαλέλαιο, βαλσαμέλαιο) ή σε 1 κουταλιά αλκοόλης (π.χ. οινόπνευμα, τσίπουρο). Το ευκαλυπτέλαιο είναι αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του κοινού κρυολογήματος. Kαταπραΰνει τον βήχα, ρευστοποιεί τα φλέματα, ρίχνει τον πυρετό και ανακουφίζει από τον πονόλαιμο. Ενδείκνυται και σε περιπτώσεις ιγμορίτιδας, βρογχίτιδας και φαρυγγίτιδας, ενώ έχει αποδειχθεί ότι μετριάζει τις κρίσεις του άσθματος. 
Ανακουφίζει από τους πόνους στους μυς και τις αρθρώσεις και συστήνεται σε περιπτώσεις ρευματισμών και αρθριτικών. Επίσης, τονώνει την κυκλοφορία του αίματος. Βοηθά στην επούλωση πληγών και ελαφρών εγκαυμάτων. Συμβάλλει στην αντιμετώπιση της υπνηλίας, αυξάνει την αυτοσυγκέντρωση και τονώνει τη διάθεση. Tip: Για τον σκοπό αυτό, καλό είναι να συνδυάζεται με τη λεβάντα. Χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της ουλίτιδας. Μάλιστα, ιάπωνες ερευνητές ανακάλυψαν ότι το ευκαλυπτέλαιο καταπολεμά τον Streptococcus mutans, μικρόβιο που ευθύνεται για την εμφάνιση της τερηδόνας. Οι αντισηπτικές του ιδιότητες το καθιστούν δραστικό στις φλεγμονές του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. κυστίτιδες). Έχει υπογλυκαιμική δράση. Tip: Οι διαβητικοί δεν πρέπει να το καταναλώνουν ποτέ μόνο του, αλλά σε συνδυασμό με άλλα βότανα, που θα τους συστήσει ο φαρμακοποιός τους και εφόσον έχουν λάβει τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού τους.
Πηγή : http://www.vita.gr/mindandbody/alternative/article/35028/eykalyptos-ta-fylla-poy-giatreyoyn/
http://wol.jw.org/el/wol/d/r11/lp-g/102001126

Καστανιά : Η καλλιέργεια του δέντρου στην Ελλάδα και οι φαρμακευτικές ιδιότητες των καρπών τη

Αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό η καστανιά ανήκει στην τάξη των Φηγωδών και στην οικογένεια των Φηγοειδών με 12 είδη φυλλοβόλων, αιωνόβιων μεγάλων δέντρων ιθαγενή των εύκρατων περιοχών του βορείου ημισφαιρίου. Η καστανιά είναι πανάρχαιο δέντρο όπως αποδεικνύεται από διάφορα ευρήματα της Εποχής του χαλκού. Ήταν η τροφή των φτωχών κατά το Μεσαίωνα. Οι καστανιές είναι μεγάλα δέντρα συνήθως και το ύψος τους μπορεί να φτάσει τα 35 μέτρα. Είναι είτε αυτοφυή είτε καλλιεργούνται για τους νόστιμους καρπούς τους και για την καλή σε ποιότητα ξυλεία τους αλλά και ως καλλωπιστικά σε διάφορα πάρκα. Οι καστανιές πρέπει να βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 250 μέτρα και δεν ευδοκιμούν σε χαμηλότερα υψόμετρα. Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, με μοσχεύματα και με εμβολιασμό. Το δέντρο ανθίζει κατά την άνοιξη και τα κάστανα ωριμάζουν από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τέλη Νοεμβρίου ανάλογα με τις συνθήκες και τη ποικιλία. Κάθε δέντρο μπορεί να δώσει από 30-50 κιλά κάστανα. Το μέγιστο της απόδοσης θεωρείται το 50ο-60ο έτος της ηλικίας του. Τα ασβεστολιθικά πετρώματα είναι απαγορευτικά για την ανάπτυξη του φυτού. Ο καρπός της, το κάστανο, βρίσκεται μέσα σε ένα ξυλώδες περίβλημα που έχει αγκάθια εξωτερικά και ανοίγει όταν οι καρποί ωριμάσουν. Ανάλογα με το είδος, εντός του περιβλήματος αναπτύσσονται από ένας έως τρεις καρποί. Το μέγεθος του κάστανου εξαρτάται από την υγρασία, τη ποικιλία και τη σύσταση του εδάφους. Τα νωπά περιέχουν 50% νερό, 45% υδατάνθρακες και 5% φυτικό έλαιο. Η συγκομιδή γίνεται με τίναγμα των καρπών του δέντρου και στη συνέχεια γίνεται μάζεμα με το χέρι. Μερικοί στρώνουν δίχτυα για πιο εύκολο μάζεμα. Τρώγονται ψητά ή βραστά, χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική σε διάφορες συνταγές και γίνονται και αλεύρι κυρίως σε διάφορες περιοχές της Ασίας. Ο καστανάς πρόκειται για παραδοσιακό επάγγελμα και έχει μείνει κλασική η εικόνα του να ψήνει κάστανα σε μικρή μεταφερόμενη ψησταριά (φουφού) στους δρόμους των ελληνικών πόλεων το χειμώνα. Καστανιές φύονται κυρίως σε Θεσσαλία, Μακεδονία και ορεινές περιοχές της Κρήτης, Πελοποννήσου και Λέσβου. 
Ονομαστές ποικιλίες αποτελούν τα κάστανα Πηλίου και Κρήτης. Οι καστανιές είναι μεγάλα δέντρα και το ύψος τους μπορεί να φτάσει τα 35 m. Είναι είτε αυτοφυή είτε καλλιεργούνται για τους νόστιμους καρπούς τους και για την καλή σε ποιότητα ξυλεία τους αλλά και ως καλλωπιστικά σε διάφορα πάρκα. Οι καστανιές πρέπει να βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 250 m και δεν ευδοκιμούν σε χαμηλότερα υψόμετρα. Οι κυριότερες ποικιλίες είναι: 1. Η Ευρωπαϊκή Καστανιά. Γρήγορα αναπτυσσόμενο δέντρο που φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος. Τα φύλλα του είναι πριονωτά και μεγάλα, τα κάστανα έχουν καφέ ή καστανόγκριζο ρυτιδωμένο φλοιό. Το ξύλο της Ευρωπαϊκής καστανιάς είναι σκληρό και ανθεκτικό, σχίζεται εύκολα και δεν προσβάλλεται από μύκητες και έντομα. Χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία, στην παραγωγή δοκαριών, πασσάλων σαν οικοδομική ξυλεία (ανθεκτικές σανίδες) στην παραγωγή χαρτιού και στη βυρσοδεψία. 2. Η Ιαπωνική καστανιά. Είναι δέντρο ή θάμνος με ύψος που φτάνει τα 10 μέτρα. Έχει φύλλα σχήματος καρδιάς και τα κάστανα που παράγει είναι μεγάλα αλλά όχι τόσο νόστιμα. 3. Η Αμερικανική καστανιά. Το ύψος των δέντρων φτάνει τα 35 μέτρα και δίνει καλής ποιότητας ξυλεία ενώ και οι καρποί τους θεωρούνται από τους πιο νόστιμους. Το είδος κινδύνευσε με εξαφάνιση όταν το 1900 ένας μύκητας πρόσβαλλε τα δέντρα και προκάλεσε την ασθένεια «σήψη της καστανιάς». Όσες καστανιές παρέμειναν από την πανωλεθρία αυτή διασταυρώθηκαν με ανθεκτικές ασιατικές ποικιλίες. 4. Η Κινεζική καστανιά. Τα δέντρα φτάνουν τα 18 μέτρα ύψος. Είναι ένα πολύ ανθεκτικό είδος στα έντομα και τις ασθένειες καθώς και στο σάπισμα. Αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα, πάνω από 2000 μέτρα. Τα κάστανα της θεωρούνται πολύ νόστιμα. Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, με μοσχεύματα και με εμβολιασμό. Τα άγρια υποκείμενα φυτεύονται σε φυτευτικό σύνδεσμο από 8Χ8 έως 10Χ10 m. Το δέντρο ανθίζει κατά την άνοιξη και τα κάστανα ωριμάζουν από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τέλη Νοεμβρίου ανάλογα με τις συνθήκες και τη ποικιλία. Αρχικά τον Ιούνιο είναι απαραίτητο να γίνει το πρώτο ράντισμα με διαφυλλικά σκευάσματα ενώ το δεύτερο και το τρίτο πραγματοποιούνται κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο αντίστοιχα. 
Το μέγεθος του κάστανου εξαρτάται από την ποικιλία και την υγρασία του εδάφους, γι αυτό και κατά τη διάρκεια ανάπτυξης (Ιούλιος – Σεπτέμβριος), απαιτούνται πολλές αρδεύσεις. Επίσης για την ομαλή ανάπτυξη των καρπών θα πρέπει να αποφεύγονται τα ασβεστολιθικά πετρώματα, τα οποία είναι απαγορευτικά για την ανάπτυξη του φυτού. Η συγκομιδή γίνεται με τίναγμα των καρπών του δέντρου και στη συνέχεια μάζεμα αυτών με το χέρι. Η παραγωγική περίοδος των δένδρων ξεκινά μετά τα 3 έτη. Κάθε δέντρο μπορεί να δώσει από 30-50 κιλά κάστανα. Στο μέγιστο της απόδοσης θεωρείται ότι φτάνουν στο 50ο -60ο έτος της ηλικίας τους. Ανάλογα με το είδος, μέσα στο περίβλημα καρπού υπάρχουν 2-3 καρποί και σε άλλα είδη μόνο ένας. Η απόδοση της καλλιέργειας καστανιάς δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Με σημερινές τιμές, μια σύγχρονη, φροντισμένη φυτεία αποδίδει περίπου 350-400 ευρώ ανά στρέμμα τον χρόνο. Μεταποιείται περίπου μόνο το 10% της παραγωγής σε γλυκό κουταλιού, σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου ποσοστό 30-40% μεταποιείται σε πλήθος προϊόντων, όπως αποφλοιωμένο στεγνό ή κονσερβοποιημένο κάστανο, καστανάλευρο, σκευάσματα αρτοποιίας, ζυμαρικά, ηδύποτα και μπύρα, πουρέ και κρέμα κάστανου, διάφορα γλυκίσματα, με κορυφαίο προϊόν το μαρόν γλασέ (marrons glaces). Το κάστανο αποτελεί καρπό πλούσιο σε θρεπτικά στοιχεία (άμυλο, σάκχαρα, πρωτεΐνες, λίπη και φυτικές ίνες), μεταλλικά στοιχεία και βιταμίνες Β1, Β2, Β3, Β5, C, ενώ αποτελεί τροφή με αρκετά υψηλή θερμιδική αξία χωρίς χοληστερόλη (189 θερμίδες / 100 γραμ.). Τα νωπά κάστανα περιέχουν 50% νερό, 45%υδατάνθρακες και 5% φυτικό έλαιο. Τρώγονται ψητά ή βραστά, χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική σε διάφορες συνταγές και γίνονται και αλεύρι κυρίως σε διάφορες περιοχές της Ασίας.Σημειώνεται πως η βιταμίνη C είναι θερμο-ανθεκτική και επομένως δεν διασπάται κατά το βράσιμο ή ψήσιμο των καρπών. Η γεύση της σάρκας του καρπού είναι υπόγλυκη, ζαχαρώδης και στους άγριους καρπούς ελαφρά πικρή, ιδιαίτερα όταν τρώγεται με το περισπέρμιο (χνουδωτή επιδερμίδα). Είναι σημαντικό πως κάστανα συνιστώνται στην Παιδιατρική για τη θεραπεία περιστατικών γαστρεντερίτιδας και κοιλιακών ανωμαλιών νηπίων και παιδιών καθόσον αποτελούν τροφή χωρίς γλουτένη. Η περιεκτικότητά του σε φυτικές ίνες είναι επίσης υψηλή και, σε αντίθεση με άλλους ξηρούς καρπούς, το κάστανο περιέχει λίπη σε πολύ χαμηλό επίπεδο (μόνον 2-5%). 
Στα βρασμένα κάστανα παρατηρείται αύξηση στην περιεκτικότητά τους σε νερό, αλλά μειώνεται η πρωτεΐνη, ενώ αυξάνεται η περιεκτικότητα σε λίπη. Αντίθετα, στα ψημένα κάστανα, η πρωτεΐνη δείχνει να αυξάνεται, το ίδιο και οι αδιάλυτες και διαλυτές φυτικές ίνες, ενώ τα διαθέσιμα σάκχαρα μπορεί να αυξηθούν κατά 25%, με αποτέλεσμα και το ενεργειακό επίπεδο να αυξάνεται σημαντικά.
Πηγή : http://agrosimvoulos.gr/kalliergeia-kastania/
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Καστανιά

Φουντουκιά : Η καλλιέργεια του δέντρου στην Ελλάδα και οι φαρμακευτικές ιδιότητες των καρπών της

Η φουντουκιά ευδοκιμεί σε εδάφη μέσης σύστασης με καλή αποστράγγιση και ελαφριά όξινη έως ουδέτερη αντίδραση (pΗ 5,5 – 7,0). Όταν το pΗ εδάφους είναι κάτω από 5,5 απαιτείται η προσθήκη ασβεστίου ώστε το pH να ανέλθει τουλάχιστον στο 6,5. Η φουντουκιά είναι φυτό των εύκρατων περιοχών. Προτιμά κυρίως δροσερές περιοχές με σχετικά ψηλή υγρασία. Όταν η θερμοκρασία του χειμώνα πέφτει κάτω από -7°C καταστέφονται τα άνθη και η καρποφορία είναι ελάχιστη. Το δέντρο όμως μπορεί να αντέξει σε θερμοκρασίες μέχρι και -25°C. Σε περιοχές όπου η βροχόπτωση ανέρχεται πάνω από 700 χιλιοστά και η κατανομή της είναι ομοιόμορφη, κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου, η φουντουκιά δεν χρειάζεται άρδευση. Αν επικρατεί παρατεταμένη ξηρασία, η άρδευση βοηθά στην επίτευξη καλύτερης ποιότητας καρπών. Τη φουντουκιά προσβάλλουν διάφοροι εχθροί και ασθένειες. Από τους σημαντικότερους εχθρούς, αναφέρονται προσβολές από αφίδες (Macrosiphum sp.) και αλευρώδεις (Trialeurodes sp.). Επίσης σοβαρές ζημιές προκαλεί το κολεόπτερο Curculio obtusus. Άλλος εχθρός είναι το άκαρι Eriophydes avellanae το οποίο προκαλεί παραμόρφωση των οφθαλμών, με αποτέλεσμα οι οφθαλμοί να έχουν την μορφή κόμπου. Από τις ασθένειες, αναφέρονται η προσβολή από το μύκητα Anisogramma anomala, ο οποίος προσβάλλει κυρίως τους νέους βλαστούς και πολλές φορές προκαλεί ξήρανση ολόκληρου του φυτού, καθώς και η προσβολή από το βακτήριο Xanthomonas corylina το οποίο μπορεί να προκαλέσει ξηράνσεις σε νεαρά δέντρα. Τα φουντούκια είναι ξηροί καρποί με  ιδιαίτερη γλυκίζουσα γεύση και πολλά θρεπτικά συστατικά. Είναι τα φρούτα  της "σημύδας" ή των δέντρων της οικογένειας των  Σημυδοειδών (Betulaceae). Το "Filbert" (C. maxima) είναι παρόμοιο είδος και σχετίζεται με κοινή φουντουκιά αλλά  διαφέρει γιατί ο ξηρός καρπός περικλείεται πλήρως από το σωληνοειδές  περίβλημα. H επιστημονική ονομασία του φουντουκιού είναι Corylus avellana. 
Η φουντουκιά είναι ένα μικρό φυλλοβόλο δέντρο, που  προέρχεται από την Νότια Ευρώπη και την Τουρκία. Σήμερα  καλλιεργείται σε πολλές περιοχές του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και θεωρείται σημαντική καλλιέργεια σε ότι αφορά σε εμπορικές συναλλαγές.  Η φουντουκιά  παράγει καρπούς,  περίπου τρία χρόνια μετά την φύτευση.  Ανθίζει κάθε άνοιξη και οι καρποί εμφανίζονται το φθινόπωρο. Οι καρποί της φουντουκιάς  παράγονται σε ομάδες. Κάθε φουντούκι που δημιουργείται περιβάλλεται από ένα  περίβλημα (ή κάψουλα) που καλύπτει, περίπου τα τρία τέταρτα της επιφάνειας. Τα κίτρινο-καφέ , φουντούκια έχουν σχήμα σφαιρικό προς ωοειδές. Έχουν μήκος  περίπου 1,5-2 cm και 1,2 -2 εκατοστά πλάτος. Η συγκομιδή γίνεται όταν τα φουντούκια παίρνουν χρώμα καστανό. Στη συνέχεια αφαιρούνται τα περιβλήματα τους και τοποθετούνται σε ειδικούς κλιβάνους για να αποξηρανθούν. Έπειτα, διοχετεύονται σε ειδικά μηχανήματα για το σπάσιμο του κελύφους, τους σπαστήρες φουντουκιών. Υπάρχουν αρκετά είδη φουντουκιάς και στην Ελλάδα βρίσκουμε κυρίως δύο: Την ήμερη φουντουκιά ή λεπτοκαρυά (Corylus avellana - Κόρυλος η αβελλάνα) και την αγριοφουντουκιά. Το όνομα κόρυλος ετυμολογείται από την αρχαία ελληνική λέξη «κόρυς» (περικεφαλαία), καθώς ο καρπός του φουντουκιού όταν είναι φρέσκος περιβάλλεται από φλοιώδες περίβλημα κάνοντάς το να μοιάζει με στρατιωτικό κράνος. Η λέξη φουντούκι έχει τούρκικες ρίζες (fındık) και έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο από τον καιρό της τουρκοκρατίας. Η λεπτοκαρυά είναι μικρό δέντρο που δεν ξεπερνά σε ύψος τα 6 μέτρα, τα φύλλα της είναι στρογγυλά με μυτερές άκρες και ο καρπός της σκεπάζεται από ένα κυπελλοειδές περικάρπιο με οδοντωτά χείλη. Καλλιεργείται στην Ημαθία, Πέλλα, Δράμα και Καβάλα σε μικρή έκταση. 
Η αγριοφουντουκιά είναι αυτοφυής βρίσκεται μεμονωμένα σε διάφορα δάση της χώρας. Οι καρποί της είναι γνωστοί ως φουντούκια Κωνσταντινούπολης. Άλλα είδη φουντουκιάς είναι η γιγάντια με ύψος 35 μέτρων με μεγάλη παραγωγή μακρύκαρπων φουντουκιών. Η φουντουκιά του Θιβέτ (Corylus ferox - Κόρυλος η θηριώδης) με καλής ποιότητας φουντούκια και πλούσιο φύλλωμα καλλιεργείται και ως καλλωπιστικό φυτό. Το φουντουκέλαιο  χρησιμοποιείται σαν βάση για ιατρικά παρασκευάσματα, καθώς και στην αρωματοθεραπεία. Τα φουντούκια είναι πολύ πλούσια σε ενέργεια, αλλά παράλληλα περιέχουν πολύτιμα  θρεπτικά συστατικά που είναι απαραίτητα για την υγεία μας. Τα  100 γρ φουντούκια παρέχουν 628 θερμίδες. Είναι πλούσια σε μονο-ακόρεστα λιπαρά οξέα, όπως είναι το ελαϊκό, καθώς και σε απαραίτητα λιπαρά οξέα, όπως είναι λινελαϊκό οξύ που είναι χρήσιμα για την υγεία της καρδιάς. Οι ερευνητικές μελέτες δείχνουν ότι η μεσογειακή διατροφή που είναι πλούσια σε μόνο - ακόρεστα λιπαρά οξέα, βοηθά στην πρόληψη της στεφανιαίας νόσου και εγκεφαλικών επεισοδίων, ευνοώντας το υγιές προφίλ των λιπιδίων του αίματος. Τα φουντούκια είναι πλούσια σε διαιτητικές φυτικές ίνες, που όπως έχει φανεί, μπορούν να συμβάλλουν στην πρόληψη πολλών χρονίων νοσημάτων (καρδιαγγειακά, καρκίνος του παχέος εντέρου κλπ) Τα φουντούκια περιέχουν  φυλλικό οξύ (100 g φρέσκα φουντούκια περιέχουν 113μg). Το φυλλικό οξύ είναι μια σημαντική βιταμίνη του συμπλέγματος των βιταμινών Β, που βοηθά στην πρόληψη της μεγαλοβλαστικής αναιμίας και, συμβάλλει στην πρόληψη  ανωμαλιών  του νευρικού σωλήνα των εμβρύων. Περιέχουν  και άλλες σημαντικές βιταμίνες του συμπλέγματος Β, όπως ριβοφλαβίνη, νιασίνη, θειαμίνη, παντοθενικό οξύ και πυριδοξίνη (βιταμίνη Β-6). Περιέχουν επίσης βιταμίνη Ε. Περιέχουν περίπου 15 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια (100% της ΣΗΠ). Η βιταμίνη Ε είναι ένα ισχυρό αντιοξειδωτικό διαλυτό σε λιπαρά, που απαιτείται για τη διατήρηση της ακεραιότητας της κυτταρικής μεμβράνης των βλεννογόνων μεμβρανών και του δέρματος προστατεύοντας από τις επιβλαβείς ελεύθερες ρίζες οξυγόνου. 
Περιέχουν  επίσης, πολλά χρήσιμα μέταλλα, όπως μαγγάνιο, κάλιο, ασβέστιο, χαλκό, σίδηρο, μαγνήσιο, ψευδάργυρο και σελήνιο. Ο  χαλκός και το μαγγάνιο είναι σημαντικοί συν-παράγοντες του αντι-οξειδωτικού ένζυμου, δισμουτάση  του υπεροξειδίου. Ο σίδηρος βοηθά στην πρόληψη της  μικροκυτταρικής αναιμίας. Το μαγνήσιο και ο φώσφορος είναι σημαντικά συστατικά για τον μεταβολισμού των οστών Το φουντουκέλαιο  έχει άρωμα καρυδιού και διαθέτει εξαιρετικές στυπτικές ιδιότητες. Βοηθά στην προστασία του δέρματος από  την ξηρότητα. Χρησιμοποιείται στην μαγειρική, αλλά και ως "φορέας ή λάδι βάσης" σε παραδοσιακά φάρμακα σε θεραπείες μασάζ,  στην αρωματοθεραπεία, στη φαρμακευτική και στην καλλυντική βιομηχανία.
Πηγή : http://www.foodbites.eu/j15/el/trofima/food-basics/xiroi-karpoi/1589-nuts
http://agrosimvoulos.gr/kalliergeia-fountoukias/

Κυδωνιά : Η καλλιέργεια του δέντρου και οι ιδιαίτερες φροντίδες στο αγρόκτημα

Η κυδωνιά είναι δένδρο καρποφόρο σύνηθες, συναντημένο σε όλες τις δενδροκαλλιέργειες. Φέρεται καταγόμενη εκ Περσίας ή Καύκασου, όπου εξαπλώθηκε από αμνημονεύτων χρόνων στις λοιπές χώρες της Ασίας και Ευρώπης φθάνοντας μέχρι την Ολλανδία και Β. Γερμανία. Σε άγρια κατάσταση συναντάται παντού, κυρίως σε όλους τους δροσερούς τόπους, συνήθως σε ανάμιξη με διαφόρους δασοβριθεΐς μάζες των χαμηλών βουνοσειρών ή σύσκιων βλαστήσεων των υγρών κοιλάδων και παραποτάμιων ή παραλιμνίων τοποθεσιών. Στην Ελλάδα αυτοφύεται σε μεγάλη κλίμακα, αποτελούσα πολλάκις αμιγείς συστάδας, στις υπωρείας των περιρρύτων όρεων και τα κράσπεδα των δασών, ιδίως της Μακεδονίας και Θράκης. Η κυδωνιά γενικώς καλλιεργείται σαν καρποφόρο δένδρο, είτε ως υποκείμενο της αχλαδιάς ή μηλιάς για τόπους σχετικώς υγρούς ή περιορισμένους. Υπό την διπλή αυτήν χρήση, μεγίστη εκμετάλλευση βρίσκει σε όλες τις παραμεσογείους χώρες, ιδίως στην Τουρκία όπως και σε εμάς. Η κυδωνιά, ανήκει στην οικογένεια των ροδανθών και το γένος των μηλοειδών. Αναπτυσσόμενη ελεύθερη λαμβάνει θαμνώδη διαμόρφωση ένεκα των παρά την βάση αυτής αναδιδόμενων παραφυάδων, αλλά δια της αφαιρέσεως αυτών καθίσταται μονόκορμος αποκτώντας κόμη σφαιρική 3—5 μ. ύψους. Οι ρίζες της είναι μακρές και λεπτές, μάλλον επιφανειακοί, οι δε κλάδοι ακανόνιστοι και ευλύγιστοι. Η κυδωνιά, σαν καρποφόρο δένδρο, ευδοκιμεί μόνο στα θερμά κλίματα, όπου και τα προϊόντα αυτής αποβαίνουν ποιοτικώς ανώτερα, στα δε βορειότερα χρησιμοποιείται μάλλον ως υποκείμενο της αχλαδιάς στους πολύ ψυχρούς και ορεινούς τόπους . Φοβάται τους παγετούς της άνοιξης, συνεπώς, όχι μόνο δεν παράγει κανονικά , αλλά και οι καρποί αποβαίνουν ανούσιοι και άνευ αρώματος. Παρά ταύτα όμως εν περίοδο ανθοφορίας αντέχει περισσότερο των άλλων γιγαρτοκάρπω ν έναντι του ψύχους, οι δε καρποί αυτής δεν καταρρίπτονται εύκολα από τους ανέμους. 
Ως προς το έδαφος η κυδωνιά δεν τυγχάνει πολύ απαιτητική λόγου του επιπόλαιου ριζικού της συστήματος ευδοκιμεί και σε τα μάλλον αβαθή εδάφη, αρκεί αυτά να είναι γόνιμα και σχετικώς υγρά ή αρδευόμενα. Βλαστάνει και καρποφορεί καλώς σε πάσης φύσεως γαίας όχι όμως σε ισχυρώς ασβεστούχους, διότι σε αυτές καταλαμβάνεται από χλώρωση, φθίνει και ταχέως καταστρέφεται. Ειδικότερα αρέσκεται σε τα κηπευτικά αμμοαργιλλώδη ή αργιλλοαμμώδη εδάφη, σε τα σχιστολιθικά είτε γρανιτικά τοιαύτα, εφ’ όσον τυγχάνουν αρδεύσιμα ή φυσικώς δροσερά. Στα ξηρά εδάφη η κυδωνιά δεν αναπτύσσεται καλά καρποφορεί λίγο και παράγει μικρούς καρπούς ξυλώδεις, ελάχιστα χυμώδεις, ενώ αντιθέτως αντέχει μεγάλως σε τα υγρά περισσότερο παντός άλλου καρποφόρου, αρκεί να είναι διαπερατά και γόνιμα, ιδίως όταν προορίζεται ως υποκείμενο της αχλαδιάς ή της μηλιάς. Οι υπόλοιποι περιποιήσεις της κυδωνιάς είναι ελάχιστες. Σε συγκαλλιέργεια μετά λαχανικών ή άλλων οπωροφόρων δένδρων δεν επιζητεί ετέρας φροντίδας, ως επωφελούμενη των περιποιήσεων εκείνων. Σε μονοκαλλιέργεια δε αρκείται σε ένα όργωμα πριν το χειμώνα και 1-2 σκαλίσματα την άνοιξη. Αλλά και η τυχόν παραμέληση αυτών την αφήνει αδιάφορη εξακολουθώντας να παράγει αδιάκοπα και άφθονα. Εν τούτοις όμως είναι παρατηρημένο, ότι οι καλώς και επιμελημένες καλλιεργούμενοι κυδωνιές αποδίδουν προϊόντα ογκωδέστερα και ποιοτικώς ανώτερα. Ως εκ της μεγάλης συνήθως παραγωγής και πλούσιας σαρκώδους μάζας των καρπών, η λίπανση αυτής είναι αναγκαιότατη τουλάχιστον ανά 2-3 έτη. Για αυτό είναι αξιοσύστατη η αποσυντεθειμένη κοπριά σε ποσότητα 30-50 οκάδων κατά δένδρο, στα δε πλούσια σε οργανικές ουσίες εδάφη, τα χημικά λιπάσματα τύπου 4-10-10 σε ποσότητα 1 - 1,5 οκάδων κατά δένδρο ή 60- 100 οκάδων κατά στρέμμα, εφαρμοζόμενα νωρίς το φθινόπωρο, μετά την συγκομιδή των καρπών. Όσον αφορά τα ποτίσματα, όχι μόνο διότι είναι φυτό υδρόφιλο, αλλά και ένεκα του επιπόλαιου ριζικού συστήματος, η κυδωνιά έχει ανάγκη συχνών και άφθονων τοιούτων, εκτός των φυσικώς υγρών και δροσερών τόπων, στα οποία μπορούν να περιορίζονται στο ελάχιστο ή και να παραλείπονται ολοσχερώς. 
Απεναντίας δε σε τόπους ξηρούς η καλλιέργεια αυτής δεν είναι εφικτή, διότι η μεν βλάστηση της ανακόπτεται συντόμως, οι δε λίγοι παραγόμενοι καρποί αποβαίνουν μικροί και αποκτούν σάρκα ξυλώδη και άνοστη. Η κυδωνιά εισέρχεται σε καρποφορία, εάν προέρχεται από σπορά, κατά το 7-8 έτος της ηλικίας της, εάν δε από μόσχευμα ή παραφυάδα κατά, το 3-4 έτος από της μεταφυτεύσεως. Σε πλήρη ακμή 20-25 ετών αποδίδει υπέρ τις 100-150 οκαδ. υπό ευνοϊκούς φυσικούς και καλλιεργητικούς όρους, τεχνητώς δε επαυξάνεται δια κυρτώσεως των βραχιόνων και δια χαρακωμάτων ή περισφίξεως των κορμών δια καταλλήλων δακτυλίων. Η ωρίμανσης των καρπών συντελείται κατά Σεπτέμβριο-Οκτώβριο, διακρινόμενη εκ του κίτρινου χρώματος της επιδερμίδας. Προκειμένου περί διατηρήσεως αυτών σε αποθήκη δεν πρέπει να τοποθετούνται μαζί με άλλους καρπούς, διότι προσδίδουν σε αυτούς την διαπεραστική τους οσμή. Μεγαλύτερη αντοχή διατηρήσεως έχουν τα κυδώνια ενίων ποικιλιών και γενικότερα τα προερχόμενα εκ ξερικών καλλιεργειών. Οι καρποί της κυδωνιάς χρησιμοποιούνται ποικιλοτρόπως. Οι εύχυμοι και μαλακόσαρκοι καρποί τρώγονται σε νωπή κατάσταση, των περισσοτέρων όμως, λόγο της στυφότητας και της συνεκτικότητας της σάρκας της, βιομηχανοποιούνται, είτε στη ζαχαροπλαστική για παρασκευή γλυκών του κουταλιού, κυδωνόπαστων, γλυκοπήκτων κ.λ.π., είτε για την φαρμακευτική για παρασκευή ηδύποτων κατά της διάρροιας. Το ίδιο της βλεννώδους εξωτερικής ουσίας του περισπερμίου αυτών, παρασκευάζονται διάφορα μαλακτικά αναλογών σκοπών. Κυδωνόμηλος (meliforme): Καρπός ογκώδης, σχεδόν σφαιρικόw, πλατύπλευρος, προσομοιάζοντας σχήμα και εμφάνιση μήλου. Επιδερμίδα κιτρινοπράσινη, λεπτή, αποβάλλουσα ταχέως το χνουδωτό περίβλημά της. Σάρκα μαλακή, λίαν εύχυμος, τρωγόμενη και νωπή. Ποικιλία εκλεκτή. Σιαμπιόν (champion): Καρπός μέγας oγκόπλευρος επιμήκης, κολοβός την κορυφή. Επιδερμίδα βαθέως κίτρινη. Σάρκα κλειστή, αλλά εύχυμος. Ποικιλία προελεύσεως Αμερικής, λίαν διατηρήσιμος. 
Πορτογαλίας. Καρπός ογκώδης, μικρότερος του προηγουμένου απιοειδούς σχήματος, συνήθως πλατύπλευρος η και ολίγον ακανόνιστος. Επιδερμίδα χρυσοκίτρινη και σάρκα συνεκτική. Ποικιλία όψιμος εξαίρετος. Απιάμορφος (pyriforme): Καρπός μέτριου μεγέθους, που μοιάζει προς χονδρό αχλάδι. Επιδερμίδα εντόνως κίτρινη και σάρκα ημίκλειστος. Ρέα - μαμούθ: Καρπός πολύ ογκώδης στρογγυλωπός. Βάν - Ντεμάν: Καρπός ωοειδής μεγάλου μεγέθους. Σάρκα εύχυμος ποικιλία προελεύσεως Αμερικής, εκλεκτή. Αφράτη: Καρπός μέτριου μεγέθους, σχεδόν στρογγυλός πτυχωτός περί τον οφθαλμό. Επιδερμίδα ανοικτός κίτρινη και σαρξ μαλακή, χυμώδης. Ποικιλία πολύ εκτιμώμενη στο Πήλιαο. Γίγας Φράντζας: Καρπός υπερογκώδης, συνήθως, βάρους 300-350 δραμίων. Σάρκα μαλακή εύχυμος. Ποικιλία εκλεκτή, ελάχιστα όμως παραγωγική. Αγριοκύδωνος: Καρπός μάλλον μικρός, διαυλακούμενος υπό πολλών πτυχώσεων. Επιδερμίδα κιτρινοπράσινη, πολύ χνουδωτή. Σαρξ συνεκτική και εντόνως στυφή. Διατηρείται καλώς. Η κυδωνιά δεν υπόκειται σε πολλές και σοβαρές ασθένειες. Ως σπουδαιότεροι εξ αυτών θεωρούνται: Σήψης των καρπών. Προκαλείται από ένα είδος μύκητα (monilia L.inhartiana), ο οποίος συντελεί στην μουμιοποίηση των νέων καρπών, ενίοτε δε και στο σχίσιμο των ώριμων, με αποτέλεσμα την ταχεία και ολοκληρωτική σήψη αυτών. Μαύρισμα των καρπών: Προέρχεται από μικρομύκητα (sclerotinia cydini) ο οποίος προσβάλει τους καρπούς που έχουν δέσει, τους μαυρίζει και τους αποξηραίνει. Σκωρίαση των φύλλων: Οφείλεται σε μύκητα (stigmatea mespili) αναπτυσσόμενο και προκαλούντας επί των φύλλων ερυθρωπής κηλίδες, επιφέρει όμως ελάχιστες ζημιές. Όλες οι ανωτέρω ασθένειες καταπολεμούνται ή προλαμβάνονται διά διαβροχών βορδιγαλλείου πολτού ενεργούμενων έγκαιρα, κατά την χειμερινή περίοδο, όπως γίνεται λόγος για την αχλαδιά. Σήψης των ριζών: Οφείλεται σε προσβολή μυκήτων (armillaria melea) αναπτυσσόμενων σε πολύ υγρούς και θερμούς τόπους, ανεπαρκώς αποστραγγιζόμενους.
Πηγή : http://www.ftiaxno.gr/2015/11/kydonia-spora-fitema-kallirgeia.html

Μηλιά : Η καλλιέργεια του καρποφόρου δέντρου και φύτευση τους στον μηλεωνα

Η μηλιά κατάγεται από τις χώρες της Κεντρικής Ασίας και ιδιαίτερα από την περιοχή που βρίσκεται στα νότια του Καυκάσου. Είναι ένα από τα πιο γνωστά οπωροφόρα και καλλιεργείται σ’ όλα σχεδόν τα μέρη της γης για τους θρεπτικούς και εύγευστους καρπούς της. Είναι γνωστή από τα ιστορικά χρόνια. Η μεγαλύτερη παγκόσμια παραγωγή μήλων αποτελείται από ποικιλίες επιτραπέζιες και παρασκευής κομπόστας. Οι ποικιλίες διπλής χρήσεως αρχίζουν να κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Οι συστηματικοί οπωρώνες μηλιάς στη χώρα μας καταλαμβάνουν έκταση 196.263 στρεμμάτων, η δε μέση ετήσια παραγωγή μήλων ανέρχεται σε 349.420 τόνους. Από τις πιο διαδεδομένες ποικιλίες στην Ελλάδα, είναι τα μήλα της ομάδας Red Delicious και ακολουθούν τα Golden Delicious και τα Granny Smith . Σε μικρότερες εκτάσεις καλλιεργούνται επίσης τα Gala, τα Jonagold, η Rome Beauty, η Baldwin κ.α καθώς και οι γηγενείς ποικιλίες Delicious, Πιλαφά και Φιρίκια. Η μηλιά είναι δέντρο των ψυχρών και υγρών κλιμάτων. Δεν αντέχει σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 24 °C. Ευδοκιμεί εκεί που εξασφαλίζονται αρκετό χειμερινό ψύχος (για τη διακοπή του λήθαργου των οφθαλμών) και δροσερό καλοκαίρι, απαντά δε μέχρι υψόμετρου 1500 μέτρων. Οι ορεινές περιοχές είναι κατάλληλες για την παραγωγή κόκκινων μήλων, ενώ στα πεδινά έχει καλύτερα αποτελέσματα η παραγωγή κίτρινων και πράσινων μήλων. Το έδαφος, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση ενός μηλεώνα, οργώνεται πριν από τη φύτευση σε βάθος 30-40cm. Πριν από το όργωμα λαμβάνονται δείγματα εδάφους και γίνονται αναλύσεις ώστε να καθοριστεί το είδος και η ποσότητα των χημικών λιπασμάτων, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη των δέντρων της μηλιάς. Αν η εξεύρεση κοπριάς είναι εύκολη, τότε ενδείκνυται η προσθήκη 2-3 τόνων κατά στρέμμα, για τη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους. Μετά το όργωμα και κατά μήκος των γραμμών φυτεύσεως των δέντρων απολυμαίνεται το έδαφος συνήθως με χλωροπικρίνη, για εξάλειψη των επιβλαβών ασθενειών. 
Αν στο έδαφος, που προϋπήρχε μηλεώνας, πρόκειται να εγκατασταθεί πάλι μηλεώνας, τότε το έδαφος αφήνεται για 4 χρόνια σε αγρανάπαυση. Πριν από τη φύτευση γίνεται η επισήμανση των θέσεων φύτευσης των δέντρων, η διάνοιξη των λάκκων,διαστάσεων 45*45cm και ακολουθεί φύτευση των δέντρων. Κατά τη φύτευση τοποθετούνται και οι πάσσαλοι στήριξης των δέντρων. Κατά τη φύτευση τα δενδρύλλια φυτευονται στο ίδιο βάθος, που ήταν στο φυτώριο, το δε επιφανειακό χώμα ρίχνεται στη βάση του ριζικού συστήματος των δενδρυλλίων. Κατά την προσθήκη του χώματος πιέζεται ελαφρά αυτό μέχρι της πλήρους πληρώσεως των λάκκων. Μετά τη φύτευση ακολουθεί το πότισμα και η προσθήκη μικρής ποσότητας κοπριάς γύρω από το δενδρύλλιο, που αποσκοπεί στη διατήρηση της υγρασίας του εδάφους. Η περιποίηση του εδάφους αμέσως μετά τη φύτευση των μηλεόδενδρων είναι μια σημαντική εργασία προκειμένου να αποφευχθούν σοβαρά προβλήματα όπως ασθένειες και εχθροί στη μηλοκαλλιέργεια. Επιπλέον, αποσκοπεί στην αποθήκευση νερού, στη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους, προκειμένου ο καλλιεργητής να έχει αύξηση ποιοτική και ποσοτική στη παραγωγή του. Το κόκκινο χρώμα των καρπών επηρεάζεται από τη θερμοκρασία του καλοκαιριού και κατά συνέπεια και η ποιότητα της παραγωγής. Κατάλληλη θερμοκρασία για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο θεωρείται, 20ο-21 °C. Πολύ ψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες συνδυάζονται από έλλειψη εδαφικής υγρασίας, προκαλούν σοβαρές ζημιές στην παραγωγή. Η μηλιά ευδοκιμεί σε εδάφη που έχουν διάφορη σύσταση. Ωστόσο, μεγαλύτερη σημασία έχει η φύση του υπεδάφους, παρά η ποιότητα του επιφανειακού εδάφους. Το υπέδαφος πρέπει να αποστραγγίζεται καλά, γιατί οι ρίζες της μηλιάς είναι πολύ ευαίσθητες σε περίσσεια νερού. Το κατάλληλο έδαφος πρέπει να έχει σύσταση αμμοπηλώδη. Τα εδάφη με μεγάλη περιεκτικότητα σε ασβέστιο και άργιλο ή με συνεκτικό υπέδαφος πρέπει να αποφεύγονται. Η περίσσια ασβεστίου προκαλεί τροφοπενίες στο δένδρο. Το pH του εδάφους πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 6,2 έως 6,8. 
Η μηλιά είναι από τα δέντρα που απαιτούν επάρκεια εδαφικής υγρασίας, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες. Χρειάζεται περίπου 1.000 mm νερού το χρόνο, όπου τα 500 mm τα καταναλώνει τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Οι οπωρώνες μηλιάς λιπαίνονται με άζωτο κάθε χρόνο ενώ τα άλλα θρεπτικά στοιχεία όπως Fe,Mg, Mn, Zn, B καθώς και ιχνοστοιχεία προστίθενται στο έδαφος ή εφαρμόζονται διαφυλλικά ανάλογα με τις ανάγκες. Αζωτούχος λίπανση είναι απαραίτητο να γίνεται από τα τέλη Μαρτίου μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, όπου η λίπανση γίνεται μέσω του νερού της άρδευσης. Οι χειμερινές επεμβάσεις στα μηλοειδή είναι απαραίτητες, διότι έτσι γίνεται μείωση του αρχικού πληθυσμού των εχθρών (έντομα, ακάρεα) και των αρχικών μολυσμάτων διάφορων ασθενειών (μυκητολογικές, βακτηριολογικές). Η καταπολέμηση των εντόμων και των ακάρεων που διαχειμάζουν όπως ψύλλες, κοκκοειδή, αφίδες, τετράνυχοι, βασίζεται σε ψεκασμούς με ορυκτέλαια, καθώς και σε συνδυασμούς αυτών με συνθετικά πυρεθροειδή ή οργανοφωσφορούχα εντομοκτόνα. Συνιστώνται να γίνονται χειμερινοί ψεκασμοί σε οπωρώνες, που την προηγούμενη χρονιά παρουσίασαν έντονο πρόβλημα από τους παραπάνω εχθρούς. Η μέση απόδοση εξαρτάται από την ποικιλία και από τις καλλιεργητικές φροντίδες που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Βάσει στοιχείων του Υπουργείου Αγροτικής ανάπτυξης η μέση απόδοση για τη Μηλιά, Malus sylvestris (L.) Mill. f. Rosaceae είναι 30 δ./στρ. × 30–60kg/δέντρο. Tο μήλο είναι πλούσιο σε βιταμίνες, διαιτητικές ίνες, μεταλλικά στοιχεία. Περιέχει ασβέστιο, φώσφορο, σίδηρο, κάλιο, βιταμίνη C, βιταμίνη A, φολικό οξύ, βιοτίνη, μηλικό οξύ. Βοηθά στην πέψη καθώς και στην καύση του λίπους. Έχοντας πολύ λίγες θερμίδες βοηθά τον οργανισμό να διατηρηθεί υγιής. Είναι καλό να καταναλώνεται μετά από κάποιο γεύμα γιατί έχοντας πολύτιμες θρεπτικές ουσίες βοηθά στο μεταβολισμό του οργανισμού και την γρηγορότερη πέψη.
Πηγή : http://agrosimvoulos.gr/kalliergeia-milias/
http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Καλλιέργεια_μηλιάς

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Ζ') : Οι ξένες ευρωπαϊκές φυλές των βοοειδών για στάβλο ή βόσκηση

Η ταξινόμηση των φυλών γίνεται ανάλογα με τον παραγωγικό τύπο στον οποίο ανήκουν. Έτσι έχουμε τον γαλακτοπαραγωγικό τύπο, ο οποίος ανήκει στον αναπνευστικό τύπο ζώων, δηλαδή στα βοοειδή με έντονες αναπνευστικές και κυκλοφοριακές λειτουργίες σαν συνέπεια των υψηλών αποδόσεων σε γάλα. Τον κρεοπαραγωγικό τύπο, ο οποίος ανήκει στον πεπτικό τύπο ζώων, δηλαδή στα ζώα με βραδείες λειτουργικές διαδικασίες πέψης και μεταβολισμού με συνέπεια την άριστη αξιοποίηση των ζωωτροφών χαμηλής διαιτητικής αξίας και τη μετατροπή αυτών σε πλούσιες μυικές μάζες. Και τον μικτό τύπο που είναι ενδιάμεσος μεταξύ των άλλων δύο. Ταξινόμηση των φυλών ανάλογα με τον παραγωγικό τύπο στον οποίο ανήκουν. Όσο αφορά στις φυλές των βοοειδών περισσότερες από 800 διαφορετικές ράτσες αναγνωρίζονται παγκοσμίως, κάποιες από αυτές διαμορφώθηκαν μέσω της προσαρμογής τους στο τοπικό κλίμα, ενώ άλλες αναπτύχθηκαν με την ανθρώπινη παρέμβαση για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες ανάγκες. Ανήκει στον αναπνευστικό τύπο βοοειδών, δηλαδή στα ζώα µε έντονες αναπνευστικές και κυκλοφορικές λειτουργίες σαν συνέπεια των υψηλών αποδόσεων σε γάλα. Ο γαλακτοπαραγωγικός τύπος είναι απόλυτα εξειδικευµένος στην γαλακτοπαραγωγή ή στην λιποπαραγωγή προσφέρεται για συστηµατικές µέτριες οικογενειακές ή µεγάλες επιχειρηµατικές βιοµηχανικές εκτροφές (βοοστάσια) παραγωγής και διακίνησης γάλακτος για βιοµηχανική επεξεργασία. Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος της γαλακτοπαραγωγής. Ενδεικτικά κάποιοι απ' αυτούς είναι οι γενετικοί παράγοντες, η ηλικία του πρώτου τοκετού, η κυοφορία, οι κλιματικοί παράγοντες κ.ά. Γαλακτοπαραγωγικός τύπος βοοειδών και οι κυριότερες φυλές. Ανήκει στον αναπνευστικό τύπο βοοειδών, δηλαδή στα ζώα µε έντονες αναπνευστικές και κυκλοφορικές λειτουργίες σαν συνέπεια των υψηλών αποδόσεων σε γάλα. Ο γαλακτοπαραγωγικός τύπος είναι απόλυτα εξειδικευµένος στην γαλακτοπαραγωγή ή στην λιποπαραγωγή προσφέρεται για συστηµατικές µέτριες οικογενειακές ή µεγάλες επιχειρηµατικές βιοµηχανικές εκτροφές (βοοστάσια) παραγωγής και διακίνησης γάλακτος για βιοµηχανική επεξεργασία. 
Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος της γαλακτοπαραγωγής. Ενδεικτικά κάποιοι απ' αυτούς είναι οι γενετικοί παράγοντες, η ηλικία του πρώτου τοκετού, η κυοφορία, οι κλιματικοί παράγοντες κ.ά. Ή φυλή Χολστάιν κατάγεται από την Ευρώπη. Η κύρια ιστορική εξέλιξή της έλαβε χώρα σε δύο βόρειες περιοχές της σημερινής Ολλανδίας (The Netherlands), τη Βόρεια Ολλανδία (North Holland) και τη Φρισλανδία (Friesland) όπου επιλέγονταν επί αιώνες με στόχο την υψηλή γαλακτοπαραγωγή. Η εξέλιξη της φυλής συνεχίσθηκε στο Νέο Κόσμο, όπου η πρώτη ασπρόμαυρη αγελάδα αφίχθη στη Βοστόνη, περίπου στα 1850, με ένα Ολλανδικό ιστιοφόρο. Ακολούθησαν και άλλες εισαγωγές ζώων από την Ολλανδία αλλά οι παραγωγοί των ΗΠΑ διέκοψαν ήδη από το τέλος του προ-προηγούμενου αιώνα τις μαζικές εισαγωγές, ίδρυσαν Ένωση Παραγωγών με δικό τους γενεαλογικό βιβλίο και επιλέγοντας ζώα με υψηλές αποδόσεις διαμόρφωσαν την δική τους φυλή στην οποία έδωσαν το όνομα Χολστάιν. Σήμερα το όνομα αυτό χρησιμοποιείται σε όλες τις χώρες, παράλληλα όμως χρησιμοποιείται και το όνομα Φρίζιαν ή ασπρόμαυρη (-κόκκινη) φυλή. Οι αγελάδες Χολστάιν αναγνωρίζονται αμέσως από τον χρωματισμό τους που είναι κυρίως ασπρόμαυρος ενώ υπάρχουν και ζώα ασπροκόκκινα, τα οποία μπορούν να προκύψουν ως απόγονοι ασπρόμαυρων εξαιτίας της παρουσίας και στους δύο γονείς ενός υποτελούς γονιδίου που δίνει αυτόν τον χρωματισμό μόνο σε ομοζύγωτη κατάσταση. Στην Ελλάδα ασπροκόκκινες αγελάδες εκτρέφονται μέσα σε αγέλες με ασπρόμαυρα ζώα ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν αγέλες με αποκλειστικά ασπροκόκκινα ζώα, όπου εκτιμώνται για τη μεγαλύτερη γενικά ανθεκτικότητά τους με θυσία όμως των υψηλών αποδόσεων. Η φυλή Χολστάιν κέρδισε την προτίμηση των παραγωγών για την υψηλή της γαλακτοπαραγωγή που είναι, κατά μέσον όρο, ανώτερη από κάθε άλλη φυλή αγελάδων αλλά με σχετικά μικρότερη περιεκτικότητα του γάλακτός της σε λίπος. Μεταξύ των γαλακτοπαραγωγικών φυλών δίνει επίσης ικανοποιητική απόδοση σε κρέας μόσχων και ενήλικων ζώων. 
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδας, οι αγελάδες στη χώρα μας παράγουν κατά μέσον όρο 8.510 χγρ. γάλακτος σε 305 ημέρες. Η περιεκτικότητα σε λίπος, πρωτεΐνη και λακτόζη είναι 3,83%, 3,32% και 4,89% αντίστοιχα και ο μέσος αριθμός σωματικών κυττάρων είναι 396.000. Η ηλικία πρώτου τοκετού είναι 27,6 μήνες (2,3) έτη, η ηλικία απομάκρυνσης 54,6 μήνες (4,6 έτη), ο αριθμός των γαλακτικών περιόδων μέχρι την απομάκρυνση 2,9 έτη, η διάρκεια της παραγωγικής ζωής 27 μήνες (2,3 έτη), το μεσοδιάστημα τοκετών 451 ημέρες και το διάστημα ανοικτών ημερών (από τον τοκετό μέχρι τη σύλληψη) 159 ημέρες. Οι αποδόσεις αυτές είναι απόλυτα συγκρίσιμες με τις αντίστοιχες αποδόσεις κτηνοτροφικά προηγμένων χωρών. Η μέση γαλακτοπαραγωγή του συνολικού πληθυσμού στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι 10.158 χγρ. με 3,64% περιεκτικότητα λίπους και 3,05% πρωτεΐνης ενώ ο αριθμός των γαλακτικών περιόδων μέχρι την απομάκρυνση είναι 2,75. Είναι η πιο διαδεδομένη φυλή στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ν. Αμερική και τη Ν. Αφρική και σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με συνολικό πληθυσμό πολλών δεκάδων εκατομμυρίων. Στην Ελλάδα η φυλή Χολστάιν αριθμεί συνολικό πληθυσμό 203.000 ζώων από τα οποία 150.000 περίπου είναι αρμεγόμενα ενώ τα υπόλοιπα είναι ζώα αντικατάστασης. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Ελληνικού Οργανισμού Γάλακτος (2/2009) υπάρχουν 5.630 αγελαδοτροφικές εκμεταλλεύσεις οι οποίες παρέδωσαν 716.000 τόνους γάλακτος περίπου. Τόσο ο αριθμός των μονάδων όσο και η ποσότητα του παραγόμενου γάλακτος παρουσιάζουν πτωτικές τάσεις. Η φυλή Χολστάιν έχει εισαχθεί στην Ελλάδα ήδη από τη δεκαετία των ‘50, σε μικρούς αριθμούς επειδή τότε δινόταν βάρος σε φυλές μικτών αποδόσεων με γαλακτοπαραγωγική και κρεοπαραγωγική κατεύθυνση, όπως η Σβιτς (Schwyz) και η Σίμενταλ (Simmental). 
Οι αγελάδες Χολστάιν άρχισαν να διαδίδονται με ταχύ ρυθμό, όταν κατά το τέλος της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, εγκαταστάθηκαν αγελαδοτροφικές μονάδες κοντά στα μεγάλα αστικά κέντρα για τη κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού σε γάλα. Τότε έγινε φανερή η υπεροχή της αγελάδας Χολστάιν απέναντι στις άλλες φυλές ως προς τη γαλακτοπαραγωγή της. Η φυλή Jersey. Το νησί Jersey, είναι ο τόπος καταγωγής της ομώνυμης φυλής βοοειδών. Η μικρόσωμη αυτή γαλακτοπαραγωγική φυλή είναι γνωστή από το 1771 για το πλούσιο σε λίπος γάλα της. Στη δημιουργία αυτής της φυλής συμμετείχαν ζώα από Νορμανδία και Βρετάνη. Το 1886 ιδρύεται και το πρώτο γενεαλογικό βιβλίο της φυλής. Τα χαρακτηριστικά αυτού του ζώου είναι πως το ύψος του ακρωμίου (του υψηλότερου σημείου της πλάτης) φτάνουν τα 120cm για τις αγελάδες και τα 135cm για τους ταύρους. Το σωματικό βάρος των θηλυκών ανέρχεται στα 400kg, ενώ των αρσενικών στα 600kg. Η μυική κάλυψη είναι πολύ περιορισμένη. Ο μαστός είναι πολύ αναπτυγμένος και καλής διαπλάσεως ενώ ο χρωματισμός των ζώων είναι καστανός ή ερυθρός. Η απόδοση του γάλακτος ανέρχεται στα 4500kg ανά γαλακτική περίοδο με λιποπεριεκτικότητα 5,5%. Όσο αφορά στα παραγωγικά χαρακτηριστικά της φυλής, η πρώιμη γενετήσια ωριμότητα (δηλαδή η ενήβωση των ταυριδίων γίνεται στην ηλικία των 10-12 μηνών, ενώ ο α’ τοκετός στην ηλικία των 24 μηνών. Τα ζώα αυτά προσαρμόζονται εύκολα σε πληθώρα κλιματικών συνθηκών. Πρόκειται για ζώα ιδανικά για συστήματα εντατικής βόσκησης. Το βάρος γέννησης των μόσχων είναι 15-25kg. Για κάθε kg παραγόμενου λίπους απαιτεί 15% λιγότερα θρεπτικά συστατικά από μια ασπρόμαυρη αγελάδα. Παράγει το περισσότερο γάλα αναλογικά με το βάρος της από οποιαδήποτε άλλη φυλή στον κόσμο.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Φυλές_βοοειδών

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος ΣΤ') : Οι αυτόχθονες φυλές βοοειδών της Ελλάδας και ο Ελληνικός Βούβαλος

Υπάρχουν οι αυτόχθονες φυλές βοοειδών, όπως η Βραχυκερατική, η Κατερίνης, η Συκιάς (με κυριότερη αυτών τη Βραχυκερατική) κι ο Ελληνικός Βούβαλος. Τα ζώα της φυλής αυτής, όπως πιστεύεται, συγγενεύουν με εκείνα της Ιλλυρικής Βραχυκερατικής φυλής, τα οποία ήταν διαδεδομένα παλαιότερα σε όλα τα βαλκανικά κράτη. Ο συνολικός πληθυσμός της φυλής ανέρχεται σε 3.037 ζώα και περιοχές όπου εκτρέφονται είναι η Κεφαλλονιά, η νήσος Πεταλάς και η Αιτ/νία. Τα ζώα αυτά εκτρέφονται στους φτωχούς σε βλάστηση ορεινούς βοσκότοπους της χώρας μας. Οι αγελάδες καθόλη τη διάρκεια του έτους διατηρούνται στους βοσκότοπους και μόνο σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες του χειμώνα προφυλάσσονται σε στάβλους πρόχειρης συνήθως κατασκευής. Οι αγελάδες καλύπτουν τις θρεπτικές ανάγκες κυρίως από την βόσκηση και κατά την διάρκεια των χειμερινών μηνών χορηγούνται συμπυκνωμένες και χονδροειδείς ζωοτροφές. Τα ζώα της Βραχυκερατικής φυλής είναι μικρόσωμα. Το κεφάλι τους είναι μικρό, με κέρατα λεπτά που στρέφονται προς τα μπροστά στεφανοειδώς. Ο τράχηλος μακρύς με μικρή λαμυρίδα. Ο κορμός μάλλον κοντός, το στήθος και ο θώρακας στενά, αβαθή. Η ράχη και η οσφύς στενές. Η λεκάνη στενή επικλινής. Τα άκρα αναλογικά υψηλά. Ο μαστός μικρός και τριχωτός. Η όλη ανάπτυξη των μυϊκών μαζών είναι μάλλον περιορισμένη. Ο χρωματισμός του τριχώματος παραλλάσσει πολύ και μπορεί να είναι: ξανθός, αργυρόφαιος, ορφνός, καστανός, φαιός, ορφνόμαυρος. Ο χρωματισμός του ακρορρινίου, των κεράτων και των χηλών είναι συνήθως μαύρος. Το σώμα τους είναι μικρού μεγέθους. Το σωματικός βάρος των ταύρων είναι 300 Kgr και των αγελάδεων 220 Kgr περίπου. Είναι ζώο βραδείας ανάπτυξης, αλλά ανθεκτικό λιτοδίαιτο, μακρόβιο και υψηλής αναπαραγωγικής ικανότητας. Στο παρελθόν τα ζώα της φυλής αυτής χρησιμοποιούνταν για εργασία. Το ύψος του ακρωμίου στους ταύρους είναι 96-103 εκ. ενά στις αγελάδες 90-100 εκ. Το σωματικό βάρος είναι 300 και 220kg αντίστοιχα. 

Η ετήσια γαλακτοπαραγωγή των αγελάδων υπολογίζεται σε 700 Kg γάλακτος, το οποίο καταναλώνεται από το μοσχάρι κατά τη φυσική γαλουχία που διαρκεί 6 μήνες περίπου. Το σωματικό βάρος των μοσχαριών στη γέννηση είναι 16kg για τα αρσενικά και 14g για τις μοσχίδες. Η ηλικία των μοσχίδων στον πρώτο τοκετό είναι 28 μηνών. Η κρεοπαραγωγική ικανότητα είναι μικρή. Τα ζώα που προορίζονται για σφαγή εκτρέφονται συνήθως μαζί με τα άλλα βοοειδή της αγέλης και τους χορηγείται κατά τους χειμερινούς μήνες συμπληρωματικό σιτηρέσιο. Είναι έτοιμα για σφαγή σε ηλικία 20 μηνών με σωματικό βάρος 160-180 Kg. Η απόδοση σε σφάγιο είναι 45% περίπου. Περιοχές που ενδείκνυνται ως κατάλληλες για εκτροφή είναι η ορεινές περιοχές της χώρας. Φυλή Κατερίνης. Είναι αυτόχθονη φυλή που ανήκει στον τύπο των Ελληνικών Στεππικών φυλών βοοειδών. Περιοχή εκτροφής για τη φυλή Κατερίνης είναι η Θεσσαλία. Ο πληθυσμός των θηλυκών αναπαραγωγής ανέρχεται στα 200 ζώα. Είναι μέσου μεγέθους βοοειδή, με τα ενήλικα αρσενικά να φτάνουν τα 375 Kg και τα ενήλικα θηλυκά τα 280 Kg. Ενώ το ύψος του ακρωμίου τους φτάνει τα 123cm για τα αρσενικά της φυλής και τα 113cm για τα θηλυκά. Φέρουν λυροειδή κέρατα. Φυλή Συκιάς. Είναι αυτόχθονη φυλή που ανήκει στον τύπο των Ελληνικών Στεππικών φυλών βοοειδών. Περιοχή εκτροφής για τη φυλή Συκιάς είναι η Σιθωνία Χαλκιδικής. Είναι μέσου μεγέθους βοοειδή, με τα ενήλικα αρσενικά να φτάνουν τα 375 Kg και τα ενήλικα θηλυκά τα 280 Kg. Ενώ το ύψος του ακρωμίου τους φτάνει τα 123cm για τα αρσενικά της φυλής και τα 113cm για τα θηλυκά. 

Ελληνικός Βούβαλος. Η φυλή ανήκει στον κοινό βούβαλο τύπου Murrah, που προέρχεται απ' τον ασιατικό βούβαλο. Οι περιοχές εκτροφής του είναι η Κεντρική κι η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη. Ο πληθυσμός των θηλυκών αναπαραγωγής του είδους ανέρχεται στα 2.700 ζώα. Η κατάσταση του πληθυσμού είναι απειλούμενη. Το σωματικό τους βάρος κυμαίνεται στα 575 Kg για τα αρσενικά και στα 475 Kg για τα θηλυκά. Ενώ το ύψος του ακρωμιου τους φτάνει τα 140 cm στα αρσενικά και τα 130 cm στα θηλυκά. Η μέση τιμή της γαλακτοπαραγωγής τους ανέρχεται στα 1020 Kg. Ο βούβαλος ως πριν από μερικές δεκαετίες αποτελούσε παραγωγικό ζώο του έλληνα αγρότη και εμπλούτιζε με την παρουσία τους το οικοσύστημα και το τοπίο πολλών υγροτόπων. Μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα οι βούβαλοι ήταν διαδεδομένοι σε όλη τη χώρα. Το σημαντικότερο μέρος του πληθυσμού εκτρέφονταν σε ελώδεις περιοχές της Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50, εκτρέφονταν στις περιοχές αυτές γύρω στα 70.000 με 75.000 ζώα. Φαίνεται ότι υπάρχουν δυνατότητες για τη βελτίωση του πληθυσμού των βουβάλων, καθώς και εκφρασμένο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του τομέα της βουβαλοτροφίας. Το βουβάλι είναι ζώο προσαρμοσμένο στις περιοχές που εκτρέφεται και χαρακτηρίζεται από την παραγωγή υψηλής ποιότητας παραδοσιακών προϊόντων, τα οποία εκτιμώνται από τους καταναλωτές. Ο ελληνικός βούβαλος, που είχε σχεδόν εξαφανιστεί τις περασμένες δεκαετίες, επανήλθε στην ελληνική κτηνοτροφία και με επίκεντρο την περιοχή γύρω από τη λίμνη Κερκίνη έχει δημιουργηθεί μια παραγωγή με προϊόντα κρέατος και γάλακτος που βρίσκει μεγάλη ζήτηση από το καταναλωτικό κοινό πανελλαδικά. Εκτός από τις μονάδες εκτροφής, τα τελευταία χρόνια αρκετές μικρές και μεγαλύτερες επιχειρήσεις ασχολούνται στην Κερκίνη με την επεξεργασία του κρέατος του βούβαλου και παράγουν προϊόντα που διακινούνται σε όλη τη χώρα, μέσα από αλυσίδες σούπερ μάρκετ και delicatessen. Εκτός από το νωπό κρέας, διαθέτουν στην αγορά καβουρμά, μπριζόλα καπνιστή, σαλάμι, λουκάνικα, φιλέτο καπνιστό, κεμπάπ, μπιφτέκι, μπούτι καπνιστό και άλλα αλλαντικά. 

Στη λίμνη Κερκίνη. Μεγαλόσωμος, λιτοδίαιτος παρά το βάρος του, ανθεκτικός ακόμη και στις πιο αντίξοες καιρικές συνθήκες, σκληροτράχηλος και όμως τόσο παραγωγικός, ο βούβαλος αποτελεί μια νέα, δυναμική εκτροφή και έφερε στα χωριά γύρω από τη λίμνη αρκετούς νέους. «Η Κερκίνη θα ήταν φτωχότερη και λιγότερο γνωστή χωρίς τον βούβαλο και εκείνος θα είχε χαθεί χωρίς το ζωτικό του περιβάλλον, δηλαδή το πολύ νερό, τα καλάμια και την άνεσή του», λέει στην «Οικονομία» ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνεταιρισμού Βουβαλοτρόφων, Τρύφωνας Γιαντζίδης. Στην Ελλάδα εκτρέφονται σήμερα περίπου 3.500 βούβαλοι, το 80% αυτών στην περιοχή της λίμνης Κερκίνης, ενώ μικρότεροι πληθυσμοί υπάρχουν στη Βιστωνίδα, στην Απολλωνία Θεσσαλονίκης, στο Δέλτα του Αξιού, στις Πρέσπες και στον Αμβρακικό κόλπο. «Ο ελληνικός βούβαλος έχει μια συναρπαστική όσο και περίεργη ιστορία. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ήταν διαδεδομένος σε όλη τη χώρα, και μάλιστα στο τέλος της δεκαετίας του ’50 εκτρέφονταν στις ελώδεις περιοχές της Θράκης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας γύρω στις 75.000 ζώα. Πριν από 20 χρόνια ωστόσο η βουβαλοτροφία ήταν παντελώς άγνωστη και μόνο 2-3 οικογένειες στην Κερκίνη ασχολούνταν με αυτήν. Σταδιακά άρχισε να γίνεται γνωστή και σήμερα είναι μια δυναμική και πολύ ενδιαφέρουσα εκτροφή, αλλά πρέπει να γίνεται σε συγκεκριμένες περιοχές, γύρω από λίμνες, γι’ αυτό λέμε ότι η Κερκίνη και η Απολλωνία είναι ιδανικό περιβάλλον, καθώς ο σταβλισμένος βούβαλος έχει πολύ υψηλό κόστος», μας αναφέρει ο ομότιμος καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής του ΑΠΘ, Ανδρέας Γεωργούδης, ο άνθρωπος που «ανακάλυψε» τον ελληνικό βούβαλο και θεμελίωσε τη σύγχρονη βουβαλοτροφία εδώ και 25 χρόνια. Η βουβαλοτροφία είναι αρκετά επικερδής εκτροφή, καθώς οι δαπάνες των κτηνοτρόφων είναι κατά μέσο όρο 25% λιγότερες σε σχέση με αυτές των αγελαδοτρόφων, βοοτρόφων και προβατοτρόφων, αφού χρησιμοποιούν σημαντικά μικρότερες ποσότητες ζωοτροφών. Αλλά και οι τιμές που απολαμβάνουν είναι σαφώς καλύτερες από τους υπόλοιπους εκτροφείς ζώων. Eτσι, πουλούν το κρέας βούβαλου (σφάγιο) προς 4,5€/κιλό και στη λιανική οι καταναλωτές το αγοράζουν μέχρι και 18,5€/κιλό, όταν το βοδινό πουλιέται από τους κτηνοτρόφους προς 3,5-4€/κιλό (σφάγιο) και στη λιανική διατίθεται από 7€ μέχρι 11€ το κιλό και τα αμνοερίφια προς 4€/κιλό και στη λιανική μέχρι 9-10€/κιλό. 
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Αυτόχθονες_φυλές_βοοειδών
http://www.onairnews.gr/Η-νέα-δύναμη-στην-ελληνική-κτηνοτροφί-31571

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Ε') : Η γέννησή του μοσχαριου και οι πρώτες φροντίδες

Τα µοσχάρια, αρσενικά ή θηλυκά, αποτελούν σηµαντικό κεφάλαιο για κάθε αγελαδοτροφική εκµετάλλευση, γι’ αυτό και πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα στη στέγαση και διατροφή τους στα πρώτα στάδια της ζωής τους. Παρ’ όλη την ανάπτυξη της αγελαδοτροφίας και τη βελτίωση των συνθηκών διαχείρισης στις µονάδες, εντούτοις το ποσοστό θνησιµότητας των νεαρών µοσχαριών είναι ψηλό (περίπου 7%), που είναι πέραν από τα διεθνώς αποδεκτά επίπεδα. Από την κατάλληλη διαχείριση και τη σωστή επιλογή των µικρών θηλυκών µοσχαριών εξαρτάται η κανονική ανανέωση της αγέλης και η βελτίωση της παραγωγικότητας της µονάδας, αφού υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο σε κανονικές συνθήκες πρέπει να αντικαθίσταται το 15-20% των γαλακτοφόρων αγελάδων. Τα αρσενικά µοσχάρια αποτελούν µια δεύτερη πηγή εισοδήµατος για τη µονάδα, αφού αυτά προορίζονται να διατεθούν σαν µοσχαρίσιο κρέας. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει τη σωστή εκτροφή τους ώστε να αποκτήσουν το σωστό σωµατικό βάρος στα δοσµένα χρονικά πλαίσια των 10-12 µηνών µε παράλληλo στόχο την ποιοτική βελτίωση του παραγόµενου κρέατος. Το μοσχάρι αμέσως μετά την γέννησή του πρέπει να απαλλαγεί από τις βλέννες που υπάρχουν στο στόμα και τα ρουθούνια για να μπορέσει να αναπνεύσει ελεύθερα. Στη συνέχεια και εφόσον κριθεί απαραίτητο καταβάλλεται προσπάθεια διέγερσης της αναπνοής. Αυτό μπορεί να γίνει με ένα άχυρο γαργαλώντας τα ρουθούνια ή τραβώντας την γλώσσα προς τα έξω ή πιέζοντας ρυθμικά τα πλευρά. Καθυστέρηση στην αναπνοή έως 4 λεπτά συνήθως είναι μοιραία για την ζωή του μοσχαριού. Σε περιπτώσεις που ο τοκετός είναι παρατεταμένος, είναι δυνατόν να γίνει απορρόφηση υγρών που πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθούν. Αυτό πετυχαίνεται τεντώνοντας τον τράχηλο σε έκταση και το κεφάλι χαμηλότερα από το σώμα. Πολλές φορές οι κτηνοτρόφοι κρεμούν το μοσχάρι από τα πόδια, αυτό όμως θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν έχουμε γέννα με το μοσχάρι ανάποδα και μόνο για 30’’ έως 50 ’’, σε κάθε άλλη περίπτωση η θέση αυτή όχι μόνο βοηθά αλλά δυσκολεύει την αναπνοή εξαιτίας της πίεσης που ασκούν τα σπλάχνα στο διάφραγμα. 
Μια άλλη δουλειά που πρέπει να γίνει αμέσως μετά τον τοκετό είναι το στέγνωμα του σώματος του μοσχαριού, ώστε να αποκατασταθεί η λειτουργία του κυκλοφορικού συστήματος. Συνήθως οι κτηνοτρόφοι αφήνουν το μοσχάρι κοντά στην μητέρα, που χρησιμοποιώντας την γλώσσα της, το στεγνώνει και το θερμαίνει με το σώμα της. Αν αυτό δεν γίνει, τότε πρέπει ο κτηνοτρόφος να τρίψει το σώμα του μοσχαριού με ύφασμα ή άχυρο και στη συνέχεια να γίνει η περιποίηση του ομφάλιου λώρου. Ο ομφάλιος λώρος αποτελεί στα νεογέννητα μοσχάρια δίοδο από την οποία μπαίνουν στον οργανισμό διάφοροι μικροοργανισμοί που μπορεί να προκαλέσουν στον μόσχο ανεπανόρθωτες μολύνσεις. Αμέσως μετά τον τοκετό, ο ομφάλιος λώρος αποκόπτεται 4 με 5 cm από το μοσχάρι. Στην συνέχεια, με μια αποστειρωμένη γάζα ή βαμβάκι στραγγίζουμε το υπόλειμμα του ομφάλιου λώρου από το αίμα που περιείχε. Το υπόλειμμα του λώρου δίνεται και εμβαπτίζεται σε ιώδιο για να απολυμανθεί. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται και μετά από 3 με 4 μέρες, το υπόλειμμα του λώρου ξεραίνεται και αργότερα πέφτει. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη διατροφή του νεογέννητου µοσχαριού κατά τις πρώτες µέρες της ζωής του. Τη χρονική αυτή περίοδο ο οργανισµός του µοσχαριού δεν διαθέτει µηχανισµούς προστασίας από τα µικρόβια του περιβάλλοντος και το µόνο µέσο που βοηθά τον οργανισµό του νεαρού ζώου να αντιστέκεται κατά των µικροβίων είναι το πρωτόγαλα. Πρωτόγαλα είναι το γάλα που παράγει η αγελάδα τις τρεις πρώτες µέρες της γαλουχίας µετά τον τοκετό και είναι πλούσιο σε βιταµίνη Α, ανόργανα άλατα και αντισώµατα. Παράλληλα, το πρωτόγαλα έχει καθαρτική δράση που είναι αναγκαία για την αποµάκρυνση των ακαθαρσιών από το πεπτικό σύστηµα του νεογνού. Επειδή η απορροφητικότητα των αντισωµάτων του πρωτογάλακτος από το πεπτικό σύστηµα του νεογέννητου µοσχαριού µειώνεται µε την πάροδο του χρόνου από τη γέννηση του, στόχος του αγελαδοτρόφου πρέπει να είναι η παροχή όσο το δυνατό µεγαλύτερης ποσότητας πρωτογάλακτος τις πρώτες 24 µέχρι 48 ώρες της ζωής του. 
Το πρώτο γεύµα προσφέρεται 1-2 ώρες µετά τη γέννηση, ενώ η διατροφή µε πρωτόγαλα πρέπει να συνεχιστεί και τις επόµενες δύο µε τρεις µέρες, µε σταδιακή αντικατάστασή του στη συνέχεια µε κανονικό γάλα αγελάδα ς. Στις περιπτώσεις που το µοσχάρι αποµακρύνεται αµέσως από τη µητέρα του το πρωτόγαλα χορηγείται σ’ αυτό µε τη βοήθεια τεχνητών µέσων. Στο πρώτο γεύµα µπορεί να δοθεί µέχρι και 1 λίτρο πρωτογάλακτος, ενώ στα επόµενα η ποσότητα αυτή µπορεί να αυξηθεί στα 2-2,5 λίτρα. Συνολικά τις τρεις πρώτες µέρες της ζωής του ένα µοσχάρι µπορεί να καταναλώσει µέχρι και 20 λίτρα πρωτόγαλα σε µικρές και συχνές δόσεις. Μετά την τρίτη µέρα και µέχρι τον απογαλακτισµό προσφέρεται κανονικό γάλα αγελάδας. Σηµειώνεται όµως ότι το γάλα αυτό δεν πρέπει να προέρχεται από αγελάδες που πάσχουν από µαστίτιδα, βρουκέλλα ή άλλες ασθένειες . Από τη δεύτερη εβδοµάδα και παράλληλα προς το πλήρες γάλα, χορηγείται τριφυλλοσανός πολύ καλής ποιότητας, µίγµα συµπυκνωµένης τροφής ψηλής πρωτεϊνικής αξίας και άφθονη ποσότητα καθαρού νερού. Τα υποκατάστατα αγελαδινού γάλακτος είναι παρασκευάσµατα τα οποία χρησιµοποιούνται για τη διατροφή των νεαρών µοσχαριών. Έχουν τη µορφή αλεύρου (σκόνης) και η σύνθεσή τους είναι περίπου η ακόλουθη: Αποβουτυρωµένη σκόνη γάλακτος 78-82%, Ζωικό ή φυτικό λίπος 17-20%, Λεκιθίνες από σόγια 1-2%, Μίγµα βιταµινών και ιχνοστοιχείων ιδιαίτερα ενισχυµένο σε βιταµίνη Α και σίδηρο. Ένα καλό υποκατάστατο γάλακτος πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 22% πρωτεΐνη, 17-20% λίπος, 1,45% λυσίνη, 0,90% ασβέστιο και 0,65% φωσφόρο και όχι πέραν του 3,0% κυτταρίνη. Τα υποκατάστατα αγελαδινού γάλακτος χορηγούνται στα µοσχάρια σαν ρόφηµα, από την ηλικία των πέντε ηµερών µέχρι και τον απογαλακτισµό. Για την ετοιµασία του ροφήµατος αραιώνεται µια ποσότητα σκόνης σε ζεστό νερό και το ρόφηµα προσφέρεται στο ζώο σε θερµοκρασία 36–38 o C.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Διαχείριση_και_εκτροφή_νεογέννητων_μοσχαριών

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Δ') : Η φροντίδα και η περιποίηση των νεογέννητων μοσχαριων

Το νεογέννητο µοσχάρι πρέπει να σηµαίνεται το ταχύτερο δυνατό από τη γέννησή του µε ενώτιο (περισσότερες και αναλυτικότερες οδηγίες για τα ενώτια στο σύνδεσμο που ακολουθεί: ενώτιο σήμανσης ) για να είναι εύκολη και γρήγορη η αναγνώριση της καταγωγής του. Η σήµανση γίνεται µε ενώτιο χρώµατος κίτρινου σύµφωνα µε τις πρόνοιες του Γενικού Σχεδίου Σήµανσης Ζώων. (βοοειδή) και στο οποίο είναι τυπωµένος ο αριθµός αναγνώρισης του ζώου. Παράλληλα, θα πρέπει να συµπληρώνονται στο Μητρώο Βοοειδών που διατηρείται στη µονάδα όλα τα στοιχεία που αφορούν το ζώο, όπως η ηµεροµηνία γέννησης, το φύλο, η φυλή και ο κωδικός αναγνώρισης της µητέρας. Η αποκεράτωση των βοοειδών είναι αναγκαία για την αποφυγή τραυµατισµών, τόσο των ιδίων των ζώων κατά τη διακίνησή τους στα υποστατικά της µονάδας, όσο και του προσωπικού. Η αποκεράτωση συστήνεται να γίνεται όταν τα µοσχάρια είναι ηλικίας 2 έως 4 εβδοµάδων και γίνεται µε καυτηρίαση του κεράτινου ιστού, στο σηµείο της κεφαλής των ζώων, από το οποίο εκφύονται τα κέρατα. Η εξασφάλιση κατάλληλων συνθηκών στέγασης στα νεαρά μοσχάρια , μειώνει την πιθανότητα εκδήλωσης αρνητικών επιπτώσεων τόσο στη σωματική τους ανάπτυξη όσο και στην υγεία τους. Τα μοσχάρια μέχρι την ηλικία των 8 εβδομάδων μπορούν να σταβλίζονται είτε σε ατομικά κλουβιά εκτροφής που είναι μόνιμα τοποθετημένα σε ειδικό κτήριο της μονάδας είτε σε μετακινούμενα ατομικά κλουβιά τα οποία τοποθετούνται σε ανοικτό χώρο κοντά στα άλλα υποστατικά της μονάδας. Τα μόνιμα τοποθετημένα σε ειδικό κτήριο ατομικά κλουβιά εκτροφής μοσχαριών αποτελούσαν τρόπο στέγασης που εφαρμοζόταν παλαιότερα αποκλειστικά, σήμερα όμως η μέθοδος αυτή δεν συστήνεται στις νέες μονάδες που δημιουργούνται, λόγω μειονεκτημάτων που παρουσιάζουν έναντι των μετακινούμενων. Τα κλουβιά με το σύστημα αυτό συνήθως κατασκευάζονται σε σειρές των 4,5 ή 6 κλουβιών, είναι μόνιμα τοποθετημένα σε ειδικό κτήριο της μονάδας και είναι μεταλλικές κατασκευές. Χωρίζονται μεταξύ τους με ξύλινα διαχωριστικά για να αποφεύγεται η άμεση επαφή μεταξύ των μικρών μοσχαριών και η μετάδοση ασθενειών. 
Το δάπεδό τους είναι ξύλινη σχάρα, υπερυψωμένη κατά 50-60 εκατ. από το δάπεδο του χώρου στο οποίο είναι τοποθετημένα. Οι διαστάσεις των κλουβιών αυτών είναι περίπου οι ακόλουθες: μήκος 170 εκ., πλάτος 120 εκ., ύψος 100 εκ. Ο χώρος μέσα στον οποίο διακινούνται πρέπει να διατηρείται καθαρός, να απολυμαίνεται τακτικά και να έχει καλό αερισμό, χωρίς όμως να δημιουργούνται ρεύματα αέρα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν πνευμονία στα μοσχάρια. Τα μετακινούμενα ατομικά κλουβιά εκτροφής μοσχαριών σε ανοικτό-ακάλυπτο χώρο αποτελούν μια νέα μέθοδο εκτροφής που εφαρμόζεται με πολλή επιτυχία αφού οι κλιματολογικές συνθήκες της χώρας μας είνα ιδιαίτερα ευνοϊκές για τέτοιας μορφής σταβλισμό. Η κατασκευή αποτελείται από δύο μέρη, το καλυμμένο τμήμα που κατασκευάζεται από γαλβανιζέ λαμαρίνα ή υαλοβάμβακα και το προαύλιο που σχηματίζεται με μεταλλική περίφραξη μπροστά στην είσοδο του καλυμμένου τμήματος. Σε πολλές περιπτώσεις η οροφή του καλυμμένου τμήματος ανυψώνεται περιστασιακά, ιδιαίτερα σε μέρες με πολύ ψηλές θερμοκρασίες, τεχνική η οποία δίνει ευεργετικά αποτελέσματα στη διαβίωση του μικρού μοσχαριού. Οι διαστάσεις των κλουβιών αυτών είναι περίπου οι ακόλουθες: Καλυμμένο τμήμα: μήκος 120 εκατ., πλάτος 90 εκατ., ύψος 120 εκατοστόμετρα. Περίφραξη: μήκος 120 εκατ., πλάτος 90 εκατ., ύψος 100 εκατοστόμετα. Με τη συμπλήρωση της χρονικής διάρκειας παραμονής του μοσχαριού, το κλουβί πρέπει να μετακινείται σε άλλο χώρο και το σημείο εκείνο να απολυμαίνεται. Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που προκύπτουν κατά την εκτροφή των νεαρών μοσχαριών είναι οι απώλειες λόγω ασθενειών του πεπτικού και του αναπνευστικού συστήματος. Η εφαρμογή μέτρων σωστής διαχείρισης και κατάλληλης διατροφής, αλλά κυρίως η φροντίδα για την επικράτηση συνθηκών υγιεινής και καθαριότητας στους χώρους εκτροφής ελαχιστοποιούν το ποσοστό θνησιμότητας και την ανάγκη κτηνιατρικών παρεμβάσεων. Η πιο σημαντική ασθένεια του πεπτικού συστήματος είναι οι διάρροιες που οφείλονται σε δυσεντερίες μολυσματικής φύσης (κολιβακίλλους) ή σε εντερίτιδες, ενώ του αναπνευστικού συστήματος είναι οι πνευμονίες που προκαλούνται από ψυχρά ρεύματα αέρα, υγρασία και από απότομες αλλαγές της θερμοκρασίας. Και οι δύο μορφές των ασθενειών αυτών απαιτούν άμεση κτηνιατρική επέμβαση προκειμένου να μειωθούν τα ποσοστά θνησιμότητας. Ιδανικό χρονικό διάστημα ξηράς περιόδου 60 ημέρες (2 μήνες). 
Η αγελάδα, λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία του αναμενόμενου τοκετού, οδηγείται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του βουστασίου, δηλαδή στο κελί τοκετού. Αυτό για την καλύτερη παρακολούθησή της, κατά τον τοκετό αλλά και για να διασφαλιστεί σε αυτή και το νεογέννητο, ήσυχο, ασφαλές, καθαρό και υγιεινό περιβάλλον. Το κελί τοκετού έχει προηγουμένως απολυμανθεί και στρωθεί με καθαρή και παχιά στρωμνή. Πριν την είσοδό της στην αίθουσα τοκετού απαραίτητες εργασίες είναι: το πλύσιμο των ποδιών, του μαστού και των εξωτερικών γεννητικών οργάνων. Οι θρεπτικές ανάγκες των αγελάδων που βρίσκονται στην ξηρά περίοδο είναι μικρές και μπορούν α καλυφθούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τις χονδροειδείς ζωοτροφές του σιτηρεσίου. Ο κίνδυνος εκδήλωσης προβλημάτων στην υγεία και στην παραγωγική ικανότητα της αγελάδας (μαστίτιδες, οιδήματα μαστών και κατ' επέκταση παραγωγή μη καλής σύνθεσης πρωτογάλακτος) είναι μεγαλύτερος από την κατανάλωση σιτηρεσίου που είναι πλεονασματικό ή μη ισόρροπο σε θρεπτικές ουσίες. Τέλος απαραίτητη είναι η χρήση εμβολίων : 1. Σε εκτροφές που έχουν προβλήματα διαρροιών, 2. Σε εκτροφές που αγοράζουν ή θα αγοράσουν ζώα από το εσωτερικό ή το εξωτερικό, 3. Σε μοσχίδες και αγελάδες που πρωτοεισέρχονται στην εκτροφή και δεν ανέπτυξαν αντισώματα κατά των μικροβίων που ενδημούν στη μονάδα. Απαραίτητη είναι η χρήση εμβολίων κατά : Rota virus, Corona virus, E. coli. Οι εμβολιασμοί γίνονται στις έγκυες αγελάδες και μοσχίδες στην αρχή της ξηράς περιόδου ανάλογα με τις οδηγίες του εμβολίου. Επίσης στις έγκυες αγελάδες και μοσχίδες γίνονται και άλλα εμβόλια όπως μαστίτιδας, ποδοδερματίτιδας κ.λπ.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Διαχείριση_και_εκτροφή_νεογέννητων_μοσχαριών

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Γ') : Η ανάπαραγωγή της αγελάδας και η φροντίδα του μοσχαριου

Αγελάδα, μέτρα για την εξασφάλιση της επιβίωσης και της υγείας. Μέτρα για την εξασφάλιση της επιβίωσης και της υγείας 1. Προετοιμασία της μητέρας στην Ξηρά Περίοδο. Διάρκεια ξηράς περιόδου τουλάχιστον 45 ημέρες. Ιδανικό χρονικό διάστημα ξηράς περιόδου 60 ημέρες (2 μήνες). Η αγελάδα, λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία του αναμενόμενου τοκετού, οδηγείται σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του βουστασίου, δηλαδή στο κελί τοκετού. Αυτό για την καλύτερη παρακολούθησή της, κατά τον τοκετό αλλά και για να διασφαλιστεί σε αυτή και το νεογέννητο, ήσυχο, ασφαλές, καθαρό και υγιεινό περιβάλλον. Το κελί τοκετού έχει προηγουμένως απολυμανθεί και στρωθεί με καθαρή και παχιά στρωμνή. Πριν την είσοδό της στην αίθουσα τοκετού απαραίτητες εργασίες είναι : το πλύσιμο των ποδιών, του μαστού και των εξωτερικών γεννητικών οργάνων. Οι θρεπτικές ανάγκες των αγελάδων που βρίσκονται στην ξηρά περίοδο είναι μικρές και μπορούν να καλυφθούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τις χονδροειδείς ζωοτροφές του σιτηρεσίου. Ο κίνδυνος εκδήλωσης προβλημάτων στην υγεία και στην παραγωγική ικανότητα της αγελάδας (μαστίτιδες, οιδήματα μαστών και κατ ' επέκταση παραγωγή μη καλής σύνθεσης πρωτογάλακτος) είναι μεγαλύτερος από την κατανάλωση σιτηρεσίου που είναι πλεονασματικό ή μη ισόρροπο σε θρεπτικές ουσίες. Τέλος απαραίτητη είναι η χρήση εμβολίων : Α. Σε εκτροφές που έχουν προβλήματα διαρροιών. Β. Σε εκτροφές που αγοράζουν ή θα αγοράσουν ζώα από το εσωτερικό ή το εξωτερικό. Γ. Σε μοσχίδες και αγελάδες που πρωτοεισέρχονται στην εκτροφή και δεν ανέπτυξαν αντισώματα κατά των μικροβίων που ενδημούν στη μονάδα. 2. Εμβόλια. Απαραίτητη είναι η χρήση εμβολίων κατά : Α. Rota virus, Β. Corona virus, Γ. E. coli. Οι εμβολιασμοί γίνονται στις έγκυες αγελάδες και μοσχίδες στην αρχή της ξηράς περιόδου ανάλογα με τις οδηγίες του εμβολίου. Επίσης στις έγκυες αγελάδες και μοσχίδες γίνονται και άλλα εμβόλια όπως μαστίτιδας, ποδοδερματίτιδας κ . λ .π. 3. Τοκετός. Α. Περιποίηση - Έλεγχος νεογεννήτων. 
Η αγελάδα αμέσως μετά τον τοκετό, αρχίζει να γλύφει το μοσχάρι. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το στέγνωμα του τριχώματος του και την τόνωση του αναπνευστικού και κυκλοφορικού συστήματός του. Στην περίπτωση που η αγελάδα αδιαφορεί για την περιποίηση του μοσχαριού, θα πρέπει ο εκτροφέας να αναλάβει να καθαρίσει τα ρουθούνια του νεογέννητου και να κάνει εντριβή σε όλο το σώμα με ξηρό άχυρο ή στεγνό ύφασμα. Στην περίπτωση που υπάρχει υπόνοια αναρρόφησης εμβρυϊκών υγρών, θα πρέπει ένα άτομο να σηκώνει το μοσχάρι από τα οπίσθια άκρα του και ένα άλλο να πιέζει ρυθμικά το θώρακά του. Έτσι θα βγούνε τα εμβρυϊκά υγρά και η βλέννα που έχουν αναρροφηθεί και θα ελευθερωθεί η αναπνευστική οδός του. Για την πρόληψη μόλυνσης του νεογέννητου, είναι απαραίτητη η φροντίδα του ομφάλιου λώρου (δέσιμο και απολύμανση με βάμμα ιωδίου ή άλλο απολυμαντικό). Απαραίτητη είναι η ρύθμιση της θερμοκρασίας και η προστασία από τα ρεύματα αέρα. Απαιτείται επίσης καλός εξαερισμός για αποφυγή της αμμωνίας, η οποία και αποτελεί τον κυριότερο προδιαθετικό παράγοντα για την εκδήλωση πνευμονιών και την εξασθένηση της άμυνας του μοσχαριού. Τέλος απαιτείται έλεγχος του σώματος του μοσχαριού για την ύπαρξη τυχόν ανατομικών προβλημάτων, που είναι δυνατόν να αφορούν το στόμα, τον ομφαλό (ομφαλοκήλη), τον μαστό (παρουσία ψευδοθηλών) και του κόλπου (γέννηση διζύγωτων διδύμων - Freemartin). Β. Ενσταβλισμός των μόσχων. Ο ενσταβλισμός των μόσχων πρέπει να γίνεται : Ατομικά κλουβιά κινητά (άριστα). Ατομικά κλουβιά μη μετακινούμενα. Box (περιορισμένος αριθμός ζώων). Ο σταβλισμός των μοσχαριών σε ατομικά κλουβιά ή Box θεωρείται το καλύτερο σύστημα. Αυτό γιατί, τα μοσχάρια διατηρούνται καθαρά, ενώ ελέγχονται σχετικά εύκολα, η υγιεινή κατάστασή τους καθώς και η ποσότητα ροφήματος και ζωοτροφών που καταναλώνουν. Ακόμη διευκολύνεται και μειώνεται η ανθρώπινη εργασία. 4. Πρωτόγαλα Α. Σημασία - ΧορήγησηΤο μοσχάρι χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τις πρώτες 4 ημέρες της ζωής του. Αυτό γιατί, ο οργανισμός του είναι απροστάτευτος στα πάσης φύσεως μικρόβια που υπάρχουν στο στάβλο. Το μόνο μέσο προστασίας του νεογέννητου είναι το πρωτόγαλα, το οποίο είναι πλούσιο σε ανοσοσφαιρίνες Γ, βιταμίνη Α και άλλες ουσίες και το οποίο παρέχει παθητική ανοσία στο νεογέννητο. 
Το πρωτόγαλα έχει υψηλότερη συγκέντρωση αντισωμάτων τις πρώτες ώρες μετά τον τοκετό. Επίσης η απορρόφηση των ανοσοσφαιρινών από το έντερο του μοσχαριού είναι άμεση μόνο τις πρώτες 36 ώρες της ζωής του χωρίς να αλλοιωθούν. Απαιτείται λοιπόν η άμεση χορήγηση ποσότητας πρωτογάλατος περίπου ίση με το 10% του σωματικού βάρους του μοσχαριού τις πρώτες 12 ώρες της ζωής του. Ποιοτικά το πρωτόγαλα είναι ακατάλληλο λόγω : Μειωμένης ποσότητας ανοσοσφαιρινών ή αναντιστοιχείας με τα μικρόβια που δρουν στο στάβλο. Μικρής διάρκειας Ξηράς Περιόδου.Αρμεγμα πριν τον τοκετό. Μαστίτιδα συγχρόνως με τον τοκετό. Μοσχίδες ή αγελάδες νεοεισαγόμενες στο στάβλο. Υπερβολικό οίδημα με αποτέλεσμα να τρέχει το γάλα προ του τοκετού (calongan). Αιμορραγικό πρωτόγαλα (ρήξη αγγείων). Η ύπαρξη ακατάλληλου ποιοτικά πρωτογάλατος αντιμετωπίζεται με : Εφεδρικό πρωτόγαλα από την άρμεξη άλλης υγιούς ενήλικης αγελάδας. Η αποθήκευση του πρωτογάλατος πρέπει να γίνεται σε καθαρά και απολυμασμένα πλαστικά δοχεία. Το πρωτόγαλα διατηρείται σε ψύξη μέχρι και 7 ημέρες, ενώ στην κατάψυξη μέχρι και 6 μήνες. Η απόψυξη συντηρημένου πρωτογάλατος γίνεται όχι με βρασμό αλλά με ξεπάγωμα σε κουβά με ζεστό νερό. Το πρωτόγαλα τέλος πρέπει να δίνεται πάντα ζεστό για να μην προκαλέσει διάρροιες. Β. Διατροφή με υποκατάστατο γάλακτος (σκόνη) - Διατροφή με μητρικό γάλα (συμπληρώματα) Τι θέλει το μοσχάρι σας από αυτά : Σταθερότητα της διατροφής (θερμοκρασία - πυκνότητα - διαλυτότητα). Ποιότητα και βιολογική αξία του γάλακτος : πρωτείνες, λίπη, υδατάνθρακες, φυτικές ίνες, αντιβιοτικά, βιταμίνες, αμινοξέα. Έλεγχος (χρώμα, σύσταση, οσμή, γεύση). Παράδειγμα διατροφής ως τον απογαλακτισμό : Σκόνη γάλα. Τριφύλλι ξερό καλής ποιότητας κατά βούληση. Φύραμα 1 ,5 κιλό (σόγια 50% , καλαμπόκι 50% , σκόνη γάλα) από την 14η ημέρα της ζωής του. Απαγορεύεται η χορήγηση νερού μισή ώρα πριν και μισή ώρα μετά την χορήγηση του γάλακτος. Διάρροια. Α. Αίτια Παθολογικοί παράγοντες:. E. coli (1η - 5η ημέρα) : το αντιγόνο Κ 99 επιτρέπει στην E. coli να προσκολλάται στο λεπτό έντερο του μόσχου και εκεί να πολλαπλασιάζεται ταχύτατα, παράγοντας τοξίνες που προκαλούν διάρροια, κατά κανόνα τις πρώτες ημέρες τις ζωής του ζώου. Rota virus (7 η - 15η ημέρα), Corona virus (7η - 15η ημέρα) Salmonella spp. (30η - 60η ημέρα), Cryptosporidia spp. (15η - 35η ημέρα), Eimeria > 3 η εβδομάδα. 
Η διάρροια των μόσχων είναι ένα σύμπλεγμα νόσων στο οποίο εμπλέκονται ο ροταϊός, ο κορωναϊός και η E. coli, που αποτελούν τους τρεις σημαντικότερους αιτιολογικούς παράγοντες στους νεογέννητους μόσχους στις πρώτες εβδομάδες της ζωής τους. Συχνά όμως παρατηρούνται και μικτές λοιμώξεις με Salmonella spp ., Cryptosporidia spp. και Eimeria. Διατροφικοί παράγοντες (διαχείριση - φροντίδα): Μη άμεση χορήγηση πρωτογάλατος, Υπερκατανάλωση γάλατος, Κακή ποιότητα σκόνης γάλατος (σύνθεση ή αποθήκευση), Ασταθής ποιότητα μητρικού γάλατος (tonival), Αλλαγές στη διατροφή (εναλλαγή μητρικού - σκόνης γάλατος, αλλαγή σκόνης γάλατος), Ακάθαρτα σκεύη, Προσωπικό - γνώσεις, Μέγεθος κοπαδιού. Ενσταυλισμός, Εποχή έτους. Β. Τρόπος διατροφής κατά τη διάρκεια της διάρροιας. Διακόπτουμε τη χορήγηση γάλατος, εφ ' όσον η θρεπτική κατάσταση του μοσχαριού είναι καλή και υπάρχει προστασία από το ψύχος του χειμώνα ή τον καύσωνα του καλοκαιριού για 12 - 36 ώρες. Κατά το διάστημα αυτό η ενυδάτωση του μοσχαριού γίνεται με αραιό γάλα, τσάι, ρυζόνερο κ.λ.π. ή χορήγηση ηλεκτρολυτών (serhydral, diaproof- k κ.λ.π.). Γ. Θεραπεία Αντιμετώπιση της αφυδάτωσης (πρώτες ενέργειες):Προσδιορισμός του βαθμού αφυδάτωσης τεστ αφυδάτωσης. Χορήγηση ηλεκτρολυτών από το στόμα - ενδοφλέβια. Προσθήκη αλατιού, σόδας (όχι ζάχαρη). Φαρμακευτική αγωγή : Χορήγηση έτοιμων αντισωμάτων (Sercol, Gammaserin). Θεραπευτικά σχήματα, Διάρκεια θεραπείας. Δ. ΠΡΟΛΗΨΗ Ενεργητική ανοσοποίηση έγκυων αγελάδων και μοσχίδων με εμβολιασμό (Rotavec Corona), ώστε να αποκτήσουν αντισώματα κατά του αντιγόνου Κ 99 της E. coli, του ροταϊού και του κορωναϊού. Διάρκεια ξηράς περιόδου 60 ημερών. Τοκετός - Φροντίδα ομφάλιου λώρου. Αμεση χορήγηση πρωτογάλατος. Προσοχή στην αλλαγή από πρωτόγαλα σε μητρικό γάλα ή σκόνη γάλατος. Αμεση ενέργεια με την πρώτη εμφάνιση συμπτωμάτων διάρροιας (υδαρή κόπρανα, αλλαγή στο χρώμα, στην οσμή κ.λ.π .).
Πηγή : http: // www. agroktinotrofiki.gr/

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Β') : Η γαλακτοπαραγωγή των αγελάδων στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Οι αγελάδες γαλακτοπαραγωγής ανέρχονται περίπου σε 252 εκατομμύρια ζώα παγκόσμια, σε 39 εκατομμύρια στην Ευρώπη, σε 24 εκατομμύρια στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 χωρών και μόλις 213 χιλιάδες στην Ελλάδα (FAO, 2011). Η ετήσια παραγωγή αγελαδινού γάλακτος ανέρχεται περίπου σε 583 εκατομμύρια τόνους παγκόσμια, σε 208 εκατομμύρια τόνους στην Ευρώπη κατατάσσοντάς την στην πρώτη θέση παγκοσμίως (ποσοστό 35% της παγκόσμιας παραγωγής), σε 147 εκατομμύρια τόνους στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 χωρών (ποσοστό 25% της παγκόσμιας παραγωγής) και μόλις 790 χιλιάδες τόνους στην Ελλάδα (ποσοστό 0,14% της παγκόσμιας παραγωγής) (FAO, 2011). Παγκόσμια, σε επίπεδο χώρας, πρώτη σε παραγωγή αγελαδινού γάλακτος είναι οι ΗΠΑ ακολουθούμενη από την Ινδία και την Κίνα. Ακολουθούν Ρωσία, Βραζιλία, Γερμανία, Γαλλία, Νέα Ζηλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Πολωνία, Ιταλία και άλλες χώρες με μικρότερες παραγωγές. Η απόδοση των ζώων ανέρχεται περίπου σε 2.300 λίτρα/έτος παγκόσμια, σε 5.200 λίτρα/έτος στην Ευρώπη, σε 6.100 λίτρα/έτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 χωρών και μόλις 3.700 λίτρα/έτος στην Ελλάδα (FAO, 2011). Η ετήσια παραγωγή βουβαλίσιου γάλακτος παγκόσμια ανέρχεται σε 92 εκατομμύρια τόνους και οι χώρες με τη μεγαλύτερη παραγωγή είναι: η Ινδία (68%), το Πακιστάν (23,5%), η Κίνα (3,7%), η Αίγυπτος (2,9%), το Νεπάλ (1,1%) και άλλες χώρες με μικρότερα ποσοστά. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος κατέχει σημαντικό ποσοστό της αξίας της αγροτικής παραγωγής, περίπου το 13% και διαφέρει μεταξύ των κρατών-μελών, τείνοντας να είναι υψηλότερη στη Βόρεια Ευρώπη (περίπου 85% της συνολικής παραγωγής) και χαμηλότερη στις Μεσογειακές χώρες (κάτω από 8% για κάθε κράτος μέλος). Έτσι, η Γερμανία παράγει περίπου το 20% του συνολικά παραγόμενου αγελαδινού γάλακτος στην ΕΕ, η Γαλία το 17%, το Ηνωμένο Βασίλειο το 10%, η Ιταλία το 7,5%, οι Κάτω Χώρες το 7%, η Ισπανία το 4% και η Ελλάδα μόλις το 0,5% (Eurostat, 2011). 

Το 2016 στις Βρυξέλλες, οι υπουργοί Γεωργίας της ΕΕ, αποφάσιζαν μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης των αγορών. Η συνοχή του κλάδου της αγελαδοτροφίας απειλείται. Η κατάργηση της ποσόστωσης του αγελαδινού γάλακτος πριν μερικούς μήνες, η απώλεια της ρωσικής αγοράς, λόγω του εμπάργκο, και της κινεζικής, λόγω της κρίσης, η έλλειψη χρηματοπιστωτικής ρευστότητας, η αύξηση του κόστους παραγωγής, όλα αυτά θυμίζουν την εποχή της μεγάλης γαλακτοκομικής κρίσης της δεκαετίας του ‘80. Μεγάλες ποσότητες γαλακτοκομικών παραμένουν αδιάθετες, μειώνοντας σημαντικά τις τιμές παραγωγού. Από τον Φεβρουάριο του 2014 έως τον Φεβρουάριο του 2016, οι μέσες τιμές που εισέπραξε ο Ευρωπαίος αγελαδοτρόφος μειώθηκαν από τα 40,2 λεπτά στα 29,5 το κιλό ή κατά 26% περίπου. Σε μια περίοδο 2011 που η ζήτηση για αγελαδινό γάλα στην Ευρώπη συνεχώς μεγαλώνει, οι τιμές παραγωγού στις χώρες - μέλη της Ε.Ε. δείχνουν να βελτιώνονται και στην Ελλάδα, η παραγωγή αγελαδινού κινείται αρκετά πιο κάτω (650.000 τόνοι) από την ποσόστωση (850.000 τόνοι) που εξασφαλίζει ο κοινοτικός κανονισμός. Αρκεί να αναφερθεί ότι με τη φθίνουσα πορεία που ακολουθούν οι εκμεταλλεύσεις, σε λίγο καιρό η εγχώρια παραγωγή αγελαδινού γάλακτος θα καλύπτει μόλις το 50% των αναγκών της εγχώριας κατανάλωσης (1.300.000 τόνοι). Ήδη, κάποια σημάδια είναι ορατά στον ορίζοντα, αν ληφθεί υπόψιν ότι το τελευταίο διάστημα οι γαλακτοβιομηχανίες δυσκολεύονται να βρουν και να εισάγουν από τη Βόρεια Ευρώπη το γνωστό γάλα σε σκόνη, με το οποίο «συμπληρώνουν» τη συνταγή παραγωγής όχι μόνο σκληρών τυριών αλλά και άλλων γαλακτοκομικών όπως γιαούρτι και επιδόρπια. «Η περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες θα επηρεάζει στο μέλλον την τιμή του γάλακτος», υπογράμμισε ο επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Ζωικής Παραγωγής, του Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης Δημήτριος Χατζηπλής, ο οποίος ανέλυσε τις διαφορές που υπάρχουν στα κριτήρια τιμολόγησης του γάλακτος στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη. Σε ό,τι αφορά τις συμβατικές σχέσεις παραγωγού - μεταποιητικής βιομηχανίας/βιοτεχνίας παρουσίασε τι ισχύει στην Ελλάδα, τη Γερμανία και τις ΗΠΑ. 

Όπως είπε, στην Ελλάδα υπάρχουν προφορικές συμφωνίες (συμβατικές μόνο όσον αφορά προκαταβολές παράδοσης), ενώ στη Γερμανία υπάρχουν: πολυετή συμβόλαια (συνεταιρισμοί με εργοστάσια μεταποίησης), μικρής χρονικής διάρκειας συμβόλαια (ιδιωτικά εργοστάσια με συνεταιρισμούς), τιμές αναφοράς (με παραγωγούς) Στις ΗΠΑ υπάρχουν μικρής χρονικής διάρκειας συμβόλαια τα οποία είναι ανεξάρτητα διαπραγματεύσιμα. Αμέσως μετά, ο κ. Χατζηπλής παρουσίασε στοιχεία έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 2009 στη Γερμανία και αφορούσε τα συμβόλαια μεταξύ των παραγωγών και των μεταποιητών. Είναι χαρακτηριστικό πως το 58% των Γερμανών κτηνοτρόφων θέλουν συμβόλαιο διάρκειας 12 έως 24 μηνών και θεωρούν ότι η περίοδος ακύρωσης του συμβολαίου θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί. Επίσης, η πλειονότητα θεωρεί ότι τα συμβόλαια θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν και θέματα ποιότητας γάλακτος. Συμβόλαιο Α: Εξάμηνης διάρκειας με τιμές και ποσότητες προς παράδοση καθορισμένες. Όταν οι παραδοθείσες ποσότητες ξεπερνούν τις συμφωνημένες, υπάρχει πρόστιμο. Συμβόλαιο Β: Διετούς διάρκειας συμβόλαιο κατά το οποίο, δεν υπάρχουν περιορισμοί στην ποσότητα, αλλά οι αγρότες θα πρέπει να προγραμματίζουν την παραγωγή για έξι μήνες. Η τιμή βασίζεται σε μία τιμή αναφοράς συν επιπλέον μπόνους. Συμβόλαιο Γ: Διετούς διάρκειας συμβόλαιο, κατά το οποίο οι παραδοθείσεις ποσότητες είναι καθορισμένες και υπάρχουν πρόστιμα όταν οι παραδόσεις είναι μεγαλύτερες από τις συμφωνημένες. Η τιμή προσδιορίζεται με βάση την τιμή αναφοράς συν το μπόνους. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι ποσότητες είναι καθορισμένες, το μπόνους είναι υψηλότερο από το συμβόλαιο Β. Συμβόλαιο Δ: Πενταετούς διάρκειας συμβόλαιο με κλασικό συνεταιριστικό- μηχανισμό καθορισμού τιμής. Οι παραδοθείσες ποσότητες δεν περιορίζονται, ωστόσο, οι αγρότες θα πρέπει να να προγραμματίζουν την παραγωγή για έξι μήνες.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Εκτροφή_βοοειδών
http://www.agronews.gr/business/fakeloi/arthro/64375/
http://www.ypaithros.gr/βιομηχανίες-αφανισμό-αγελαδοτρόφους/

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Α') : Η σύγχρονη φροντίδα των βοοειδών στην Ελλάδα

Η κτηνοτροφία είναι µία από τις πιο παλιές δραστηριότητες του ανθρώπου, στην προσπάθειά του να εξασφαλίζει την απαραίτητη ποσότητα τροφής. Βοοτροφία ορίζεται ο κλάδος της Κτηνοτροφίας ο οποίος έχει ως αντικείµενο την εκτροφή κυρίως των βοοειδών και βουβαλιών για την παραγωγή γάλακτος, κρέατος και δέρµατος. Η έντονη ελλειµµατικότητα που παρουσιάζει η χώρα µας σε προϊόντα του κλάδου της βοοτροφίας και τα τεράστια ποσά που ξοδεύουµε για την εισαγωγή τους, της προσδίδουν ιδιαίτερη σηµασία για την εθνική µας οικονοµία. Ο κλάδος της βοοτροφίας παράγει, κατά βάση, κρέας και γάλα, ενώ ήσσονος σημασίας προϊόντα θεωρούνται το δέρμα, η κόπρος κ.λπ. Τα διατηρούμενα στον κόσμο βοοειδή (αγελάδες, ταύροι, δαμάλες, μόσχοι, μοσχίδες), διαφοροποιούνται, σύμφωνα με τις παραγωγικές τους ιδιότητες, σε κατεύθυνση γαλακτοπαραγωγική, κρεοπαραγωγική ή μικτή (για κρέας και γάλα). Στην Ελλάδα εκτρέφονται περίπου 730.000 βοοειδή , εκ των οποίων τα 200.000 περίπου είναι γαλακτοπαραγωγής, τα 430.000 είναι κρεοπαραγωγής και υπόλοιπα 100.000 είναι μικτής παραγωγής. Από αυτά παράγονται περίπου 700.000 τόνοι αγελαδινού γάλακτος και 65.000 τόνοι βόειου-μοσχαρίσιου κρέατος. Η πλειονότητα του ζωικού κεφαλαίου αποτελείται από εγχώριες βελτιωμένες αγελάδες σε ποσοστό 64% του συνόλου των αμελγόμενων αγελάδων, το 27% του συνόλου είναι γενετικά βελτιωμένες, προέλευσης από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και σε μόλις 9% του συνόλου είναι εγχώριες αβελτίωτες (ΥΠΑΑΤ 2009). Όσον αφορά στον κλάδο της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας, κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ταχεία αύξηση του μεγέθους των μονάδων και η αντίστοιχη μείωση του αριθμού των παραγωγών. Ο αριθμός των αγελαδοτρόφων το 1989 ανερχόταν περίπου στις 55.000, το 1999 μειώθηκε στις 12.000 περίπου ενώ το 2011 δεν υπερβαίνει τους 5.000 παραγωγούς. Αν και ο βόειος πληθυσμός παρουσίασε σημαντική πτώση για πολλά χρόνια, η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος αυξήθηκε σημαντικά γεγονός που οφείλεται στην αύξηση της μέσης απόδοσης γάλακτος των αγελάδων. 
Παρόλα αυτά η μέση απόδοση γάλακτος ανά αγελάδα στη χώρα μας εξακολουθεί να παραμένει σχετικά χαμηλή σε σχέση με το μέσο όρο της Ε.Ε. (6.100 λίτρα/έτος) (ΥΠΑΑΤ, 2007, FAO 2011). Στη βοοτροφία όσον αφορά στον ελληνικό χώρο οι τύποι εκτροφής διακρίνονται σε: εκτροφές των ορεινών περιοχών, εκτροφές των ημιορεινών και λοφοειδών περιοχών και εκτροφές των πεδινών περιοχών. Οι μέθοδοι σταβλισμού διακρίνονται σε: περιορισμένο σταβλισμό, ελεύθερο σταβλισμό και ημιελεύθερο σταβλισμό. Με τον όρο κτηνοτροφική εγκατάσταση νοείται το σύνολο των απαραίτητων υποδομών για την εκτροφή οποιουδήποτε είδους ζώου. Η αδειοδότηση και λειτουργία των κτηνοτροφικών εγκαταστάεων διέπεται πλέον από τις διατάξεις του νόμου 4056/2012 . Τα βοοειδή έχουν ανάγκη χώρων, στους οποίους να μπορούν να τρέφονται, να κινούνται, να γεννούν, να αναπτύσσονται και να αρμέγονται, προφυλαγμένα από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Οι χώροι αυτοί αποτελούν τους στάβλους. Οι στάβλοι μαζί με τους βοηθητικούς τους χώρους, καθώς και τις αποθήκες και τα παρασκευαστήρια ζωοτροφών, απαρτίζουν το βουστάσιο. Οι στάβλοι πρέπει να διασφαλίζουν στα ζώα άνετη, ήσυχη, ασφαλή και υγιεινή διαβίωση, καθώς και εύκολη και γρήγορη μετακίνηση. Η χωροθέτηση των στάβλων και των αποθηκών, καθώς και η διαρρύθιση των εσωτερικών χώρων των στάβλων, πρέπει να είναι τέτοια που να διευκολύνει και να μειώνει την ανθρώπινη εργασία, έτσι ώστε να αυξάνεται η παραγωγικότητά της. Τα βοοειδή είναι μηρυκαστικά. Όπως όλα τα ζώα χρειάζονται δύο βασικές πηγές τροφίμων: 1. Ενεργειακές και 2. Αζωτούχες. Με τα διάφορα αυτά είδη τροφίμων ρυθμίζουν τη θερμοκρασία τους, περπατούν, διαμορφώνουν το μυϊκό τους σύστημα και εξασφαλίζουν το μεταβολισμό τους. Η διατροφή διαδραματίζει επομένως μείζονα ρόλο στις επιδόσεις παραγωγής (κρέατος ή γάλακτος) και αναπαραγωγής των ζώων. Το 85% περίπου του διαιτολογίου των βοοειδών προέρχεται από χορτονομή και σιτηρά που παράγονται στο χώρο της εκμετάλλευσης. Τα υπόλοιπα αποτελούνται από φυτικούς πρωτεϊνικούς πόρους. 
Τα ξηρικά ψυχανθή που κυρίως καλλιεργούνται για την κτηνοτροφία είναι: βίκος για ενσίρωση ή σανό, μπιζέλι για ενσίρωση ή σανό, συγκαλλιέργεια (σμιγός) βίκου ή μπιζελιού με βρώμη ή κριθάρι για ενσίρωση ή σανό, κουκιά κτηνοτροφικά για καρπό, ρεβίθι κτηνοτροφικό για καρπό, μπιζέλι κτηνοτροφικό για καρπό. Στη συνέχεια ακολουθεί σύνδεσμος με πληροφορίες σχετικά με τα ψυχανθή στη διατροφή των ζώων. Τα ψυχανθή στη διατροφή των ζώων. Οταν μιλάμε για διατροφή δεν πρέπει να παραλείπουμε το νερό. Ένα βοοειδές πίνει από 30 έως 50 λίτρα νερό την ημέρα, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξής του, την εξωτερική θερμοκρασία και τη διατροφή του. Επιπλέον αξίζει να ειπωθεί ότι η χρήση ζωϊκών αλεύρων απαγορεύεται για το σύνολο των φυτοφάγων. Η λιποπεριεκτικότητα του γάλακτος, είναι μία ποιοτική ιδιότητα η οποία επηρεάζεται μεν από γενετικούς παράγοντες, αλλά έχει και άμεση εξάρτηση από την διατροφή του ζώου. Ο επιθυμητός στόχος κάθε γαλακτοπαραγωγού κτηνοτρόφου είναι η επίτευξη υψηλής γαλακτοπαραγωγής με υψηλή περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος (λιποπεριεκτικότητα). Για την επίτευξη του στόχου αυτού πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η διατροφή του ζώου, η οποία πρέπει να είναι ισόρροπη από κάθε άποψη, δηλαδή να καλύπτει τις ενεργειακές ανάγκες και τις ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά σε ημερήσια βάση καθώς και να εξασφαλίζει την εκδήλωση των συμβιωτικών φαινομένων των προ-στομάχων του μηρυκαστικού. Τέλος επειδή η τεχνολογία έχει μπει για τα καλά στη ζωή του ανθρώπου, υπάρχει πλέον η ηλεκτρονική διατροφή των αγελάδων. Η λειτουργία του συστήματος αυτού βασίζεται στο γεγονός ότι κάθε αγελάδα έχει τον δικό της ηλεκτρονικό αριθμό, τη δική της ταυτότητα, τα οποία είναι αποθηκευμένα σ' ένα ειδικό εξάρτημα στερεωμένο σ'ένα κολάρο. Αυτή η κατασκευή προσδίδει μία ταυτότητα, η οποία είναι μοναδική για κάθε ζώο κι έτσι μπορεί να αναγνωριστεί από το ηλεκτρονικό σύστημα. Η βιολογική (οικολογική) εκτροφή ζώων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των οικολογικών αγροκτημάτων. Συντελεί στην ολοκλήρωση των κύκλων των θρεπτικών στοιχείων, με τον μετασχηματισμό μιας μορφής οργανικής ουσίας σε άλλη, συμβάλλει έτσι στην βελτίωση των εδαφών και στην αειφόρο ανάπτυξη. 
Η βιολογική κτηνοτροφία είναι σύστημα εκτροφής των ζώων το οποίο βασίζεται στις φυσιολογικές τους ανάγκες: στηρίζεται στη φυσική διαβίωση των ζώων, χρησιμοποιεί κατά βάση ζωοτροφές που έχουν παραχθεί με βιολογικό τρόπο, είτε στο ίδιο αγρόκτημα είτε στα άλλα βιολογικά αγροκτήματα της περιοχής, περιορίζει στα ελάχιστο δυνατό τη χρήση συνθετικών αλλοπαθητικών φαρμάκων, είναι αντίθετο προς τη γενετική τροποποίηση, προστατεύει το περιβάλλον και διακρίνεται για την ποιότητα και την υγιεινή των προϊόντων που παράγονται. Έτσι και στη βιολογική εκτροφή βοοειδών σημαντικό ρόλο παίζουν η καταγωγή των ζώων, η διατροφή που θα ακολουθήσουν, η αναπαραγωγή που πρέπει να βασίζεται σε φυσικές μεθόδους κ.λπ. Τα µοσχάρια , αρσενικά ή θηλυκά, αποτελούν σηµαντικό κεφάλαιο για κάθε αγελαδοτροφική εκµετάλλευση, γι’ αυτό και πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα στη στέγαση και διατροφή τους στα πρώτα στάδια της ζωής τους. Οι φροντίδες λοιπόν απ' την πλευρά του κτηνοτρόφου έχουν να κάνουν με τη διαχείριση και εκτροφή των νεογέννητων μοσχαριών, όπως είναι οι φροντίδες αμέσως μετά τον τοκετό, η διατροφή των νεογέννητων μοσχαριών (Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη διατροφή του νεογέννητου µοσχαριού κατά τις πρώτες µέρες της ζωής του. Τη χρονική αυτή περίοδο ο οργανισµός του µοσχαριού δεν διαθέτει µηχανισµούς προστασίας από τα µικρόβια του περιβάλλοντος και το µόνο µέσο που βοηθά τον οργανισµό του νεαρού ζώου να αντιστέκεται κατά των µικροβίων είναι το πρωτόγαλα .), η σήμανση και αποκεράτωσή τους κ.ά. Πριν όμως τη φροντίδα των νεογέννητων ο κτηνοτρόφος πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα στην έγκυο αγελάδα. Όπως είναι η μεταφορά της σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο βουστάσιο λίγες μέρες πριν τον τοκετό καθώς και τα εμβόλια που πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Εκτροφή_βοοειδών

Η διαχρονική σημασία της αγροτικής παραγωγής και η έλλειψη διατροφικής αυτάρκειας των Ελλήνων

Την γεωργίαν των άλλων τεχνών μητέρα και τροφόν είναι. Ξενοφών Αρχαίος Έλληνας ιστορικός (430-355 π.Χ.) Γη και ύδωρ πάντα έσθ’ όσα γίνονται...