Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

Τα άγνωστα ζώα της προϊστορικής Ελλάδας (Μέρος Γ)

Πριν από πάρα πολλά εκατομμύρια χρόνια, για την ακρίβεια πριν από σχεδόν 360 εκατομμύρια χρόνια, η περιοχή της Ελλάδας (και κατ’επέκταση και η Αττική) ήταν καλυμμένη από την Τηθύ Θάλασσα, η οποία είχε πολύ μεγάλες διαστάσεις καθώς εκτεινόταν στην απέραντη έκταση από τον σημερινό Ατλαντικό Ωκεανό έως τον Ινδικό Ωκεανό. Σήμερα η Μεσόγειος Θάλασσα είναι ό,τι έχει απομείνει από την αρχαία Τηθύ. Γυρνώντας πίσω στον χρόνο σε ένα περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε, βλέπουμε και ζούμε σήμερα, η Ελλάδα αποτελούσε τμήμα του πυθμένα της Τηθύος! Τα πετρώματα που σχηματίστηκαν σε εκείνη την περίοδο- που στην Γεωλογία είναι γνωστή ως ο Ανώτερος Παλαιοζωικός αιώνας -(για τη Γεωλογική κλίμακα του χρόνου περισσότερες πληροφορίες στο άρθρο μας «Ο Γεωλογικός χρόνος, η ηλικία της Γης»), είναι τα παλαιότερα σε ηλικία πετρώματα που απαντούν στην Αττική και τα βρίσκουμε συγκεκριμένα στα όρη Αιγάλεω και Πάρνηθα.


Από τον Καινοζωικό αιώνα, ο οποίος ξεκίνησε πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια και τον οποίο διανύουμε έως και σήμερα, κομμάτια της Ελλάδας άρχισαν να αναδύονται στην επιφάνεια σταδιακά. Στην Αττική, η οποία πλέον αποτελούσε κομμάτι μιας μεγάλης χέρσου (ξηράς), οι κλειστές λεκάνες της ξηράς γέμιζαν από τα νερά της βροχής σχηματίζοντας λίμνες μέσα στις οποίες αργά αργά εναποτέθηκαν λείψανα φυτικών οργανισμών που σχημάτισαν κοιτάσματα λιγνιτών. Τέτοια είναι η λεκάνη της Ραφήνας μέσα στην οποία βρέθηκαν εκτός από τους λιγνίτες και τα Γαστερόποδα, που είναι ζωικά απολιθώματα λιμναίας φάσης. Εκτός από τη Ραφήνα, υπήρχαν και σε άλλες περιοχές της Αττικής λεκάνες ίδιας ηλικίας όπως αυτές στην Ελευσίνα, στα Μέγαρα, στο Αλεποχώρι, στη Μαλακάσα-Ωρωπό, στον Μαραθώνα-Ραφήνα, στο Νέο Ηράκλειο, στο Περιστέρι, στην Καλογρέζα κ.α. .


Λίγο αργότερα κατά το Πλειόκαινο, λόγω εισχώρησης της θάλασσας στην ξηρά (θαλάσσια επίκλυση), η περιοχή της Αττικής περιορίστηκε, ενώ κάποιες προηγούμενες σημαντικές λίμνες της εξαφανίστηκαν. Επίσης, απολιθωμένα ψάρια Πλειοκαινικής ηλικίας έχει βρεθεί στο Καλαμάκι Αττικής, ενώ άλλα θαλάσσια απολιθώματα (μαλάκια) ίδιας ηλικίας απαντούν στις περιοχές Παλαιού Φαλήρου, Αγίου Κοσμά, Αλίμου, Πειραϊκής χερσονήσου, Καλλιθέας, Αεροδρομίου Ελληνικού, Ραφήνας, Ακρωτηρίου Ζωστήρας. Όσον αφορά στην ξηρά, έζησε η γνωστή Πικερμική πανίδα κατά την περίοδο του Μειοκαίνου πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια, αναλυτικές πληροφορίες της οποίας έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο «Πικέρμι παγκόσμιας αξίας απολιθώματα στην Αττική!». Η εξαφάνιση της Πικερμικής πανίδας ήταν αποτέλεσμα κλιματικών μεταβολών που επηρέασαν συνολικά όλη τη Μεσόγειο καθώς και της εξαφάνισης κάποιων σημαντικών γεφυρών ξηράς, που υπήρχαν τότε και επέτρεπαν την προσέλευση διαφόρων ειδών και κατ’επέκατση την είσοδό τους στην πανίδα της Αττικής.
Πολύ περιληπτικά για να δώσουμε τη γενική αίσθηση του πως ήταν η εικόνα της Ελλάδας κατά τον Καινοζωικό αιώνα και πιο συγκεκριμένα πριν από περίπου 15 εκατομμύρια χρόνια, ο σημερινός χώρος που αποτελεί την Ελλάδα, το Αιγαίο την Κρήτη και τα Ιόνια νησιά μαζί και με τη Μικρά Ασία, ήταν μια τεράστια χέρσος, ένα μεγάλο κομμάτι ξηράς, που ονομαζόταν «Αιγαιίδα». Έτσι με αυτόν τον τρόπο, μέσω κάποιων δίαυλων ξηράς που παρεμβάλλονταν μεταξύ της Αιγαιίδας και της Αφρικής και Ασίας, δινόταν η δυνατότητα σε πολλά Θηλαστικά να μεταναστεύσουν προς τον χώρο της Ελλάδας. Στον παρακάτω πίνακα δίνονται συνοπτικά οι διάφορες απολιθωματοφόρες θέσεις της Πικερμικής πανίδας στην Αττική.


Επίσης, πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση Τουρκοβουνίων στο Ψυχικό, στο Αττικό Άλσος, όπου φιλοξενεί απολιθωμένα θηλαστικά όπως ρινόκερους, ελάφια, αιλουροειδή, άλογα κ.ά. που έζησαν κατά το Πλειστόκαινο. Εδώ επιβάλλεται να αναφέρουμε και το σημαντικό εύρημα του πιθήκου της Αττικής Macacca florentina, όπου έζησε στα δάση των Τουρκοβουνίων την ίδια περίοδο. Πλειστοκαινικής θέσης θηλαστικά έχουν βρεθεί επίσης και στην περιοχή του Κορυδαλλού, ενώ στη Βάρκιζα ερπετά και μικροθηλαστικά. Εξίσου σημαντική θέση για την Παλαιοντολογία του Πλειστοκαίνου και πόλος έλξης για ανασκαφές τις τελευταίες δεκαετίες έχει αποτελέσει και το σπήλαιο στη Βραώνα Αττικής, στο οποίο έχουν ανακαληφθεί περισσότερα από 30 είδη θηλαστικών (ελάφια, αρκούδες, λιοντάρια, πάνθηρες, βίσσωνες, λύκοι, αγριόχοιροι κ.ά.) καθώς και μικροθηλαστικά (όπως νυκτερίδες, σκατζόχοιροι, αρουραίοι, σκίουροι κ.ά.), πτηνά (συγκεκριμένα ένα τεράστιο πτηνό που ζύγιζε περίπου 27 κιλά και ονομάζεται Otis tarda, αγριόγαλος) και ερπετά. Τέλος, δε θα μπορούσαμε να παραλείψουμε και τον Γκραικοπίθηκο (Graecopithecus freybergi) όπου βρέθηκε τμήμα του κρανίου του (κάτω γνάθος) στον Πύργο Βασιλλίσης στο Ίλιον (Δυτική Αττική). Δύο σημαντικές μελέτες που δημοσιεύτηκαν τον Μάιο του 2017 στο επιστημονικό περιοδικό PLoS ONE στις οποίες συμμετείχαν ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Θεοδώρου μαζί με τον επίκουρο καθηγητή Σ. Ρουσιάκη σε συνεργασία με μία ομάδα επιστημόνων από το εξωτερικό έδειξαν πως ο Γκραικοπίθηκος έζησε πριν από 7.2 εκατομμύρια χρόνια.


Επειτα από εκατομμύρια χρόνια «ανάπαυσης» κάτω από τόνους χώματος και αφού «είδε» το φως χάρη στη σκαπάνη της επιστημονικής ομάδας του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, έφτασε φέτος στο τέλος της μακρόχρονης διαδρομής του, καταλαμβάνοντας μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες. Για την ακρίβεια, δεν καταχωρείται ο ίδιος -ένα προϊστορικό προβοσκιδωτό αρσενικό Mamut borsoni που ζούσε στα μεγάλα τροπικά δάση των Γρεβενών πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια- αλλά οι χαυλιόδοντές του, που έχουν μήκος 5,02 μέτρα και αποτελούν μοναδικό στα παγκόσμια δεδομένα εύρημα. Πρόκειται για το δεύτερο ρεκόρ Γκίνες που αποδίδεται στα Γρεβενά στη διάρκεια εκδήλωσης το ερχόμενο Σάββατο, αφού οι τεράστιοι χαυλιόδοντες, που ανακαλύφθηκαν το 2007 σε ένα αμμωρυχείο της Μηλιάς του δήμου Ηρακλεωτών, 15 χιλιόμετρα από την πόλη των Γρεβενών, ανέτρεψαν το προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ, που ανήκε και πάλι σε έναν μαστόδοντα που ανακαλύφθηκε το 1997 από την ίδια ομάδα στην ίδια περιοχή, 15 χιλιόμετρα από την πόλη των Γρεβενών. Ο «Γίγας», όπως χαϊδευτικά αποκάλεσε η επιστημονική ομάδα το εύρημα, έφερε χαυλιόδοντες μήκους 4,39 μέτρων και κέρδισε επάξια το παγκόσμιο ρεκόρ, αφού, πέραν του μεγέθους των χαυλιοδόντων του, η ανασκαφή αποκάλυψε και τους μικρούς χαυλιόδοντες της κάτω σιαγόνας που χάθηκαν κατά την εξέλιξη του είδους των ελεφάντων. Οι δύο γιγαντιαίοι πρόγονοι του σημερινού ελέφαντα, καθώς και ένας τρίτος, ο elephas antiquus, ηλικίας διακοσίων χιλιάδων ετών, που εν ζωή έφτανε τους δώδεκα τόνους βάρος και τα τέσσερα μέτρα ύψος, ζούσαν σε κοπάδια στην ευρύτερη Δυτική Μακεδονία πριν από τρία εκατομμύρια χρόνια.


Στην κατάφυτη από μεγάλα τροπικά δάση περιοχή με τις μεγάλες λίμνες περνούσαν τη ζωή τους σε θερμό κλίμα, ενώ στην υπόλοπη Ευρώπη επικρατούσε δριμύ ψύχος. Ετσι εξηγείται, σύμφωνα με την επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας του ΑΠΘ, αναπληρώτρια καθηγήτρια του τμήματος Γεωλογίας, κ. Ευαγγελία Τσουκαλά, πώς τα γιγάντια μαμούθ, όπως ο δεύτερος mamut borsoni που βρέθηκε το 2007, μπορούσαν να τρέφονται χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης. Με βάρος μεγαλύτερο από έξι τόνους, ύψος στους ώμους που έφτανε τα 3,5 μέτρα και χαυλιόδοντες μεγαλύτερους από 5 μέτρα, το προϊστορικό ζώο θα πρέπει να κατανάλωνε περισσότερα από τριακόσια κιλά φυτικής τροφής και τουλάχιστον διακόσια λίτρα νερό ημερησίως. 


Ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία, εξάλλου, όπως λέει η κ. Τσουκαλά, φιλοξενούσε πλούσια πανίδα, χάρη στην πυκνή βλάστηση και στα νερά: ρινόκεροι, σαρκοφάγα, ιππάρια (μικρά άλογα με τρία δάχτυλα), βοοειδή και μαχαιρόδοντες (μεγάλα αιλουροειδή με λεπτούς και πριονωτούς κυνόδοντες που προσομοιάζουν με τα σημερινά λιοντάρια) συμπλήρωναν το οικοσύστημα της εποχής. Αυτό αποκαλύπτουν τα περισσότερα από δύο χιλιάδες απολιθωμένα ευρήματα που στεγάζονται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Μηλιάς του δήμου Ηρακλεωτών Γρεβενών, προς τέρψιν των επισκεπτών, οι οποίοι μέχρι σήμερα ξεπερνούν τα οκτώ χιλιάδες άτομα. Παρ' όλα αυτά, τα χιλιάδες ευρήματα που αποκάλυψε η συστηματική παλαιοντολογική έρευνα που πραγματοποιεί η κ. Τσουκαλά και η ομάδα της στην περιοχή των Γρεβενών εδώ και δεκαεπτά χρόνια, από το 1990, αλλά και όσα αναμένεται να ακολουθήσουν -αφού από τις ανασκαφές προκύπτει πως η Μηλιά αποτελεί σημαντική θέση για την εποχή- στεγάζονται στο μικρό κτίριο που κάποτε αποτελούσε το κοινοτικό κατάστημα της Μηλιάς. Στον ένα και μοναδικό χώρο, οι εντυπωσιακοί χαυλιόδοντες που καταχωρήθηκαν στο Βιβλίο Γκίνες ακουμπούν σε πάγκους, ενώ τα μικρότερου μεγέθους ευρήματα φιλοξενούνται και σε προθήκες στους τοίχους, εξαιτίας της έλλειψης χώρου.
Πηγή : http://www.athinodromio.gr/%CF%84%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%84%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF/#.XkqNmH7QC9c
https://www.kathimerini.gr/368332/article/epikairothta/ellada/to-megalytero-mamoy8-ezhse-sta-grevena

Τα άγνωστα ζώα της προϊστορικής Ελλάδας (Μέρος Β)

Η Ελλάδα άρχισε να αναδύεται από το βυθό μιας απέραντης θάλασσας, της Τυθής, στη διάρκεια της αλπικής ορογένεσης. Πλούσιο απολιθωματοφόρο στρώμα στο Πικέρμι της Αττικής, που πηγαίνει πίσω στα 9 εκατομμύρια έτη, αποκαλύπτει την ύπαρξη διάφορων ζώων: αλογάκι με τρεις οπλές στο κάθε πόδι, Γαζέλα η βραχύκερος, Χαλικοθήριο το γκολντφούσιο, Αγκυλοθήριο το πεντελικό, Μαχαιρόδους ο αφανιστής και άλλα πολλά. Παράλληλα, η Ελλάδα βρίθει από μεγάλα προβοσκιδωτά ζώα, όπως είναι ο Χοιρολοφόδων ο πεντελικός, ο Βουνολοφόδων ο μακρόρυγχος, ο Άναγκος ο αρβερνέσιος, το Δεινοθήριο το γιγάντιο κ.ά. Την ίδια περίοδο πάντα, την Πλειόκαινο (12-2 εκατομμύρια χρόνια πριν), φύονται γιγάντια κωνοφόρα: Σεκοϊάδενδρο, Κεδρόξυλο, Γλυπτόστροβος, Άλνος, Σασσαφράς κ.ά. Στο Πλειστόκαινο, χλωρίδα και πανίδα στην Ελλάδα αλλάζουν. Κάποια είδη εξαφανίζονται, νέα είδη όπως ο Τριχωτός Ρινόκερος και το Τριχωτό Μαμούθ κάνουν την εμφάνισή τους. Στα νησιά του Αιγαίου δημιουργούνται νάνες μορφές ελεφάντων, ρινόκερων και ιπποπόταμων. Υπήρχαν όμως και ζώα με μορφή που θυμίζει τα αντίστοιχα σημερινά, πρόγονοι των λιονταριών και των αγελάδων, βίσωνες, πάνθηρες, λύγκες, αρκούδες, αγριογούρουνα. Εγκαταλείποντας τη ζωή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη για να ασχοληθούν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, οι άνθρωποι της Νεολιθικής περιόδου άρχισαν να εξοντώνουν τα ζώα, με πρώτα τα μαμούθ και τους νάνους ελέφαντες του Αιγαίου. Σταδιακά χάθηκαν οι βίσωνες, οι λεοπαρδάλεις, τα λιοντάρια και άλλα μεγάλα θηλαστικά. Ωστόσο, την ύπαρξη λιονταριών μαρτυρούν πηγές του 2ου αιώνα μ.Χ., ενώ σε παραστάσεις αγγείων και ψηφιδωτών απεικονίζονται με μεγάλη πιστότητα λεοπαρδάλεις και γατόπαρδοι.


Πως μπορεί να ήταν η Κως πριν από λίγα εκατομμύρια χρόνια; Ρυθμίστε την μηχανή του χρόνου σας σε ένα πολύ μακρινό ταξίδι, προς τα πίσω, πέρα από την πρόσφατη εποχή των παγετώνων και θα βρεθείτε σε μία Κω που δεν θα αναγνωρίζετε. Βόρεια, τα χαμηλότερα επίπεδα της θάλασσας δείχνουν χιλιόμετρα ξηράς από την σημερινή ακτογραμμή. Ίσως σκεφτείτε ότι έχουμε μεταφερθεί σε αφρικανικές πεδιάδες, σε ένα χλοώδες τοπίο γεμάτο με προβοσκιδωτά, μεγάλες χελώνες, αγριόγατες με οδοντωτά δόντια,κά. Η γνωστή σε μας τωρινή γεωγραφία θα ήταν επίσης ακατανόητη. Τότε ο κόλπος του Κεραμεικού διέσχιζε σαν μία στενή λωρίδα νότια την κωακή γη-ενώ βόρεια της υπήρχε μια τεράστια, πλούσια κοιλάδα με βλάστηση, ποτάμια και μεγάλες λίμνες.  Η Κως δεν ήταν νησί αλλά τμήμα μιας τεράστιας ξηράς της Αιγηίδας - η οποία περιελάμβανε πιο νοτιοανατολικά την Ψέριμο, την Κάλυμνο, τον χώρο της Νισύρου και του Γυαλιού που όμως ακόμη δεν είχαν δημιουργηθεί, την Τήλο και ήταν ενωμένη με την χερσόνησο της Αλικαρνασσού. Ο πρώιμος κόλπος του Κεραμεικού περνούσε νότια από την ενιαία στεριά την οποία χώριζε από την τωρινή Χερσόνησο της Κνίδου[τότε ίσως ήταν μία συστάδα από νησιά]. Πριν από περίπου 5.7 εκ.χρόνια η πατρια γη του Ιπποκράτη είχε τουλάχιστον 4 μεγάλες αρχαίες λίμνες και αρκετές άλλες μικρότερες. Μία αρχαία λίμνη βρισκόταν στην Καρδάμαινα [Παλαιολίμνη Αλασσαρνιτών], μία άλλη δυτικά από το Μαστιχάρι [Παλαιολίμνη Ατσά], μία γύρω από τον ΧΥΤΑ δυτικά από το Πυλί[Παλαιολίμνη Αλλεντών] και μία ακόμη ανατολικά κοντά στον Αη.Νικόλα [Παλαιολίμνη Τρίοπα] στο Ψαλίδι. Στην Αντιμάχεια, δεν είχε σχηματιστεί το πλατώ με τους τόφους καθώς δεν είχε ακόμη συμβεί η υπερέκρηξη, πριν από 161 χιλ.χρόνια. Μέσα σε τέτοιο ηπειρωτικό περιβάλλον ήταν εύκολο κοσμοπολίτικα ζώα να βρεθούν στην Κω για να ζήσουν σε μία γη που νότια συνόρευε με θάλασσα και είχε άφθονα και πλούσια οικοσυστήματα. Το νησί ήταν ανάμεσα στην Ευρασία και την Αφρική και τα ζώα έφταναν από πολλές κατευθύνσεις [ιδίως από τον βορρά]. Πολλά ασιατικά θηλαστικά μεταφέρονταν σε έναν ιδανικό τόπο με θερμοκρασίες αρκετά υψηλότερες από τις βόρειες παγωμένες περιοχές. Η ύπαρξη απολιθωμένων οστών στην Κω ήταν ήδη γνωστή από την αρχαιότητα. Οι κάτοικοι του νησιού θεωρούσαν ότι οστά από μεγάλα χερσαία θηλαστικά ανήκαν σε υπερφυσικά όντα, για αυτό τον λόγο μας άφησαν ιστορίες όπως με τον πανέξυπνο τριομμάτη βασιλιά Τρίοπα. 


Η Κως στο «σύντομο» γεωλογικό παρελθόν της συνδεόταν με τη Μικρά Ασία από την οποία αποχωρίστηκε αρκετές φορές στο πέρασμα του χρόνου. Εκτός από τις γέφυρες του Μειόκαινου υπήρχε διασύνδεση και πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια, όταν ήταν ενωμένη με τη Μικρά Ασία. Μία εκτεταμμένη σαβάνα με συστάδες δέντρων κατά μήκος ποταμών και μικρών λιμνών κυριαρχούσε στην περιοχή. Τότε η  κωακή γη εκτός από μαμούθ φιλοξενούσε ρινόκερους, γαζέλες, ελάφια, καμηλοπαρδάλεις, γιγαντιαίες χελώνες, πιθήκους, κά.Το δασώδες περιβάλλον με ανοικτές εκτάσεις, πλούσια βλάστηση, πολλά νερά και θερμό κλίμα προσφερόταν για καταφύγιο από το δριμύ ψύχος που επικρατούσε βορειότερα.Η ανακάλυψη απολιθωμάτων μεγάλων θηλαστικών στην Καρδάμαινα και στην Αντιμάχεια πιστοποιεί αυτό το γεγονός. Η Καρδάμαινα με τις ωραιότατες παραλίες της, όπου η παράκτια άμμος της αναπτύσσεται σε μήκος μερικών χιλιομέτρων και το βάθος της σε μερικές δεκάδες μέτρα, αποτελεί ιδανικό τόπο στην έρευνα μεγάλων προϊστορικών σπονδυτωτών.Τα ιζήματα της αποτελούν την απόδειξη ύπαρξης ενός πλούσιου υδρογραφικού συστήματος με κοίτες και πεδιάδες πλημμύρας ιδανικές για την εύρεση λειψάνων από μεγάλα θηλαστικά. Τι ακριβώς συνέβη στην Καρδάμαινα; Τα σπονδυλωτά ζώα ζούσαν κοντά σε αρχαίες λίμνες, με το θάνατο τους πολλά οστά συσσωρεύτηκαν στην πεδιάδα της- το ένα πάνω στο άλλο, και καλύφθηκαν από προσχώσεις άμμου και κροκαλών, προϊόντα της αποσάθρωσης των γύρω ορεινών όγκων. Στη συσσώρευση αυτή συνετέλεσαν τα ποτάμια της, αφού την εποχή εκείνη κινούσαν αρκετό νερό, το οποίο μετέφεραν και απέθεταν στην πεδιάδα μαζί με λείψανα ζώων τα οποία εμείς σήμερα συναντάμε υπο μορφή απολιθωμάτων. Με τη συνεχή διάβρωση όμως των νερών της βροχής, αποχωματώθηκαν και αποκαλύφθηκαν οι αποθέσεις, με αποτέλεσμα να βρεθούν σωροί οστών από κατοίκους της περιοχής.


Η αξία των απολιθωμάτων της Κω έγκειται στο γεγονός ότι είναι προγονικά είδη πολλών σημερινών ζώων, με αποτέλεσμα να υποβοηθούν στη διερμηνεία της εξέλιξής τους. Η πανίδα της Κω είχε προγονικά στελέχη ζώων που ζουν σήμερα στην Ασία και κυρίως στην Κεντρική Αφρική. Ολα τα παραπάνω ευρήματα μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την εξελικτική πορεία της Κω και αποδεικνύουν περίτρανα πως τα εδάφη της κάποτε ήταν τμήμα μιας τεράστιας ξηράς. Τα απολιθώματα μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις αλλαγές που έγιναν στο παλαιοπεριβάλλον της Κω. Η αλλαγή του γεωπεριβάλλοντος δεν έγινε σε μια μέρα αλλά σιγά σιγά διαμέσου διαδοχικών εναλλαγών απόσυρσης και επίκλησης της θάλασσας στις ακτές του νησιού. Μεταβολές κυρίως κλιματικές και παλαιογεωγραφικές αρχικά μείωσαν τους πληθυσμούς τους. Η εξαφάνιση των μεγάλων θηλαστικών όπως και των μαμούθ έγινε σταδιακά, και σε αυτήν συντέλεσαν πολλοί παράγοντες, όπως η κλιματική αλλαγή που βιώνουμε σήμερα με την άνοδο των θερμοκρασιών, αλλαγές στη βλάστηση, στα οικοσυστήματα και στην τροφική αλυσίδα, καθώς και η εξάπλωση των προϊστορικών ανθρώπων κυνηγών. Η πανίδα της Κω, πριν από 10.000 χρόνια, φιλοξενούσε αρκετά άγρια ζώα όσο υπήρχε ο Ερμαφρόδιτος Ισθμός δηλαδή η γέφυρα επικοινωνίας με την Μικρασία. Οι αρχαίοι κάτοικοι του νησιού είναι πολύ πιθανό να ήρθαν σε επαφή και να έζησαν μαζί τους. Τα μαμούθ οι πρόγονοι του σημερινού ελέφαντα, έζησαν περίπου 5 εκ.χρόνια-4.500 χρόνια πριν σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα. Δεν αποκλείεται στο νησί να υπάρχουν δείγματα από τα τελευταία μαμούθ λίγο πριν συμβεί η Φλάνδρια επίκλυση και κλείσει για τελευταία φορά η δίοδος με την απέναντι μικρασιατική στεριά. Τα εδάφη της Κω, δεν περιέχουν μόνο απολιθώματα από μεγάλα θηλαστικά. Κρύβουν μεγάλη ποικιλία από διάφορα είδη απο παλαιότερες γεωλογικές περιόδους. Άλλωστε στην Κω ο Desio βρήκε τα αρχαιότερα απολιθώματα, από μικροσκοπικά βρυόζωα,της Ελλάδας.
Πηγή : https://www.geodifhs.com/kappaomegaiotaalpha/mammuth_kos
https://www.archaiologia.gr/blog/issue/%CE%B7-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%8A%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/

Τα άγνωστα ζώα της προϊστορικής Ελλάδας (Μέρος Α)

Ενα μικρό εξελικτικό θαύμα έζησε η μεγαλόνησος πριν από 540.000 χρόνια, ένα μοναδικό φαινόμενο που ήρθε στο φως με τις ανασκαφές του Πανεπιστημίου Αθηνών στο οροπέδιο Καθαρό. Νάνοι ελέφαντες, νάνοι ιπποπόταμοι και ελάφια ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού, αποδυόμενοι σ'' έναν εξελικτικό αγώνα που τερματίστηκε με την έλευση του ανθρώπου. Πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια η Κρήτη, η οποία μέχρι τότε βρισκόταν κάτω από τη θάλασσα, άρχισε να αναδύεται. Το νησί ήταν αρχικά κενό. Μετά, όταν αναπτύχθηκε η βλάστηση, έφθασαν τα πουλιά φέρνοντας μαζί τους αβγά σαλιγκαριών και άλλων μικρών ζώων. Στην Κρήτη όμως δεν μπορούσαν να φθάσουν τα μεγάλα ζώα και αυτό γιατί το νησί χωριζόταν τότε, όπως και σήμερα, από την ηπειρωτική χέρσο με ευρύ θαλάσσιο διάδρομο.


Πριν από 540.000 χρόνια το κλίμα της Γης έγινε ψυχρότερο και οι πάγοι του Βορείου Πόλου άρχισαν να επεκτείνονται. Είχε αρχίσει η εποχή των παγετώνων. Τότε, αντί να βρέχει και το νερό να επιστρέφει στη θάλασσα, χιόνιζε και τεράστιες ποσότητες νερού πάγωναν και συγκεντρώνονταν στους παγετώνες. Σταδιακά η στάθμη της θάλασσας υποχώρησε και η απόσταση της Κρήτης από την Πελοπόννησο μίκρυνε. Την περίοδο αυτή μικρές αγέλες ιπποποτάμων που ζούσαν στη Πελοπόννησο, πιθανώς εξαιτίας κάποιων πλημμυρών, παρασύρθηκαν προς τη θάλασσα. Οι ιπποπόταμοι, καίτοι περνούν πολλές ώρες μέσα στις λίμνες και στα ποτάμια, είναι βαρύτεροι από το νερό και δεν κολυμπούν. Το αλμυρό όμως νερό είναι πυκνότερο, έχει μεγαλύτερο ειδικό βάρος και μέσα στη θάλασσα έχουν μεγαλύτερη άνωση και επιπλέουν. Αυτό φαίνεται ότι έσωσε την αγέλη των ιπποποτάμων, οι οποίοι παρασυρμένοι από τα ρεύματα έφθασαν ως την Κρήτη. Η εποχή των παγετώνων δεν διήρκεσε πολύ και όταν οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν η στάθμη της θάλασσας ανήλθε εκ νέου, με αποτέλεσμα η απόσταση του νησιού από την ηπειρωτική χέρσο να μεγαλώσει ξανά. Το ταξίδι προς την Κρήτη μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο κατά τη διάρκεια της παγετώδους περιόδου, όπου η στάθμη της θάλασσας ήταν χαμηλή. Είναι πιθανόν παρόμοια ταξίδια να πραγματοποιήθηκαν και κατά τη διάρκεια των θερμών περιόδων, τότε όμως η απόσταση του νησιού από την ηπειρωτική χέρσο ήταν ανάλογη με τη σημερινή, με συνέπεια τα ζώα να πνίγονται προτού φτάσουν στη ξηρά.


Στην Κρήτη οι ιπποπόταμοι βρήκαν ένα μέρος ουσιαστικά ακατοίκητο από άλλα μεγάλα θηλαστικά. Τα μόνα μεγάλα ζώα που υπήρχαν στο νησί ήταν οι ελέφαντες, οι οποίοι είχαν καταφτάσει στην Κρήτη με παρόμοιο τρόπο. Καθώς δεν υπήρχαν άλλα μεγάλα φυτοφάγα και προπαντός κανένα σαρκοφάγο αρπακτικό, οι ιπποπόταμοι και οι ελέφαντες άρχισαν να αναπτύσσονται ανενόχλητοι. Σύντομα ο πληθυσμός τους αυξήθηκε τόσο ώστε αντιμετώπιζαν προβλήματα υπερπληθυσμού. Τα ζώα έτρωγαν οτιδήποτε μπορούσε να φαγωθεί, βλάπτοντας ανεπανόρθωτα τη χλωρίδα του νησιού. Η υπερβόσκηση οδήγησε τελικά σε εξαφάνιση όλων των φυσικών πόρων και αναπόφευκτα σε μαζικό λοιμό από τον οποίον επέζησαν πολύ λίγα άτομα. Αυτή η διαδικασία φαίνεται ότι ακολουθήθηκε πολλές φορές. Για να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη έλλειψη τροφής οι ιπποπόταμοι και οι ελέφαντες οδηγήθηκαν εξελικτικά προς είδη με μικρότερο μέγεθος και προσαρμόστηκαν στο περιβάλλον. Ετσι οι ιπποπόταμοι της Κρήτης είχαν μέγεθος χοίρου και οι ελέφαντες αγελάδας. Επιπλέον τα ζώα αυτά ανέπτυξαν εξαιρετικές αναρριχητικές ικανότητες στα βραχώδη εδάφη των βουνών της νήσου. Για παράδειγμα, οι ιπποπόταμοι στης Κρήτης μπορούσαν να σκαρφαλώνουν με μεγάλη άνεση από τις παραθαλάσσιες πεδινές περιοχές του Αλμυρού, όπου περνούσαν τους χειμώνες, ενώ την καλοκαιρινή περίοδο προτιμούσαν να κατευθύνονται προς το οροπέδιο του Καθαρού του Λασιθίου. Εκεί υπήρχαν μικρές εποχικές λίμνες μέσα στις οποίες προτιμούσαν να διαβιούν όπως οι ηπειρωτικοί συγγενείς τους.


Η εποχή όμως των ιπποποτάμων της Κρήτης κάποτε έφτασε στο τέλος της. Πριν από εκατό χιλιάδες χρόνια το κλίμα της Γης έγινε ξανά ψυχρό και μια δεύτερη εποχή των παγετώνων άρχισε. Μια άλλη φορά η στάθμη της θάλασσας υποχώρησε και η απόσταση της Κρήτης από την Πελοπόννησο μίκρυνε. Αυτή τη φορά αγέλες ελαφιών κατάφεραν να διασχίσουν τη θάλασσα. Τα ελάφια, σε αντίθεση με τους ιπποποτάμους, κολυμπάνε το ίδιο καλά στο γλυκό και στο αλμυρό νερό. Δεν μπορούν όμως να διασχίσουν μεγάλες αποστάσεις. Φαίνεται ότι το συγκεκριμένο ταξίδι αποτελούσε ακραία κατάσταση, πιθανόν λόγω ρευμάτων ή υποεκτίμησης της πραγματικής απόστασης μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής χέρσου. Οταν τα ελάφια έφτασαν στην Κρήτη, όπως ακριβώς και οι ιπποπόταμοι πριν από αυτά, άρχισαν να αναπτύσσονται ανενόχλητα. Σύντομα εξελίχθηκαν προς οκτώ διαφορετικά είδη με διάφορα μεγέθη. Τα μικρόσωμα διαβιούσαν στις απόκρημνες πλαγιές των βουνών, τα μεσαίου μεγέθους στις πεδιάδες και τα μεγαλόσωμα στα δάση. Ο μεγάλος αριθμός των ελαφιών προκάλεσε υπερκατανάλωση της χλωρίδας ως και καταστροφή της. (Παρόμοιες καταστροφές επιφέρουν τα σημερινά αιγοπρόβατα.) Τα ελάφια αποδείχθηκαν πιο ευπροσάρμοστα από τους ιπποποτάμους, τους οποίους οδήγησαν τελικά σε εξαφάνιση. Η τελευταία παρουσία νάνων ιπποποτάμων και νάνων ελεφάντων έχει πιστοποιηθεί στο Καθαρό και στη Ζάκρο πριν από 14.000 χρόνια. Τα ελάφια κυριάρχησαν σχεδόν επί 100.000 χρόνια, όταν ένα άλλο είδος ήρθε στο νησί, αυτή τη φορά όχι κολυμπώντας αλλά με σχεδίες και πλοία: πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι αποίκησαν την Κρήτη. Τα οικοδίαιτα ζώα που έφεραν μαζί τους σε συνδυασμό με το κυνήγι ήταν οι αιτίες που οδήγησαν τα ενδημικά ελάφια σε εξαφάνιση.


Αυτό που έκαναν οι άνθρωποι στην Κρήτη επαναλήφθηκε σε πολλά νησιά του πλανήτη. Ειδικά τα τελευταία 300 χρόνια η επέκταση του ανθρώπου κατέστρεψε όλα σχεδόν τα νησιωτικά περιβάλλοντα. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστα νησιά στον κόσμο με παρόμοια ενδημικά θηλαστικά, το μέλλον των οποίων παραμένει αβέβαιο. Η ύπαρξη απολιθωμένων ιπποποτάμων στο οροπέδιο Καθαρό του Λασιθίου Κρήτης ήταν γνωστή στον επιστημονικό κόσμο από τα μέσα του 19ου αιώνα. Αναφορές και περιγραφές απολιθωμένων οστών δημοσιεύτηκαν από διαφόρους συγγραφείς, οι οποίοι διαπίστωσαν το μικρό μέγεθος των ιπποποτάμων του οροπεδίου Καθαρού, δεν μπόρεσαν όμως να διατυπώσουν ικανοποιητική εξήγηση για αυτό το φαινόμενο. Απολιθώματα έχουν ανακαλυφθεί στα λιμναία ιζήματα του Πλειστοκαίνου, ανάμεσα στα βουνά του οροπεδίου του Καθαρού της Κρήτης, που είναι ένα από τα ωραιότερα τοπία του νησιού. Στα λιμναία λοιπόν ιζήματα του Πλειστοκαίνου στο Καθαρό έχουν ανασυρθεί εκατοντάδες οστά νάνων ιπποποτάμων. Το ότι το οροπέδιο του Καθαρού, πάνω από την Κριτσά, είναι κατάσπαρτο από θραύσματα οστών ιπποποτάμων, των σπάνιων αυτών μεγάλων ζώων που παρόμοιά τους σώζονται σήμερα μόνο στην Αφρική, είναι γνωστό σε πολλές γενεές ντόπιων. 
Πηγή : http://frontoffice-147.dev.edu.uoc.gr/natural-enviroment/Fauna/prehistoryanimals.html

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Χήνες : Τα πτηνά φρουροί φύλακες που έσωσαν την αρχαία Ρώμη

Η χήνα είναι γένος πτηνών, με την επιστημονική ονομασία Anser (Χην), που περιλαμβάνει περί τα 15 είδη, τα οποία ζουν σε ψυχρές περιοχές. Ανήκει στην οικογένεια των Νησσιδών (Anatidae), στην οποία υπάγονται και οι κύκνοι, που είναι συνήθως μεγαλύτεροι από τις χήνες και οι πάπιες, οι οποίες είναι μικρότερες από τις χήνες. Υπάγεται στην τάξη Χηνόμορφα. Έχει σταχτί και άσπρο χρώμα, με μακρύ λαιμό. Ζει πάντα κοντά σε λίμνες, έλη και ποτάμια. Έχει εξημερωθεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια πριν. Η κατοικίδια χήνα εκτρέφεται για τα αυγά της, το φτέρωμα και κυρίως το νόστιμο κρέας της. Η αναπαραγωγή γίνεται συνήθως σε όλη τη διάρκεια της ζωής της χήνας. Γεννά έναν μικρό αριθμό αυγών σε σύγκριση με τις πάπιες, Το θηλυκό κατασκευάζει τη φωλιά ανάμεσα σε καλάμια και αναλαμβάνει την επώαση των αυγών. Το αρσενικό επίσης επιμελείται τα μικρά. Δεν είναι όλα τα ζευγάρια ετεροφυλόφιλα, καθώς τόσο τα θηλυκά όσο και τα αρσενικά συγκροτούν συχνά ή και σπάνια ζευγάρια με πτηνά του ιδίου φύλου, κάτι που εξαρτάται και από το είδος. Σημαντικά μεγάλος αριθμός των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών έχουν ενεργή σεξουαλική ζωή, όμως δεν μπορούν να κάνουν απογόνους. Τα πιο πολλά είδη στην Ευρώπη, στην Ασία και στη Βόρεια Αμερική είναι αποδημητικά, όπως οι σταχτόχηνες και οι χωραφόχηνες. Αυτές οι αγριόχηνες περνούν το καλοκαίρι στα έλη της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης, όπου και αναπαράγονται. Το φθινόπωρο μεταναστεύουν σε λίμνες και ποτάμια της Νότιας Ευρώπης, γι’ αυτό και απαντούν την εποχή αυτή στην Ελλάδα. Η κατοικίδια χήνα προέρχεται από την σταχτόχηνα. Ο λαιμός της είναι μεγάλος σε μήκος και το ράμφος της είναι μέτριο. Επενδύεται με ευαίσθητο και μαλακό δέρμα, που έχει εγκάρσια ελάσματα, τα οποία σχηματίζουν ένα είδος φίλτρου. Τα τρία εμπρόσθια δάχτυλα των ποδιών των χηνών είναι συνδεδεμένα με νηκτική μεμβράνη. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στα πουλιά να περπατούν με άνεση πάνω στο έδαφος. Τα πόδια τους γενικά είναι χαμηλά. Παράλληλα, οι χήνες κολυμπούν με ευκολία και πετούν για πολλή ώρα, χωρίς να είναι γρήγορες. 


Το πτηνό ήταν κάποτε σεβαστό σε όλη την Ευρασία. Συνδέθηκε με τη θεά της θεραπείας, την Γκούλα, πρόδρομο της σουμέριιας θεάς Ιστάρ, στις πόλεις του δέλτα του Τίγρη-Ευφράτη πριν από περίπου 5.000 χρόνια. Στην Αρχαία Αίγυπτο, οι χήνες συμβόλιζαν τον Θεό του ήλιου Ra. Στην Αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη συσχετίστηκαν με τη θεά της αγάπης, την Αφροδίτη, και το χοντρό λίπος χρησιμοποιήθηκε ως αφροδισιακό. Δεδομένου ότι ήταν ιερά πτηνά, φυλάσσονταν στον λόφο του Καπιτωλίου της Ρώμης, από όπου έκαναν φασαρία και ήταν ο “συναγερμος” όταν οι Γαλάτες επιτέθηκαν το 390 π.Χ. Οι οικόσιτες χήνες είναι πουλερικά τα οποία βρίσκονται σε διαρκή υπερεγρήγορση. Σύμφωνα με τον Λίβιο (5.47) κοπάδι από ιερές χήνες, οι οποίες εκτρέφονταν στο Ιερό της Ήρας επί του Καπιτωλίνου Λόφου, έσωσε την Ρώμη από νυκτερινή επίθεση του Βρέννου και των Γαλατών του περί το 390 π.Χ. Με τον πρώτο Γαλάτη να σκαρφαλώνει πάνω στον προμαχώνα, οι φύλακες σκύλοι παρέμειναν σιωπηλοί, αλλά οι χήνες άρχισαν να κακαρίζουν, ειδοποιώντας έγκαιρα την Ρωμαϊκή φρουρά να απωθήσει τους επιτιθέμενους.


Πάντα νόμιζα πως η ιστορία με τις χήνες του Καπιτωλίου, που ξεσήκωσαν τον κόσμο όταν οι Γαλάτες προσπάθησαν να επιτεθούν στη Ρώμη, ήταν μια ιστορία σαν αυτές που διηγούνταν οι αρχαίοι για να εξηγήσουν διάφορα συμβάντα. Όμως, η φήμη που συνοδεύει τις χήνες του Καπιτωλίου δεν είναι ούτε αβάσιμη ούτε οφείλεται σε μύθο ή σε σύμπτωση. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το ότι οι χήνες της Γουινέας, αυτά τα όμορφα και σπάνια στην Ευρώπη νεροπούλια, θεωρούνται οι καλύτεροι φύλακες, ανώτεροι ακόμα κι από τους σκύλους. Η εκπληκτική τους ακοή και οι δυνατές κραυγές τους τις καθιστούν αναντικατάστατες σε κτήματα και σπίτια με αυλή. Αντιλαμβάνονται ακόμα και νυχτερινούς επισκέπτες, λες και δεν κοιμούνται ούτε με το πιο βαθύ σκοτάδι. Στη Ρώμη έχουν να το λένε για τις χήνες του Καπιτωλίου, οι οποίες όταν οι Γαλάτες επιτέθηκαν εναντίον της αιφνιδιαστικά μια νύχτα, το 400 περίπου π.Χ., κι ενώ οι φρουροί της πόλης είχαν αφεθεί στην αγκαλιά του ύπνου και θα χάνονταν όλοι στα σίγουρα, δεν υπολόγισαν όμως τις χήνες του ναού της Ήρας που με τις τσιριχτές κραυγές τους ξύπνησαν τους στρατιώτες που κατόρθωσαν έτσι να αποκρούσουν τους εχθρούς. Έκτοτε οι χήνες αναφέρονται σαν σωτήρες της πόλης κι η φράση απέμεινε να συμβολίζει οτιδήποτε κι οποιονδήποτε προειδοποιεί για τυχόν επερχόμενες συμφορές. Η παράδοση αναφέρει ότι ένα βράδυ τον ξύπνησαν οι φωνές από κάποιες χήνες και έτσι αντιλήφθηκε ότι οι Γαλάτες ετοίμαζαν νυχτερινή επίθεση και μπόρεσε να τους αποτρέψει. Από τότε, οι χήνες θεωρούνταν ιερές και τις έτρεφε το κράτος από το θησαυροφυλάκιό του. Κάθε χρόνο γινόταν παρέλαση όπου έδειχναν μια καλοθρεμμένη χήνα.


Η Ρώμη καθ’ οδόν προς την επέκταση της επιρροής της δια των όπλων στην Ιταλική Χερσόνησο ευρέθη αντιμέτωπη με τους γειτονικούς της λαούς, κυρίως τους Ετρούσκους, αλλά σταδιακώς κατόρθωσε να επεκτείνει την επικράτειά της με συνεχείς κατακτήσεις και είχε καταστεί κατά την διάρκεια του 5ου αι. π.Χ. τουλάχιστον υπολογίσιμος αν όχι ακόμη κυρίαρχος δύναμη στην κεντρική Ιταλία. ενώ η Ρώμη προσπαθούσε να καθυποτάξει τους γείτονές της και ευρίσκετο σε διαρκείς αψιμαχίες και πολέμους, ένας αντίπαλος από τον Βορρά εμφανίσθηκε, στον οποίον αρχικώς οι Ρωμαίοι δεν έδωσαν την δέουσα προσοχή. Επρόκειτο για τους Κέλτες, που οι Ρωμαίοι τους ονόμαζαν Γαλάτες. αυτοί είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην Ιταλική Χερσόνησο εδώ και ένα αιώνα πριν, και διαρκώς επεκτείνοντο προς νότον. Οι Ρωμαίοι περί τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. είχαν εμπλακεί σε ένα χρονοβόρο και ατελέσφορο πόλεμο με την γειτονική βόρεια πόλη των Βεϊων (Veii), μιας από τις πλουσιότερες και ισχυρότερες πόλεις των Ετρούσκων. (Τίτος Λίβιος, Ρωμαϊκή Ιστορία 5.21) Η πολιορκία της πόλεως άρχισε το 405 π. Χ., και επί πέντε συνεχή έτη οι Ρωμαίοι είχαν στρατοπεδεύσει κάτω από τα τείχη της πόλεως , χωρίς να κατορθώσουν να την εκπορθήσουν. Τελικώς, μόλις το 396 κατόρθωσαν να την υποτάξουν, έχοντας όμως υποστεί όλα αυτά τα χρόνια σημαντικές απώλειες που είχαν εξασθενήσει την δύναμη του ρωμαϊκού στρατού. Τότε, έφθασε μήνυμα στην Ρώμη από την πόλη Κλούσιο (Clusium) βορείως της Ρώμης ότι έρχονται οι Γαλάτες, αλλά οι Ρωμαίοι δεν ανησύχησαν. Όταν όμως χιλιάδες Γαλάτες εμφανίσθηκαν ξαφνικά μπροστά στα τείχη του Κλουσίου, η απειλή για την πόλη ήταν πολύ μεγάλη, ώστε αναγκάσθηκαν να στείλουν απεσταλμένους στην Ρώμη και να ζητήσουν την βοήθειά της εμπρός στον μεγάλο κίνδυνο, παρ’ όλο που δεν διατηρούσαν φιλικές σχέσεις ή επίσημες συνθήκες με τους Ρωμαίους, όπως σημειώνει ο Λίβιος (5.36). Η Ρωμαϊκή Γερουσία απέρριψε την αίτηση βοηθείας διότι η Ρώμη, μετά από μία τριακονταετία συνεχών πολέμων δεν διέθετε πλέον πολυάριθμο και ισχυρό στρατό. Αντιθέτως, η Ρώμη απέστειλε πρέσβεις στους Γαλάτες με προτάσεις ειρήνης. Όταν οι Γαλάτες αντιμετώπισαν την ρωμαϊκή πρεσβεία με περιφρόνηση, οι Ρωμαίοι απεσταλμένοι, παρασυρθέντες από θυμό για την προσβολή, έσυραν τα ξίφη τους και προκάλεσαν τους Γαλάτες. Οι τελευταίοι δεν άφησαν αναπάντητη την πρόκληση και με μία φωνή ανέκραξαν: “Προς την Ρώμη!”.


Ο ρωμαϊκός στρατός παρατατάχθηκε μπροστά από τον Τίβερη ποταμό, αλλά η γραμμή μάχης του ήσαν δεν είχε βάθος. Οι Γαλάτες σαφώς υπερτερούσαν αριθμητικώς του ολιγαριθμοτέρου ρωμαϊκού στρατού. Οι Γαλάτες επετέθησαν στα πλαϊνά των Ρωμαίων και άρχισαν να τους κατασφάζουν. Εν συνεχεία, οι Ρωμαίοι ετράπησαν σε φυγή και πολλοί επνίγησαν από το βάρος των πανοπλιών τους στον Τίβερη ποταμό. Οι Γαλάτες, ανεμπόδιστοι πλέον, εισέβαλαν στην πόλη, σκοτώνοντας και καταστρέφοντας ό,τι εύρισκαν μπροστά τους. Οι Ρωμαίοι είχαν αποσυρθεί από τις συνοικίες της πόλεως και κατέφυγαν για ασφάλεια στο Καπιτώλιο. Οι Γαλάτες τους κύκλωσαν, αλλά δεν μπορούσαν να τους προσβάλουν. Έτσι, απεφάσισαν να πυρπολήσουν την Ρώμη και να συνεχίσουν την πολιορκία έως ότου οι Ρωμαίοι παραδοθούν από πείνα, όμως οι κακές συνθήκες υγιεινής στο γαλατικό στρατόπεδο, η πολυκοσμία, οι στάχτες από την καμμένη Ρώμη, οδήγησαν στην εκδήλωση επιδημίας οι Γαλάτες πέθαιναν κατά εκατοντάδες (Λίβιος, 5.41-47).


Στην κρίσιμη για την τύχη της Ρώμης, οι Έλληνες της Μασσαλίας έδωσαν την λύση και έσωσαν τους Ρωμαίους. Παλαιότερα, η ελληνική αποικία της Μασσαλίας είχε βρεθεί αντιμέτωπη με την απειλή των Γαλατών, όμως τους εξαγόρασαν με πολλά χρήματα και οι Γάλατες έλυσαν την πολιορκία. Την ίδια μέθοδο εσκέφθησαν να εφαρμόσουν και οι Ρωμαίοι, κατόπιν μάλιστα προτροπής και ενισχύσεως από τους Έλληνες Μασσαλιώτες. Αφού η Μασσαλία γλύτωσε από τους Γαλάτες, οι Μασσαλιώτες έστειλαν απεσταλμένους στο μαντείο του Απόλλωνος στους Δελφούς για να τον ευχαριστήσουν για την σωτηρία της πόλεώς τους. Στην οδόν της επιστροφής, οι Μασσαλιώτες απεσταλμένοι επληροφορήθησαν τα συμβαίνοντα στην Ρώμη και τον αποκλεισμό των Ρωμαίων στο Καπιτώλιο. Μετέφεραν τα νέα στην Μασσαλία, όπου οι αρχές της πόλεως απεφάσισαν να συγκεντρώσουν χρήματα και χρυσό από το δημόσιο θησαυροφυλάκιο και από τους πλουσίους πολίτες, και να στείλουν στους Ρωμαίους, ώστε να εξαγοράσουν τους Γαλάτες, Και πράγματι, οι Γαλάτες πήραν τον χρυσό και τα χρήματα, έλυσαν τον αποκλεισμό, και απεσύρθησαν προς την βόρειο Ιταλία. Οι Ρωμαίοι άρχισαν να ανοικοδομούν την κατεστραμμένη τους πόλη. Η βοήθεια των Μασσαλιωτών την κρίσιμη στιγμή προς τους Ρωμαίους έγινε απαρχή για την μεταξύ τους φιλία και συμμαχία. Έτσι έληξε η πρώτη άλωση της Ρώμης το 390 π.Χ. από τους Γαλάτες, αφήνοντας πίσω της ένα βαρύ πλήγμα στο γόητρο και τις φιλοδοξίες της Ρώμης, αλλά και μεγάλες καταστροφές στην ίδια την πόλη της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι ανοικοδόμησαν τόσο βιαστικά την καμμένη τους πόλη, χωρίς να δώσουν σημασία σε ένα οργανωμένο ρυμοτομικό σχέδιο, “χωρίς καν να προσέξουν οι οδοί να είναι ευθείες” (Λίβιος 5.55) και αυτό επηρέασε την μετέπειτα αστική ανάπτυξη της πόλεως.
Πηγή : http://www.oasisfarm.eu/%CF%87%CE%AE%CE%BD%CE%B5%CF%82/
http://roma-msa.blogspot.com/2016/09/blog-post_44.html
https://greek_greek.enacademic.com/224791/%CE%9C%CE%AC%CE%BD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82%2C_%CE%9A%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%89%CE%BB%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%82
https://chilonas.com/2017/04/07/httpwp-mep1op6y-484/

Η διαχρονική σημασία της αγροτικής παραγωγής και η έλλειψη διατροφικής αυτάρκειας των Ελλήνων

Την γεωργίαν των άλλων τεχνών μητέρα και τροφόν είναι. Ξενοφών Αρχαίος Έλληνας ιστορικός (430-355 π.Χ.) Γη και ύδωρ πάντα έσθ’ όσα γίνονται...