Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Ελληνική Φύση : Το πιο όμορφο και ανθρώπινο μέρος στον πλανήτη μας (Μέρος Β)

Η Ελλάδα, αν και μικρή σε έκταση χώρα, ευτύχησε να έχει ένα ποικίλο και γεμάτο αντιθέσεις φυσικό περιβάλλον. Το συνθέτουν πολλά χιλιόμετρα ακτές, μικρά και μεγάλα βουνά, ποτάμια, λίμνες και φαράγγια που φιλοξενούν ένα τεράστιο αριθμό φυτικών και ζωικών ειδών. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε και η τύχη της Ελλάδας να γειτονεύει τόσο με την Ασία όσο και με την Αφρική, γεγονός που την πλούτισε με είδη που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Η θάλασσα αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ελληνικής φύσης με τους ανθρώπους να έχουν κατοικήσει από πολύ νωρίς τα εκατοντάδες μικρά και μεγάλα νησιά που έχει στην αγκαλιά της. Οι άνθρωποι στα νησιά, αντί να δαμάσουν τη φύση, έμαθαν να συνυπάρχουν μ’ αυτήν και έτσι με ελάχιστες παρεμβάσεις και μια αρχιτεκτονική αρμονικά δεμένη με το φυσικό περιβάλλον δημιούργησαν μοναδικές εικόνες παγκόσμια αναγνωρίσιμες. Από την άλλη, τα βουνά που κυριαρχούν στην ηπειρωτική Ελλάδα, γέμιζαν πάντα με δέος τους Έλληνες που τοποθέτησαν στο ψηλότερο από αυτά, τον Όλυμπο, τους θεούς τους. Ακόμη και στις μέρες μας τα βουνά φιλοξενούν πολλά σημαντικά δάση, με το παρθένο δάσος της Ροδόπης να είναι ένα από τα τελευταία της Ευρώπης. Σήμερα, πολλές σημαντικές περιοχές έχουν κηρυχτεί εθνικοί δρυμοί, εθνικά πάρκα και αισθητικά δάση ενώ πλήθος άλλων έχουν ενταχθεί στο δίκτυο “Natura”.


Όταν κάποιος περπατά στην όμορφη εξοχή της Ελλάδας, είναι δύσκολο να μην συναντήσει άγρια ελληνικά βότανα στο δρόμο του που προσδίδουν μια μοναδική αύρα. Το ελληνικό κλίμα είναι ιδανικό για την ανάπτυξη των βοτάνων, τα οποία υπάρχουν σε αφθονία στις πλαγιές των βουνών και στα πράσινα λιβάδια, όπου και μεγαλώνουν φυσικά. Τα βότανα που υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα, είναι ίδια με τα βότανα που υπήρχαν χιλιάδες χρόνια πριν στην Αρχαία Ελλάδα, και οι χρήσεις τους έχουν παραμείνει ίδιες, όχι μόνο στο να δίνουν γεύση στα ελληνικά φαγητά, αλλά και για ιατρικούς σκοπούς. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιος τα ελληνικά βότανα. Πολλά μοιάζουν στη γεύση, στο άρωμα και στην εμφάνιση, αλλά οι Έλληνες με την εμπειρία και τη  γνώση, που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, γνωρίζουν την εμφάνισή τους, πότε ανθίζουν και πότε συλλέγονται. Οι Έλληνες δεν αγοράζουν βότανα από το σούπερ μάρκετ αλλά από τα μικρά χωριά, που οι άνθρωποι συλλέγουν φρέσκα βότανα, που μεγαλώνουν φυσικά στα χωράφια και στους αγρούς.


Η ρίγανη είναι το πιο γνωστό βότανο στην ελληνική κουζίνα, και χρησιμοποιείται σε σούπες, στο στιφάδο, σε κρέατα και ψάρια, και φυσικά στην φημισμένη χωριάτικη σαλάτα. Στην Αρχαία Ελλάδα, πίστευαν ότι η ρίγανη φέρνει καλή τύχη και υγεία και συμβολίζει την ευτυχία.
Η μαντζουράνα είναι στενός συγγενής της ρίγανης, με ελαφρώς πιο λεπτή γεύση αλλά με τις ίδιες χρήσεις στην κουζίνα. Στην Αρχαία Ελλάδα φύτευαν μαντζουράνα στους τάφους για να αναπαυτούν οι νεκροί με ευτυχία και αγάπη.
Ο άνηθος χρησιμοποιείται φρέσκος στις σαλάτες και στην φημισμένη ελληνική σπανακόπιτα. Η κύρια χρήση του είναι ιατρική καθώς ήταν πολύ δημοφιλής για την επούλωση των πληγών , των εγκαυμάτων και για την προαγωγή του ύπνου.
Το μάραθο μοιάζει με τον άνηθο αλλά η γεύση είναι πολύ διαφορετική, καθώς έχει μια ιδιαίτερη γεύση γλυκάνισου. Το μάραθο πήρε το όνομά του από τον Μαραθώνα, μια περιοχή που ήταν γεμάτη μάραθο. Το μάραθο προωθεί την αντοχή και την μακροζωία.
Ένας ελληνικός μύθος λέει ότι η μέντα πήρε το όνομα της από μια νύμφη του νερού, τη Μίνθη, που τράβηξε την προσοχή του Άδη, του Θεού του Κάτω Κόσμου. Όταν η Περσεφόνη το έμαθε μετέτρεψε την Μίνθη σε βότανο. Η μέντα είναι εξαιρετική, σε μορφή τσαγιού, για την πέψη, τις νευρολογικές διαταραχές, τη ζαλάδα, τον πονόλαιμο, το βήχα, τους πονοκεφάλους και την αϋπνία. Η μέντα χρησιμοποιείται επίσης σε πολλά ελληνικά φαγητά, καθώς έχει εξαιρετικό άρωμα και γεύση που οφείλεται στο πλούσιο υπέδαφος και τη θερμοκρασία της Ελλάδας.


Το δενδρολίβανο ευδοκιμεί δίπλα στη θάλασσα και οι αρχαίοι Έλληνες μαθητές φορούσαν στεφάνια από δενδρολίβανο για να ενισχύσουν τη μνήμη τους. Το δενδρολίβανο είναι μέλος της οικογένειας της μέντας και έχει αντισηπτικές ιδιότητες. Βοηθά στο άσθμα και στα αναπνευστικά προβλήματα, όπως επίσης ανακουφίζει από τους πονοκεφάλους και τη δυσπεψία. Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα βότανα στην Ελλάδα και ο Ιπποκράτης πίστευε ότι είναι τονωτικό.
Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το φασκόμηλο μπορούσε να νικήσει το θάνατο ή να συμβάλλει στην μακροζωία. Το φασκόμηλο μειώνει τη χοληστερόλη, ενισχύει τη μνήμη και απαλύνει τους ερεθισμούς της επιδερμίδας και τη φλεγμονή. Έχει έντονη και πικάντικη γεύση.
Στα ελληνικά η λέξη χαμομήλι σημαίνει μήλο που είναι κάτω στο έδαφος, η γεύση του μοιάζει με μήλο και η ανάπτυξη του είναι χαμηλή και ποώδης. Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε το χαμομήλι και το πρότεινε για την προστασία και την καταπολέμηση των κρυολογημάτων. Το τσάι χαμομηλιού είναι γνωστό για τις ηρεμιστικές και χαλαρωτικές του ιδιότητες, καθώς και για την βελτίωση του ύπνου και τις στομαχικές διαταραχές.
Το θυμάρι, στην Αρχαία Ελλάδα ήταν πηγή θάρρους και χρησιμοποιούνταν ως θυμίαμα ή σαν εκχύλισμα στο μπάνιο, και για γεύση σε ποτά και τυριά. Το έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι, σε φακελάκια, για καλύτερο και πιο ήρεμο ύπνο. Το θυμάρι είναι ένα από τα λίγα βότανα που περιέχει όλη τη γεύση όταν είναι αποξηραμένο. Το έλαιο θυμαριού είναι αποτελεσματικό στοματικό διάλυμα και έχει αντισηπτική δράση. Σαν τσάι βοηθά στην αντιμετώπιση του βήχα και της βρογχίτιδας.


Οι Αρχαίοι Έλληνες συνέδεαν τον μαϊντανό με τον θάνατο, καθώς ο μύθος έλεγε ότι ανάβλυζε από το αίμα του Αρχέμορου, το όνομα του οποίου σημαίνει, αρχή κακής μοίρας. Ευδοκιμεί σε βραχώδεις πλαγιές και χρησιμοποιείται πλέον σε σχεδόν όλα τα φαγητά.
Τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός είναι ο βασιλικός, ο βασιλιάς των βοτάνων. Η λέξη προέρχεται από την ελληνική λέξη βασιλιάς. Οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν βασιλικό στα χέρια των νεκρών για να εξασφαλίσουν ότι θα έχουν ένα ασφαλές ταξίδι στον άλλο κόσμο, και ότι θα ανοίξουν οι πύλες του παραδείσου, για αυτό και βάζουμε το βασιλικό στην είσοδο των σπιτιών για καλή τύχη και πλούτο. Τον τελευταίο αιώνα ο βασιλικός έχει γίνει δημοφιλής στην ελληνική κουζίνα. Έχει μια πλούσια , πικάντικη γεύση και το προσθέτουμε τελευταία στιγμή στο μαγείρεμα για να διατηρήσει όλη τη γεύση του.  Έχει πολλές βιταμίνες και αντιοξειδωτικά . Οι Αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν ότι τα βότανα είχαν συγκεκριμένες ιδιότητες, την ικανότητα να θεραπεύουν συγκεκριμένες ασθένειες, να βοηθούν στη μνήμη, να βελτιώνουν τον ύπνο και να ηρεμούν την ψυχή.
Σήμερα οι άνθρωποι φαίνεται ότι επιστρέφουν στη φαρμακευτική χρήση των βοτάνων και αναζητούν αυτή την γνώση.


Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολύτιμη φυσική κληρονομιά και σημαντική βιολογική ποικιλία. Ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό χερσαίων, υγροτοπικών και θαλάσσιων οικοσυστημάτων περιλαμβάνει υποτροπικά φοινικοδάση στην Κρήτη, αλπικά λιβάδια αλλά και ψυχρόβια δάση ερυθρελάτης στη Ροδόπη.  Η προστασία της φύσης έχει επιτρέψει στη μοναδική μας βιοποικιλότητα να αντέξει τις μεγαλύτερες απειλές. Μεγάλος αριθμός τόπων απειλούνται με υποβάθμιση, εξ αιτίας έντονων ανθρωπογενών πιέσεων, όπως η αυθαίρετη ή ακαλαίσθητη δόμηση, η διάνοιξη δρόμων, ο ανεξέλεγκτος τουρισμός και πολλές άλλες καταστροφικές δραστηριότητες που υποβαθμίζουν τη φύση.  Από νομική άποψη, σήμερα η προστασία αυτής της φυσικής κληρονομιάς βασίζεται κατά μέγιστο βαθμό στις δυο κοινοτικές οδηγίες, (79/409 και 92/43), με τον τρόπο φυσικά που έχουν αυτές ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία. Παρά την ύπαρξη αυτών των νομοθετημάτων η φυσική κληρονομιά της χώρας μας υποβαθμίζεται και περιορίζεται ποιοτικά και ποσοτικά με εντεινόμενους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Η υποβάθμιση λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω της αστικοποίησης δηλαδή της έγερσης χωρίς καμιά λογική και συνολικό σχέδιο, διάσπαρτων κτιρίων, διάνοιξης και κατασκευής δρόμων, ανεξέλεγκτης απόθεσης μπαζών και απορριμμάτων, λατομεύσεων, εκχερσώσεων και γενικά τόσο από τις καθαυτό όσο και από τις παράπλευρες επιπτώσεις έργων μεγάλης και μικρής κλίμακας.  Σημαντικό μέρος της υποβάθμισης των τοπίων οφείλεται επίσης στην εγκατάλειψη παλαιών (παραδοσιακών) μεθόδων στον πρωτογενή τομέα, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, αλλά και την εγκατάλειψη και ερείπωση κτιρίων και υποδομών. Όλα αυτά συνοδεύονται από χαμηλή και συχνά αταίριαστη αρχιτεκτονική στα δομημένα περιβάλλοντα που ακόμη περισσότερο υποβαθμίζει τα τοπία και μάλιστα την ύπαιθρο χώρα.


Το παραδοσιακό μοντέλο της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, με τα προβλήματα, αλλά και με τα πλεονεκτήματά του, είναι βέβαιο ότι σιγά σιγά δίνει τη θέση του σε ένα νέο πρότυπο οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής. Η διεθνοποίηση της αγοράς και οι απαιτήσεις της, όπως και η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που άπτονται του αγροτικού τομέα, την ωθούν να ενταχθεί οργανικά στη νέα εποχή, όπου η διεθνοποίηση των αγορών και οι τεχνολογικές καινοτομίες έχουν τον πρώτο ρόλο. Καθημερινά όλο και περισσότεροι αποκτούν τη συνείδηση ότι χωρίς την οργανωμένη ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, αλλά και της μεταποίησης που είναι συνδεδεμένη με ό,τι προσφέρει η ελληνική γη, η χώρα θα δυσκολευτεί πολύ να βγει από το σκοτεινό τούνελ. Είναι καιρός πια να ξεφύγουμε από τη λογική μόνο της ποσότητας και να γίνει μια στροφή και στην ποιότητα, δεδομένου ότι υπάρχουν δύο συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων χωρών που ανταγωνίζονται τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα. Το πρώτο είναι η ανεπανάληπτη χλωρίδα του τόπου μας. Στη φυτική παραγωγή υπάρχουν αυτοφυή είδη που η ποιότητά τους με βάση τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται (διατροφική αξία, γεύση) είναι ασυναγώνιστα. Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ο ήλιος, ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες παραγωγής ποιοτικών αγροτικών προϊόντων. Κανένας τεχνητός φωτισμός και καμία τεχνητή συνθήκη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ευεργετική επίδραση που έχει ο ήλιος της πατρίδας μας.
Πηγή : https://www.mediterraneo.gr/%CE%B7_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B7_%CF%83%CE%B5_%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1_%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-details.aspx
https://www.itrofi.gr/texnologia/perivallon/article/413/elliniki-fysi-kai-georgia-me-vlemma-sto-mellon
https://www.therapia.gr/ellinika-botana/

Ελληνική Φύση : Το πιο όμορφο και ανθρώπινο μέρος στον πλανήτη μας (Μέρος Α)

Η Ελληνική φύση, παρ' όλα τα πλήγματα που έχει δεχθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει εξαιρετικά πλούσια. Η μεγάλη βιοποικιλότητα της Ελληνικής γης είναι από τις πλουσιότερες του πλανήτη και αξίζει το ενδιαφέρον μας και την προστασία μας. Η γονιμότητα της σκληροτράχηλης Ελληνικής γης επετεύχθη μετά από πολυετείς αγώνες των Ελλήνων καλλιεργητών με τα ελάχιστα τεχνολογικά μέσα που διέθεταν. Με τον χρόνο, ο Έλληνας αγρότης αξιοποίησε την φύση γύρω του με τον καλύτερο τρόπο και εκείνη του έδωσε τα ωραιότερα προϊόντα. Η μεγάλη ποικιλία αρωματικών φυτών του Ελλαδικού χώρου με τις θεραπευτικές τους ιδιότητες είναι γνωστή εδώ και αιώνες. Η παραδοσιακή ιατρική χρησιμοποιεί τα βότανα της Ελληνικής γης με μεγάλη επιτυχία. Οι μελέτες για την αποτελεσματικότητα αυτών των βοτάνων στην καταπολέμηση ασθενειών αυξάνονται, καθώς τα χημικά φάρμακα έχουν πολλές παρενέργειες. 


Η πορεία ανάκαμψης της χώρας μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο επέφερε τεράστιες αλλαγές στη ζωή των Ελλήνων. Τα αστικά κέντρα συγκέντρωσαν σταδιακά το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων και ολόκληρα χωριά ερημώθηκαν και παραμένουν έτσι μέχρι και σήμερα. Η ζωή του Έλληνα πολίτη δεν είχε πια καμία σχέση με την ύπαιθρο και με την πάροδο του χρόνου αποξενώθηκε από αυτήν. Η τεράστια γνώση και εμπειρία που είχε συσσωρευτεί με τα χρόνια χάθηκε. Τα φαρμακευτικά βότανα αντικαταστάθηκαν με χημικά φάρμακα. Ο σεβασμός στη φύση χάθηκε. Τα περισσότερα δάση κάηκαν στον βωμό της ανοικοδόμησης. Το νερό με τεράστια έργα δεν ποτίζει πια την Ελληνική ύπαιθρο αλλά κατασπαταλείται στα μεγάλα αστικά κέντρα για οικιακή και βιομηχανική χρήση. Η παρθένα Ελληνική φύση βρίσκεται σε ελάχιστα μέρη. Η χώρα, μεγάλη παραγωγός αγροτικών προϊόντων μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, δεν μπορεί πια να στηρίξει ούτε την εσωτερική της κατανάλωση. Ο νέος πολίτης προσπαθεί μέσω της κατανάλωσης να αποκτήσει ψευδαίσθηση ευημερίας ζώντας σε αστικά κουτιά, αποξενωμένος από τη φύση. Επειδή δεν γνωρίζει πόσος κόπος απαιτείται για την παραγωγή μιας ντομάτας ή ενός μαρουλιού, τα πετάει χωρίς σκέψη. Το έδαφος έχει ζωή και κάθε άλλο παρά άψυχο είναι. Θα μας φροντίζει όσο το φροντίζουμε. Η Ελληνική φύση έχει υποστεί τεράστια πλήγματα τις τελευταίες δεκαετίες. Η κατάσταση είναι οριακά αναστρέψιμη και απαιτεί τη συμμετοχή όλων των πολιτών.


Η Ελλάδα βρίσκεται σε προνομιούχο θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όσον αφορά τη βιοποικιλότητα, λόγω της γεωγραφικής θέσης της, του πολυσχιδούς αναγλύφου, της ποικιλομορφίας των τοπίων της, της μεγάλης ποικιλίας ενδιαιτημάτων, καθώς και του πλούτου και της έκτασης της πολιτιστικής κληρονομιάς της. Για τον λόγο αυτό, φέρει αντίστοιχο βάρος ευθύνης για τη διατήρηση, την αειφορική χρήση της, και τον δίκαιο και ισότιμο καταμερισμό των πλεονεκτημάτων, που θα προκύψουν από τη χρήση των γενετικών πόρων για τις γενιές που έρχονται. Η χώρα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα πλούσια χλωρίδα και πανίδα, καθώς και από μεγάλη ποικιλία τοπίων και οικοσυστημάτων. Ενδεικτικά, για την Ελλάδα, αναφέρονται περί τα 6.600 είδη και υποείδη αγγειόσπερμων φυτών και περισσότερα από 23.000 είδη ζώων της ξηράς και των γλυκών νερών. Από τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της βιοποικιλότητας της Ελλάδας είναι ο υψηλός ενδημισμός στις περισσότερες ζωικές και φυτικές ομάδες. Πολλά ενδημικά είδη έχουν πολύ περιορισμένη εξάπλωση (π.χ. σε μια μόνο νησίδα) και συνεπώς είναι πολύ ευαίσθητα σε διαταραχές. H Ελλάδα φιλοξενεί σπουδαία χερσαία, υγροτοπικά, παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα. Στα χερσαία οικοσυστήματα, μεγάλη έκταση και υψηλή σπουδαιότητα έχουν τα δάση καθώς και τα μεσογειακά οικοσυστήματα (φρύγανα και μακκί). Οι υγρότοποι περιλαμβάνουν λίμνες, έλη, λιμνοθάλασσες, αλυκές, εκβολές κ.ά. Στα παράκτια οικοσυστήματα ανήκουν οι αμμώδεις ακτές, βραχώδεις ακτές, θίνες κ.ά. και στα θαλάσσια οικοσυστήματα περιλαμβάνονται τα λιβάδια Ποσειδωνίας. Ορισμένοι υγρότοποι, όπως οι λιμνοθάλασσες και οι εκβολές θεωρούνται και ως παράκτια οικοσυστήματα. Παραδοσιακά, οι προστατευόμενες περιοχές θεωρούνται ως ο ακρογωνιαίος λίθος της επί τόπου διατήρησης της βιολογικής ποικιλότητας.


Η ελληνική φύση σάς καλεί να την ανακαλύψετε όλες τις εποχές του χρόνου. Ένα μωσαϊκό τοπίων με μοναδική βιοποικιλότητα και οικολογική αξία ξεδιπλώνεται μπροστά σας: σε εθνικά πάρκα, ποτάμια, καταρράκτες, ορμητικά ποτάμια, λίμνες, υδροβιότοπους, οροσειρές, αλλά και στα ηφαίστεια των νησιών της Σαντορίνης, της Νισύρου και της Μήλου. Θα ανακαλύψετε πόσα πολλά μπορεί να κρύβονται σε μία τόσο μικρή χώρα. Παράλληλα, λόγω του ήπιου κλίματος, το ανέγγιχτο από τον άνθρωπο φυσικό μας περιβάλλον προσφέρεται για δραστηριότητες, όπως περπάτημα, ιππασία, οδήγηση off road, ράφτινγκ, καγιάκ, αναρρίχηση, ορειβασία ή canyoning.  Στην Ελλάδα υπάρχουν 419 περιοχές Natura 2000 και 4 Γεωπάρκα που ανήκουν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γεωπάρκων (EGN): η Λέσβος με το Απολιθωμένο Δάσος της, το Φυσικό Πάρκο Ψηλορείτη στην Κρήτη, το Εθνικό Πάρκο Χελμού-Βουραϊκού στα Καλάβρυτα και η περιοχή του Εθνικού Δρυμού Βίκου-Αώου στα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου.


Στους 400 υγροτόπους της χώρας, πολλοί από τους οποίους προστατεύονται από τη συνθήκη Ραμσάρ ή ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000, κυριαρχεί η σπάνια ομορφιά. Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, ο Αμβρακικός Κόλπος, το δάσος της Στροφυλιάς, η Μικρή Πρέσπα, τα Δέλτα των ποταμών Αξιού, Νέστου, Έβρου, Αχελώου και Άραχθου, η λίμνη της Κερκίνης, η Βιστωνίδα και η λιμνοθάλασσα στο Πόρτο Λάγος, οι λίμνες Κορώνεια και Βόλβη, η Βεγορίτιδα, οι λιμνοθάλασσες της Θράκης, η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας: εδώ, ο τόπος «στολίζεται» από πλούσια χλωρίδα και όλων των ειδών τα αμφίβια, θηλαστικά και ψάρια. Τουλάχιστον 446 είδη πουλιών –αρκετά από τα οποία απειλούνται με εξαφάνιση- ζουν στους πολύτιμους υδροβιότοπους των νησιών και της ηπειρωτικής Ελλάδας: αργυροπελεκάνοι, γλαρόνια, κυνηγόπαπιες, ερωδιοί, χρυσαετοί, σπάνια όρνια. Ιδανικές περιοχές για birdwatching: το δάσος της Δαδιάς, το Δέλτα του Έβρου, η λίμνη Κερκίνη, οι λίμνες Χειμαδίτιδα και Ζάζαρη, η Γιάλοβα, ο Όλυμπος, το Δέλτα του Πηνειού.


Είστε λάτρεις του οικοτουρισμού και αναζητάτε τον γνήσιο οικοτουριστικό προορισμό στην Ελλάδα; Η χώρα, με την 11η μεγαλύτερη ακτογραμμή παγκοσμίως, με βουνά και λόφους που καλύπτουν το 80% του εδάφους της, σάς περιμένει. Στους ορεινούς οικισμούς, σας υποδέχεται η μοναδική αρχιτεκτονική ταυτότητα και οι παραδόσεις αιώνων: στο Πήλιο, στα Ζαγοροχώρια, στα Μετέωρα, στον Όλυμπο, στην Πίνδο, στη Ροδόπη, στην Ορεινή Αρκαδία, στη Μεσσηνία, στην Ορεινή Ναυπακτία, στον Ταΰγετο, στον Πάρνωνα, στην Κρήτη με τον Ψηλορείτη, στα Λευκά Όρη και στα φαράγγια. Μέσα από μονοπάτια και δασικούς δρόμους, θα ανακαλύψετε την ανεξερεύνητη φύση της Ελλάδας σε ποτάμια, λίμνες και θερμές πηγές, δάση, καταρράκτες και λιβάδια, αλλά και την ανθρώπινη ιστορία σε αρχαίους ναούς, κάστρα και εκκλησίες. Η γνήσια εμπειρία φύσης στην Ελλάδα συμπληρώνεται από την αυθεντική φιλοξενία. Οι ντόπιοι σάς καλωσορίζουν σε παραδοσιακούς ξενώνες και οικογενειακά ξενοδοχεία. Σας κερνούν τοπικά πιάτα, κρασί, ρακή και άλλα αγνά αγαθά σε εστιατόρια και ταβέρνες. Στους αγροτουριστικούς ξενώνες και τις οικολογικές φάρμες, θα γίνετε ένα με τους ντόπιους και θα συμμετέχετε σε αγροτικές εργασίες, άρμεγμα ζώων, παραγωγή τυριών, το μάζεμα της ελιάς. Εδώ, θα κόψετε φρούτα και λαχανικά από τον μπαξέ, θα μαζέψετε ελιές, θα τρυγήσετε σταφύλια και θα πάρετε μέρος στην απόσταξη της ρακής, αλλά και σε τοπικά φεστιβάλ και γιορτές που σας συστήνουν την παράδοση κάθε τόπου. Φεύγοντας, θα πάρετε την εμπειρία μαζί σας, σε ένα βαζάκι μέλι, βότανα, γλυκά του κουταλιού και κουλουράκια. 
Πηγή : http://www.biodiversity-info.gr/index.php/el/greek-nature-and-biodiversity
https://www.discovergreece.com/el/travel-ideas/article/nature
https://www.viologika.gr/blog/kalliergeies/elliniki-fysi.php

Η αγροτική ανάπτυξη στην Ελλάδα την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Μέρος Β)

Τα μεγάλα αγροκτήματα αποτελούσαν την εξαίρεση: παρ’ όλο ότι το δημόσιο υποχρεώθηκε να παραχωρήσει προνόμια στους αγοραστές “των αγαθών του υπάρχου”, που ήταν, χωρίς αμφιβολία, δύσκολο να πουληθούν, και παρ’ ότι ο εγγονός του Ιππάρχου, Ηρώδης ο Αττικός, μπόρεσε να ανασυγκροτήσει στην Κηφισιά εκτεταμένα αγροκτήματα, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες αρκούνταν ασφαλώς σε μικρούς και συχνά κατακερματισμένους κλήρους. Η ελαιοκομία παρέμεινε, χωρίς αμφιβολία, πολύ προσοδοφόρα: για να εμποδίσει την εξαγωγή ολόκληρης της σοδειάς. Ο Αδριανός υποχρέωσε με νόμο τους παραγωγούς να πουλούν στο κράτος ορισμένο ποσοστό της ετήσιας συγκομιδής τους. Η σιτοπαραγωγή παρέμενε ανεπαρκής: οι Αθηναίοι εισήγαν σιτάρι από τις νησιωτικές κτήσεις τους [ Λήμνο, Ίμβρο, Σκιάθο ] αλλά και από το εξωτερικό. Τον 1ο αιώνα το μέλι του Υμηττού το εκτιμούσαν ιδιαίτερα στην Ιταλία. Το κρασί, που ήταν μέτριας ποιότητος, καταναλισκόταν επί τόπου.
Η αττική κεραμουργία δεν παρήγαγε παρά μόνο χονδροειδή σκεύη καθημερινής χρήσεως, καθώς και πλίνθους ή κεραμίδια για τις στέγες ορισμένων κτιρίων. Τα κομψότερα αγγεία εισάγονταν από την Ιταλία αρχικά και έπειτα από την Γαλατία. Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους οι λυχνοποιοί κατόρθωσαν να αντέξουν στον κορινθιακό ανταγωνισμό, αλλά η Αττική δεν εξήγαγε λύχνους πριν από 3ο αιώνα μ.Χ. 


Η εξόρυξη μαρμάρου από τα λατομεία της Πεντέλης, συνεχίσθηκε τόσο για τις ανάγκες εξαγωγής [ στην κυρίως Ελλάδα, Ιταλία, Μικρά Ασία ], όσο και για τις οικοδομικές ανάγκες της Αττικής και για τις μεγάλες ανεπίγραφες στήλες – καταλόγους πρυτάνεων και εφήβων, αυτοκρατορικές επιστολές, τιμητικά ψηφίσματα – που αποτελούσαν τα αρχεία της πόλεως. Ο συρμός των αγαλμάτων και των τιμητικών ερμαϊκών στηλών πρόσφερε επίσης απασχόληση στους λιθοξόους και στους χαράκτες, ακόμη και αν, για λόγους οικονομίας αναγκάζονταν καμιά φορά να χρησιμοποιούν παλαιά αγάλματα, των οποίων άλλαζαν απλώς τις κεφαλές. Οι Αθηναίοι γλύπτες εξακολουθούν να επιδίδονται με επιδεξιότητα στην κατεργασία των πολύτιμων υλικών, όπως του χρυσού και του ελεφαντοστού για την κατασκευή χρυσελεφάντινων αγαλμάτων. Όλοι όμως αυτοί οι βιοτέχνες εργάζονταν και για την εξαγωγή, ο Πλούταρχος είδε επί Δομιτιανού στην Αθήνα κίονες λαξευμένους, έτοιμους να φορτωθούν για τη Ρώμη. Τα αντίγραφα αρχαϊκών και κλασσικών έργων τέχνης, που εκτιμούσαν πολύ οι πλούσιοι Ρωμαίοι, καθώς και τα ανάγλυφα, οι επιτύμβιες στήλες και τα αγάλματα νέο-αττικής τεχνοτροπίας γνώρισαν μεγάλη ζήτηση από τον 1ο αιώνα π.Χ. Η κατασκευή ή αντιγραφή έργων τέχνης ήταν μία από τις σπάνιες δραστηριότητες ,που είχαν κυρίως ως στόχο την εξαγωγή.


Ένας νόμος του Αδριανού παρακινούσε τους ψαράδες της περιοχής να έρχονται να πουλούν τα ψάρια τους απευθείας στην Ελευσίνα, ώστε να αποφευχθεί η άνοδος των τιμών από την κερδοσκοπία των μεσαζόντων. Εκτός από τα δημητριακά της Θράκης, του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου, η Αθήνα εισήγαγε ξυλεία από τον Πόντο και την Προποντίδα, κρασιά από την Χίο και από τη Σάμο, χαλκό και κασσίτερο από το βόρειο Αιγαίο και πάπυρο από την Αίγυπτο για της ανάγκες της εκπαίδευσης και του εμπορίου των βιβλίων. Για ορισμένα είδη πολυτελείας, όπως ο λιβανωτός, το μύρο και άλλα αρωματικά φυτά, που ακολουθώντας το δρόμο των καραβανιών έφθαναν είτε μέσω Συρίας, είτε μέσω Αλεξάνδρειας, η Αθήνα χρησίμευε ως διαμετακομιστικό κέντρο προς τις άλλες πόλεις της κυρίως Ελλάδας ή της Δύσης. Λόγω της προτίμησης των Ρωμαίων προς τα πολύχρωμα μάρμαρα και τις πολύτιμες ύλες η Αθήνα εισήγαγε επίσης, για τη διακόσμηση δημοσίων κτιρίων ή πλουσίων επαύλεων, αλάβαστρο, μάρμαρα από την Κάρυστο, την Εύβοια, τη Σκύρο, τη Λιβύη, βαθύχρωμους πορφυρίτες από την Αίγυπτο. Πολλά από αυτά τα μάρμαρα, κατεργασμένα από Αθηναίους τεχνίτες, επανεξάγονταν στην Ιταλία. Από τις επιτύμβιες στήλες πολλών ξένων, που πέθαναν στον Πειραιά, σχηματίζεται μια μάλλον θετική εικόνα του υπερπόντιου εμπορίου των Αθηνών κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους. Η Αθήνα διατηρούσε μόνιμες σχέσεις με τις πόλεις της Βόρειας Ελλάδος [ Ήπειρο, Θεσσαλία, Αιτωλία, Λοκρίδα, Βοιωτία ], της Πελοποννήσου [ κυρίως την Κόρινθο ], της Εύβοιας [κυρίως την Κάρυστο ], της Μακεδονίας της Θράκης, της Βιθυνίας και του Πόντου, με περιοχές της Μικράς Ασίας [ Μυσία, Αιολίδα, Ιωνία, Λυδία, Φρυγία, Καρία, Παμφυλία, Γαλατία ], με τις πόλεις της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου. Αλλά ο όγκος των εξαγωγών – λαδιού, ειδών πολυτελείας, έργων τέχνης – φαίνεται ισχνός σε σχέση με τον όγκο των εισαγωγών, πράγμα που εξηγεί εν μέρει τις οικονομικές δυσκολίες των Αθηνών.


Είναι μάλιστα βέβαιο ότι οι Ιταλοί “πραγματευόμενοι” δεν παραμέλησαν την Πελοπόννησο, ενδεικτικό της αναπτύξεως εμπορικών δραστηριοτήτων. Οι επιγραφές μαρτυρούν παρουσία τους στο Άργος, τον 1ο αιώνα π.Χ., στην Κλείτορα της Αρκαδίας, στη Μεσσηνία, όπου ήταν κάτοχοι μεγάλων εκτάσεων, στο Γύθειο της Λακωνίας και στο Αχαΐας. Η παρουσία τους όμως φαίνεται ότι ήταν σχετικά ασήμαντη στην Πάτρα, πράγμα περίεργο την εποχή κατά την oποία η Κόρινθος ήταν κατεστραμμένη. Αυτό οφείλεται ασφαλώς στο γεγονός ότι το λιμάνι δεν είχε ακόμη τη σπουδαιότητα που απέκτησε μετά την ίδρυση της αποικίας από τον Αύγουστο και που την διατήρησε ως τη σύγχρονη εποχή. Η αλληλογραφία του Κικέρωνος μας πληροφορεί ότι, τον καιρό της μεταβάσεώς του στην Ελλάδα, ο διάπλους μεταξύ Βρεντεσίου και Πατρών ήταν πλημμελέστατα οργανωμένος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αυτή πόλη, της οποίας μειώθηκε εν μέρει ο πληθυσμός, μετά από την ήττα του 146 π.Χ., άργησε να ανακτήσει την ευημερία της.
Δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση συνεπαγόταν μια σημαντική αλλαγή προοπτικής στην εκτίμηση της οικονομικής ευημερίας ή της δυνάμεως μιας πόλεως, ή περιοχής. 


Για τους κλασσικούς χρόνους, η σχετική δύναμη των πόλεων πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με τις άλλες ελληνικές πόλεις μόνο, αφού η Ελλάδα αποτελεί μια ιδιαίτερη ενότητα. Από το 146 π.Χ., αντίθετα, η Ελλάδα και οι περιοχές που την απαρτίζουν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο της λεκάνης της Μεσογείου. Είναι όμως βέβαιο ότι η Πελοπόννησος, όσο και αν ευημερούσε, δεν μπορούσε ωστόσο κατά κανένα τρόπο να συναγωνισθεί, στους κόλπους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, άλλες περιοχές πιο εύφορες ή πιο δραστήριες. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπεται, ότι οι πόλεις της Πελοποννησιακής συμμαχίας κατόρθωσαν να νικήσουν, έπειτα από αγώνες τριάντα ετών, την Αθήνα και τη θαλασσοκρατορία της, μόνο χάρη στον περσικό χρυσό, που επέτρεψε στους Σπαρτιάτες να επανδρώσουν στόλο. Αυτή την αλλαγή προοπτικής δεν ελάμβαναν αρκετά υπόψη οι αρχαίοι συγγραφείς, όταν συνέκριναν την ερήμωση των πόλεων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους με την παλαιά τους ακμή. Η Πελοπόννησος ήταν βέβαια μια εύφορη περιοχή, ικανή να διαθρέψει τους κατοίκους της, αλλά δεν παρήγαγε ποτέ πλεονάσματα επαρκή για εξαγωγές σε μεγάλη κλίμακα.


Εκτός από την κτηνοτροφία (ίπποι, όνοι, ημίονοι, αίγες, πρόβατα), η Αρκαδία φημιζόταν κατά την αρχαιότητα για το γάλα της, στο οποίο αποδίδονταν φαρμακευτικές ιδιότητες. Τα όρη, αλλά ακόμη και οι πεδιάδες της, παρήγαγαν μέτριας μάλλον ποιότητος ξυλεία. Μερικοί θεώρησαν τη Μαντινεία και την Τεγέα από τη μια, τη Μεγαλόπολη από την άλλη, δύο διαφορετικούς τύπους αρκαδικών πόλεων. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, στις πρώτες η δασοκομία υποκατέστησε σταδιακά τη γεωργία και ο πληθυσμός τους σημείωσε αύξηση, καθώς αναπτύχθηκαν ως κτηνοτροφικά και δασοκομικά εμπορικά κέντρα. Πάντοτε κατά την ίδια θεωρία μειώθηκε, αντίθετα, σταδιακά ο πληθυσμός της Μεγαλουπόλεως, που έγινε τόπος κατοικίας γαιοκτημόνων και διοικητικών παραγόντων. Ορισμένα στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή τη διαφορά, η σημασία της όμως δεν πρέπει να υπερτιμηθεί. Είναι πάντως βέβαιο ότι το σύστημα της μεγάλης εγγείου ιδιοκτησίας, που απασχολούσε πλήθος δούλων, ποτέ δε διαδόθηκε πολύ στην Ελλάδα. Οι σωζόμενες μαρτυρίες δείχνουν μάλλον ότι οι καλλιεργητές και οι βοσκοί ήταν συνήθως ελεύθεροι πολίτες. Η Μεσσηνία ήταν κυρίως περιοχή γεωργική. Η ευημερία της, που αναφέρθηκε ήδη, εξηγείται εύκολα την εποχή αυτή, κατά την οποία το σιτάρι ήταν ακριβό. Αντίθετα δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για την κατάσταση στην Λακωνία. Εκτός από τη βιοτεχνία πορφύρας, είναι γνωστό ότι εκτρέφονται εκεί εξαιρετικής ποιότητας ίπποι, που εξάγονταν στη Ρώμη, όπως οι ίπποι της Θεσσαλίας και της Αιτωλίας. Στο Tαίναρο υπήρχαν μεταλλεία σιδήρου και λατομεία μαύρου μαρμάρου. Η Λακωνία φημιζόταν επίσης για την παραγωγή ενός πράσινου μαρμάρου, που οι αρχαίοι το θεωρούσαν ποικιλία πορφυρίτη.


Και της Αργολίδος οι κυριότεροι πόροι προέρχονταν ασφαλώς από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η ευημερία της είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Το Άργος ήταν αρκετά σημαντικό εμπορικό κέντρο ώστε να προσελκύει Ιταλούς και άλλους ξένους εμπόρους. Η Συκιών φημιζόταν για τους ελαιώνες της: κατά την αυτοκρατορική περίοδο μαρτυρείται και βιοτεχνία πλίνθων. Η μελέτη της νομισματικής κυκλοφορίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κόρινθος είχε εντατικές εμπορικές σχέσεις με τις γειτονικές της πόλεις κυρίως : προηγούνται κατά πολύ η Σικύων και το Άργος και ακολουθεί η Πάτρα. Το ύψος των συναλλαγών με τις υπόλοιπες πελοποννησιακές πόλεις υπερέβαινε κατά πολύ τις συναλλαγές της με την Ανατολή. Έτσι η Κόρινθος δίνει την εντύπωση μητροπόλεως-λιμένος μάλλον, του οποίου ενδοχώρα ήταν ολόκληρη χερσόνησος, παρά διαμετακομιστικού σταθμού μεταξύ της Ιταλίας και της Μικράς Ασίας. Οι πήλινοι λύχνοι και η κεραμική αποτελούν μία άλλη ενδιαφέρουσα πηγή πληροφοριών. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1ου αι. π.Χ., φαίνεται ότι στις ελληνικές αγορές κυριαρχούσε η ιταλική κεραμική. Αργότερα, ίσως λόγω μιας πτώσεως της ποιότητος των ιταλικών προϊόντων, δεν απαντούν πια στην Κόρινθο παρά τοπικές απομιμήσεις, χωρίς μεγάλη καλλιτεχνική αξία. Την παρακμή αυτή ακολούθησε κατά το 2ο αι. μ.Χ. μια αναγέννηση, οπότε τα κορινθιακά εργαστήρια παρήγαγαν λύχνους εξαιρετικής ποιότητος, με θαυμαστή διακόσμηση, ευρύτατα διαδεδομένους στον ελληνικό χώρο. Από το τέλος όμως του 2ου ή τις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. τα κορινθιακά προϊόντα υποχωρούν βαθμιαία και υποκαθίστανται από τα αθηναϊκά.


Η μόνη πόλη, στην οποία οι πηγές μας επισημαίνουν βιοτεχνική δραστηριότητα, είναι η Πάτρα, μια υφαντουργική βιοτεχνία της οποίας χρησιμοποιούσε το βύσσο, που καλλιεργούνταν στην Ήλιδα και η οποία γι’ αυτόν το λόγο αποτελούσε πόλο έλξεως των γύρω πληθυσμών. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ,λόγω των αργαλειών, οι γυναίκες στην Πάτρα ήταν πολύ περισσότερες από τους άνδρες. Γενικά, οι πόροι της Πελοποννήσου ,κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, ήταν ασφαλώς ίδιοι με εκείνους των πρώτων 150 ετών της ρωμαιοκρατίας. Δύο σημαντικά γεγονότα επέδρασαν πάντως στην εξέλιξη της Πελοποννήσου, κατά το τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. : η εγκατάσταση ρωμαϊκών αποικιών στην Κόρινθο, στη Δύμη και αργότερα στην Πάτρα, και η εδραίωση, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου, της ρωμαϊκής ειρήνης.


H ρωμαϊκή κατοχή προκάλεσε σε μια πρώτη φάση, και ιδιαίτερα σε ένα τμήμα της Ηπείρου, μια μακροχρόνια οπισθοδρόμηση της ευημερίας και του πολιτισμού, είναι ωστόσο επίσης αλήθεια ότι, μακροπρόθεσμα, τα αποτελέσματα της ρωμαϊκής παρουσίας προσέλαβαν μια τροπή πιο θετική, παρ’ όλο ότι αλλοίωσαν την ομαλή εξέλιξη, που θα είχαν γνωρίσει αυτές οι περιοχές της δυτικής Ελλάδος, αν δεν είχαν υποστεί την ξένη κατάκτηση. Φαίνεται ότι αρχικά το ενδιαφέρον των Ιταλών για την ανατολική όχθη του πορθμού του Υδρούντος δε μειώθηκε με την οριστική κατάληψη αυτής της χώρας, εκδηλώθηκε μάλιστα με την εγκατάσταση μεγάλων γαιοκτημόνων, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος των οποίων ήταν ο φίλος του Κικέρωνος, Τίτος Πομπώνιος Αττικός. Ε


Είναι ακριβώς αυτός ο κύκλος, του Αττικού και των φίλων του, αυτών των “Ηπειρωτικών” [ Epirotici ], που αξιοποιούν από κοινού τις αγρονομικές τους γνώσεις, ο οποίος περιγράφεται από τον Ουάρρωνα στο έργο του “Περί γεωργίας”. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως αυτός ο αγροτικός αποικισμός θα αναπτυσσόταν κυρίως στις περιοχές τις ερημωμένες από τους κατοίκους τους μετά την καταστρεπτική επιδρομή του Αιμιλίου Παύλου. Στην πραγματικότητα όμως ο Αττικός απέκτησε πολύ μεγάλη έκταση γης, όπου επιδόθηκε στην κερδοσκοπική κτηνοτροφία, ήδη από το 59 π.Χ., στο Βουθρωτό. Αλλά η περιοχή του Βουθρωτού, διέφυγε τη λεηλασία του ρωμαϊκού στρατού το 167 π.Χ., συνεπώς σε βάρος του πληθυσμού της περιοχής δημιουργήθηκαν τα μεγάλα αυτά αγροκτήματα, που ήταν αφιερωμένα στην κτηνοτροφία. Κατά την ηπειρωτική του εκστρατεία, του 48 π.Χ., ο Καίσαρας, άφησε μια λεγεώνα στο Βουθρωτό. Το 44 π.Χ. η κατάσταση έγινε σοβαρότερη, δύο ή τρεις χιλιάδες παλαίμαχοι ήταν έτοιμοι να επιβιβασθούν στην Ιουλία αποικία, ο Κικέρων προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να εμποδίσει τον απόπλου ή τουλάχιστον να κατευθύνει την επιχείρηση προς άλλη χώρα. Ο θάνατος του Καίσαρα δε ματαίωσε το σχέδιο, που τελικά πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε αργότερα με νέες αποστολές παλαιμάχων, αφού η αποικία του Καίσαρος επανιδρύθηκε από τον Αύγουστο.


Η ανάγκη να αναπτυχθούν οι επικοινωνίες, ιδίως για τη διακίνηση των προϊόντων της ενδοχώρας προς τα παράλια απέναντι στην Ιταλία, οδήγησε στη δημιουργία σημαντικού οδικού δικτύου. Αποδίδεται συχνά μεγάλη σημασία στη Εγνατία οδό, που ένωνε το Δυρράχιο και την Απολλωνία με τη Θεσσαλονίκη, ακολουθώντας την κοιλάδα του Γενούσου και κατά μήκος της Λυχνίτιδος λίμνης. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η οδός αυτή υπήρχε και χρησιμοποιούταν πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Το μόνο που έκαμαν οι ρωμαίοι κατακτητές ήταν να βελτιώσουν το κράσπεδο και να εξασφαλίσουν το δρόμο αυτό, ελέγχοντας τις γειτονικές περιοχές. Υπήρχαν δύο άλλοι δρόμοι για την προσπέλαση της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας: α] ο ένας με αφετηρία την Απολλωνία και την Αυλώνα έφθανε στην κοιλάδα του Δρίνου και στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και διέσχιζε την Πίνδο στον αυχένα του Μετσόβου, β] ο άλλος, με αφετηρία την Αμβρακία, έφθανε στους Γόμφους μέσω Πετρωτού. 


Ως προς την πρωτογενή παραγωγή η Μακεδονική γη εξακολουθούσε να παράγει τα ίδια φυτά και να εκτρέφει τα ίδια ζώα, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο. Η καλλιέργεια δημητριακών, η αμπελοκομία, η ελαιοκομία, καθώς και η καλλιέργεια ποικίλων άλλων οπωροφόρων δέντρων υπήρχε στην πέρα του Στρυμόνος Μακεδονία. Η σπουδαιότητα της αλιείας εξ’ άλλου για την οικονομία της περιοχής των λιμνών είναι αναμφισβήτητη. Αλλά, παρ’ όλο το γεωργικό της πλούτο και την σχετική επισιτιστική της αυτάρκεια, η Μακεδονία, ιδίως οι μεγάλες πόλεις της ενδοχώρας, ο ανεφοδιασμός των οποίων σε περίπτωση χαμηλής επιτόπιας παραγωγής προσέκρουε σε προβλήματα μεταφοράς, δεν ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη από τον κίνδυνο σιτοδείας. Περιπτώσεις, κατά τις οποίες χρειάσθηκε η παρέμβαση πλουσίων τοπικών ευεργετών, εμφανίζονται σε όλη τη διάρκεια της ρωμαιοκρατίας. Οι Ρωμαίοι το 167 π.Χ. επέτρεψαν την εκμετάλλευση μόνο των ορυχείων χαλκού και σιδήρου, ενώ έκλεισαν τα ορυχεία χρυσού και αργύρου. Η εκμετάλλευση των πρώτων ανατέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές των μερίδων, οι οποίες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν το μισό των κερδών, υπό μορφή φόρου, στη Ρώμη. Η λειτουργία του συστήματος ήταν τόσο επιτυχής, ώστε η μέθοδος επεκτάθηκε το 158 π.Χ. και στα ορυχεία αργύρου και χρυσού. Η άφθονη κοπή χαλκών νομισμάτων από τις μακεδονικές πόλεις και ιδίως από το κοινό ως τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. δεν αφήνει αμφιβολίες για τη σταθερότητα και το ύψος της παραγωγής. Η κοπή αργυρών νομισμάτων διακόπηκε το αργότερο τον 1ο αιώνα π.Χ. Δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα κατά πόσον η διακοπή πρέπει να αποδοθεί σε λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή αν συνδέεται με κάμψη της παραγωγής. Ο Στράβων την εποχή του Αυγούστου αναφέρει την ύπαρξη μεταλλείων χρυσού και αργύρου στο Παγγαίο.



Όσον αφορά το χρυσό, το πιθανότερο είναι ότι η εξόρυξη περιοριζόταν σε επιφανειακά κοιτάσματα, τα οποία εξαντλήθηκαν κατά την προαυτοκρατορική περίοδο. Όσον αφορά όμως τον άργυρο, η εξόρυξή του στην ανατολική Μακεδονία δεν αποκλείεται να συνεχίσθηκε και κατά την αυτοκρατορική περίοδο.
Στις επιγραφές των μακεδονικών πόλεων, ιδίως εκείνων που διασχίζονταν από τις μεγάλες οδικές αρτηρίες, αναφέρεται σημαντικός αριθμός εμπόρων, συνήθως ρωμαίων, οι οποίοι είχαν προφανώς στα χέρια τους το μεγάλο εμπόριο της επαρχίας. Μερικές φορές αναφέρονται πορφυροπώλες και ξυλέμποροι και σε μια περίπτωση είναι σαφές ότι πρόκειται για δουλεμπόριο. Η σημασία του τελευταίου αυτού είδους εμπορίου επιβεβαιώνεται από επιγραφή, της Παρθικοπόλεως πιθανότατα, όπου οι δούλοι, μαζί με τα βόδια και τα αργυρά αντικείμενα , αναφέρονται ως είδη, η εμπορία των οποίων υποβάλλεται κατεξοχήν στη φορολογία.
Πηγή : http://8gym-perist.att.sch.gr/Programes/Via%20Romana/Culture/prod.htm

Η αγροτική ανάπτυξη στην Ελλάδα την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Μέρος Α)

Τι είδους λαός ήταν αυτοί οι Ρωμαίοι; Αν πιστέψουμε τον Αστερίξ, που τους γνώριζε από πρώτο χέρι, ήταν τρελοί. Δυστυχώς ή ευτυχώς, εμείς δεν έχουμε τη δυνατότητα να τους γνωρίσουμε από τόσο κοντά· έχουμε, όμως, τα γραπτά που μας άφησαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, τα κτίρια και τα μνημεία τους, καθώς και τις μαρτυρίες άλλων λαών της αρχαιότητας. Και όλα αυτά μάλλον διαψεύδουν τον Αστερίξ.
Στις πρώτες αρχές της, η ρωμαϊκή κοινωνία ήταν καθαρά αγροτική και στηριζόταν στη συνοχή της οικογένειας, που ήταν πατριαρχική. Οι πάντες όφειλαν τυφλή υπακοή στον πατέρα-αφέντη, κι αυτός είχε κάτω από την αυστηρή επίβλεψή του τους πάντες και τα πάντα: τη σύζυγο, τα παιδιά, τους υπηρέτες, τα ζωντανά και τα σπαρτά. Καλός άνθρωπος για τους Ρωμαίους σήμαινε καλός νοικοκύρης· και ο καλός νοικοκύρης έπρεπε πάνω απ᾽ όλα να διακρίνεται από πνεύμα οικονομίας. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό σήμαινε ότι τα έξοδα δεν ήταν περισσότερα από τα έσοδα και όλοι είχαν ακριβώς ό,τι χρειάζονταν για να ζουν με αξιοπρέπεια· στη χειρότερη περίπτωση σήμαινε απλώς τσιγκουνιά. Ως φαίνεται, οι παλιοί Ρωμαίοι ήταν βασικά τσιγκούνηδες - αλλά αυτό δεν το πρόσεξε ο Αστερίξ.
Μια καλή απόδειξη γι᾽ αυτό μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο που έγραψε ένας πολύ σημαντικός Ρωμαίος. Έζησε από το 234 μέχρι το 149 π.Χ., τον λέγανε Κάτωνα, κουρευόταν και χαμογελούσε σπάνια, αλλά ήταν έντιμος και τον εμπιστεύονταν όλοι οι συμπολίτες του. Το βιβλίο του είχε για θέμα τη διαχείριση του νοικοκυριού και κυρίως τα καθήκοντα του γεωργού στη διάρκεια του χρόνου. 


Γράφει, λοιπόν, ο γερο-Κάτωνας ότι ένας καλός νοικοκύρης πρέπει να φροντίζει έγκαιρα τις εποχιακές γεωργικές εργασίες, να κάνει τακτική συντήρηση στα γεωργικά του εργαλεία για να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση και να μην κάνει περιττά έξοδα για πράγματα, αλλά και για πρόσωπα, που είναι άχρηστα: Αν οι δούλοι αρρωστήσουν, αυτό σημαίνει ότι έτρωγαν περισσότερο από όσο έπρεπε. Τα γερασμένα βόδια, το παλιό αλέτρι, τα παλιά εργαλεία, ο γερασμένος και ο άρρωστος δούλος πρέπει να πουλιούνται. Ο αφέντης του σπιτιού πρέπει γενικά να πουλάει και όχι να αγοράζει.
Δεν ξέρουμε αν το βιβλίο του Κάτωνα έγινε «μπεστ σέλερ»· αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι παλιοί Ρωμαίοι θα συμφωνούσαν λίγο πολύ με αυτές τις απόψεις, όχι τόσο επειδή ήταν σκληροί και απάνθρωποι αλλά μάλλον επειδή αγαπούσαν τις πρακτικές λύσεις.
Αυτό το πρακτικό πνεύμα το καλλιεργούσαν από τα πρώτα κιόλας μαθητικά τους χρόνια. Ο Οράτιος, ένας πολύ σημαντικός ρωμαίος ποιητής, αφηγείται το ακόλουθο στιγμιότυπο: σε μια τάξη του δημοτικού τα παιδιά μαθαίνουν πρόσθεση και αφαίρεση· ο δάσκαλος βάζει ασκήσεις και ενθουσιάζεται όταν ακούει τις σωστές απαντήσεις. «Μπράβο, παιδιά!» λέει. «Μεθαύριο που θα μεγαλώσετε θα γίνετε σωστοί νοικοκύρηδες.» Ο Κάτωνας θα συμφωνούσε απόλυτα: Οι πρόγονοί μας δεν είχαν σε καμιά εκτίμηση την ποίηση, και όποιον ασχολούνταν μ᾽ αυτήν τον χαρακτήριζαν τσαρλατάνο και αγύρτη. Τάδε έφη ο γερο-Κάτωνας. Είναι αμφίβολο αν ο άνθρωπος αυτός πείστηκε ποτέ ότι οι ποιητές χρειάζονται.


Οι Ρωμαίοι τηρούσαν ευλαβικά τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους. Βαθμιαία η κοινωνία τους διαμόρφωσε ένα σύνολο αξιών και αρχών που, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι ίδιοι, χαρακτήριζε το ρωμαϊκό έθνος από παλιά. Τέτοιες αρετές ήταν, για παράδειγμα, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς, η κοινωνική ευπρέπεια, ο λιτός τρόπος ζωής και ο σεβασμός τόσο για την οικογένεια όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Είναι αλήθεια ότι όλοι οι λαοί διαθέτουν έναν δικό τους κατάλογο με εθνικές αρετές· όμως, τουλάχιστο στην αρχαιότητα, οι Ρωμαίοι είναι οι μόνοι που διαφημίζουν τόσο επίμονα τα εθνικά τους προσόντα και οι μόνοι που χρησιμοποιούν τόσο συστηματικά τα προγονικά «ήθη και έθιμα» ως το σημαντικότερο παιδαγωγικό μέσο. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιας αυτοδιαφήμισης μας δίνει ο Κικέρωνας, μεγάλος ρήτορας και πολιτικός: Ποιος άλλος λαός έδειξε τέτοια σοβαρότητα συμπεριφοράς, τέτοια σταθερότητα χαρακτήρα, τέτοιο ηρωισμό, τέτοια χρηστότητα ήθους, τέτοια εντιμότητα; Ποιοι διέπρεψαν τόσο σε κάθε είδος αρετής ώστε να μπορούν να συγκριθούν με τους πατεράδες μας;


Φυσικά ο Κικέρωνας δεν περιμένει απάντηση (η ερώτηση είναι, όπως λέμε, απλώς ρητορική) - ή, μάλλον, η μόνη απάντηση που περιμένει είναι: «κανείς άλλος». Αλλά την ίδια απάντηση δεν περιμένουν όλοι εκείνοι, σε όποια εθνικότητα και αν ανήκουν, που αναλαμβάνουν να εκφωνήσουν πανηγυρικούς λόγους σε εθνικές γιορτές και επετείους; Όλοι παινεύουμε κάποτε το σπίτι μας για να μην πέσει και μας πλακώσει. Το ερώτημα είναι αν και πόσο το σπίτι μας αξίζει αντικειμενικά το παίνεμα. Και στην περίπτωσή μας: αξίζει τόσο παίνεμα το σπίτι που παινεύει ο Κικέρωνας; Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ομάδες που κατοικούσαν στην ιταλική χερσόνησο οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να επιβάλουν σταδιακά τη στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία τους, να ενώσουν όλη την Ιταλία κάτω από την ηγεμονία τους και στη συνέχεια να επεκταθούν όχι μόνο σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου αλλά και σε πολλές βορειότερες περιοχές της Ευρώπης. Πώς και γιατί απέκτησε τέτοια δύναμη η μικρή και κλειστή γεωργική κοινωνία που αρχικά ήταν περιορισμένη στο Λάτιο, μια περιοχή της κεντρικής Ιταλίας που είχε για πρωτεύουσα της τη Ρώμη; Η απάντηση που θα έδιναν ο γερο-Κάτωνας, ο Κικέρωνας, αλλά και οι περισσότεροι απλοί Ρωμαίοι είναι: επειδή το ρωμαϊκό έθνος διατήρησε τις αρχές και τις αξίες των παλιών Ρωμαίων. Την ίδια απάντηση φαίνεται να δίνουν και πολλοί σύγχρονοί μας μελετητές της ρωμαϊκής ιστορίας. Και αν τόσοι πολλοί συμφωνούν, τότε ένα μέρος τουλάχιστο της αλήθειας πρέπει να βρίσκεται πράγματι σ᾽ αυτή την απάντηση.


Η Ρωμαϊκή κυριαρχία ευνόησε σημαντικά τις εξαγωγές και τις ιταλικές επενδύσεις στη Μακεδονία και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι “πραγματευόμενοι”, δηλαδή οι Ιταλοί επιχειρηματίες [ με την ευρεία έννοια της λέξεως: μεγαλέμποροι, τραπεζίτες μεγαλοκτηματίες, που εκμεταλλεύονταν αμπελώνες ή βοσκοτόπους ] συνέρευσαν στον Ελληνικό χώρο, κυρίως από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. και έφθασαν στο μέγιστο της εξαπλώσεώς τους τον 1ο αιώνα π.Χ. Ο πλουτισμός των ανώτερων ιταλικών τάξεων [ και συγκεκριμένα εκείνων της Ρώμης ] και η υποστήριξη, που αυτοί οι άνθρωποι κατόρθωσαν να εξασφαλίζουν κατά γενικό κανόνα από τα όργανα της εξουσίας, είναι δύο συνέπειες τις ρωμαϊκής ηγεμονικής πολιτικής, που εξηγούν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο αυτό. Επίσης, από το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ., η Ιταλία άρχισε να εξάγει προς την Ελλάδα προϊόντα, π.χ. κρασί, που ως τότε κυρίως εισήγαγε. Ωστόσο, οι ρωμαϊκές αρχές φαίνεται ότι απλώς ευνόησαν αυτή την εξέλιξη με το γεγονός και μόνο της εξουσίας και της επιβουλής τους. Συγκεκριμένα μέτρα πού έλαβαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ή απέσπασαν από τους Έλληνες, για να αποκλείσουν το ελληνικό εμπόριο από την ιταλική αγορά, δεν μας είναι γνωστά.


Ο σίτος ήταν το μόνο προϊόν του οποίου το Ρωμαϊκό κράτος ρύθμιζε τις εισαγωγές στη Ρώμη και ως ένα σημείο την παραγωγή στις επαρχίες, που τροφοδοτούσαν την πρωτεύουσα. Η Μακεδονία όμως και η κυρίως Ελλάδα, όντας περιοχές όπου δεν παρήγαγαν αλλά εισήγαγαν κατά κανόνα σιτηρά, δε θίγησαν από την προοδευτική οργάνωση της αννώνης. Η διάταξη, με την οποία επιβλήθηκε το 187 π.Χ. στην Αμβρακία να εξαιρέσει τους Ρωμαίους και τους Λατίνους από τους τελωνειακούς δασμούς, δε φαίνεται σύνηθες μέτρο. Κατά την περίοδο της ελεύθερης πολιτείας για την περιοχή σημαντική ήταν η απόφαση που έλαβε η Σύγκλητος να ανακηρύξει τη Δήλο ελεύθερο λιμένα, όταν το 167 π.Χ. θέλησε να καταφέρει πλήγμα εναντίον της ροδιακής ευημερίας. Λαμβάνοντας ένα μέτρο επωφελές για τους εμπορευόμενους όλων των εθνοτήτων, η Ρώμη αρκέσθηκε να εγγυηθεί συνθήκες γενικά ευνοϊκές για τις δραστηριότητες των Ρωμαίων επιχειρηματιών. Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους γίνεται οικειοποίηση ορισμένων επαρχιακών πόρων. Τα ορυχεία και τα λατομεία περιήλθαν συστηματικά με ελάχιστες εξαιρέσεις στην κυριότητα του ρωμαϊκού δημοσίου. Αντίθετα τα μονοπώλια των αρχαίων αυτόνομων πόλεων διατηρήθηκαν ανέπαφα [ π.χ. τα δικαιώματα αλιείας του Βυζαντίου στην Προποντίδα].


Ωστόσο ο κυριότερος επαρχιακός πλούτος, που ήταν δυνατό να απαλλοτριωθεί ήταν η γη. Ουσιαστική μεταβολή της αγροτικής γεωγραφίας επέφερε η Ρώμη, κυρίως με την ίδρυση αποικιών. Όπως και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία, ο μεγαλύτερος αριθμός αποικιών ανάγεται στην περίοδο από τον Καίσαρα ως τον Αύγουστο, όταν χρειάσθηκαν να διαλυθούν οι πληθωρικοί στρατοί των εμφυλίων πολέμων και να απαλλαγεί η Ιταλία από το δημογραφικό της πλεόνασμα. Από τον ίδιο τον Καίσαρα ιδρύθηκαν η Κόρινθος και ο Βουθρωτός. Επίσης σύμφωνα με δικά του σχέδια, το Δίο και η Κασσάνδρεια στη Μακεδονία. Επί της δεύτερης τριανδρίας, οι Φίλιπποι, το Δυρράχιο και η Πέλλα. Ο Αύγουστος ίδρυσε νέες αποικίες π. χ. την Πάτρα. Μετά τον Αύγουστο οι ιδρύσεις αποικιών έγιναν σπανιότερες. Η ίδρυση μιας αποικίας, αποτελούσε αυτή καθαυτή παρέμβαση της κεντρικής εξουσίας και αποσκοπούσε συνήθως στην ανακατανομή των γαιών και στην εμφύσηση νέου δυναμισμού σε μια περιοχή. Οι ρωμαϊκές αρχές δεν είχαν την παραμικρή αντίρρηση αν εξαφανιζόταν προοδευτικά η σχετική κοινωνική και οικονομική ισότητα της πρώτης περιόδου [ αποτέλεσμα της κατανομής της γης σε κλήρους, ίσης σχετικά εκτάσεως ] και δημιουργούνταν στις προσαρτημένες στην αποικία γαίες μια ομάδα μεγαλογαιοκτημόνων. Τέτοια εξέλιξη διαπιστώθηκε στους Φιλίππους και συνέβαλε αποφασιστικά στο να αποκτήσουν οι κώμες [ vici ] κάποια σχετική αυτονομία και να έχουν δικούς τους άρχοντες [ αντιστράτηγοι και φορολόγοι ].


Επίσημη ώθηση ή ενθάρρυνση δόθηκε επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις στην αξιοποίηση νέων καλλιεργήσιμων εδαφών και στην αναζωογόνηση της γεωργίας στις παλαιές επαρχίες. Οι ζώνες του συνόρου προσείλκυσαν ιδιαίτερα την προσοχή των αυτοκρατόρων, με απώτερο στόχο να εξασφαλίσουν επί τόπου, κατά το μέγιστο δυνατό, τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων. Η εγκατάσταση παλαίμαχων ως γεωργών, που διευκολύνθηκε από τις αποζημιώσεις που ελάμβαναν κατά την απόλυσή τους, συνετέλεσε σημαντικά στην αξιοποίηση της Θράκης. Στην Αχαΐα, ο εκφυλισμός των λατιφουντίων, που είχαν συγκροτηθεί κατά το τέλος της ελεύθερης πολιτείας και τις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου, και η επέκταση της κτηνοτροφίας, επιδείνωσαν το παραδοσιακό πρόβλημα της καλλιέργειας ειδών στοιχειώδους επιβιώσεως. Φαίνεται ότι οι ρωμαϊκές αρχές ενθάρρυναν ως ένα σημείο τη δημιουργία μικρών αγροκτημάτων στις χέρσες εκτάσεις ή τις βοσκές. Μια επιγραφή από τη Θίσβη, χρονολογουμένη επί Αδριανού, αναφέρει τις συναφείς διατάξεις κάποιου διοικητή. Παρέχονταν στους πολίτες επί εμφυτευτικής βάσεως αγροτεμάχια από τις δημόσιες γαίες για την καλλιέργεια ελαιοδέντρων. Μετά από πενταετή απαλλαγή θα πλήρωναν ενοίκιο, αλλά με τη διαβεβαίωση ότι θα διατηρούσαν τις γαίες που θα είχαν αξιοποιήσει. Μία όμοια διάταξη, στην οποία αναφέρεται ο Δίων Χρυσόστομος στον “Ευβοϊκό” του, εγγυάται δεκαετή ατέλεια. Πρέπει πάντως να αποκλεισθεί ότι επί Αδριανού εκδόθηκε νόμος που απέβλεπε στην ενθάρρυνση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας στο σύνολο της αυτοκρατορίας.


Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι στη Θίσβη ο διοικητής εφήρμοσε αυτά τα μέτρα στις δημόσιες γαίες μιας πόλεως. Μια τέτοια επέμβαση στη νομοθεσία μιας πόλης δεν ήταν συνήθης. Μπορεί βέβαια να αναφερθεί ο νόμος που εξέδωσε ο Αδριανός για το εμπόριο ελαίου στην Αθήνα, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υποστηρίζει σύγχρονος ιστορικός, “ο αυτοκράτωρ ενήργησε σ’ αυτή την περίπτωση ως Αθηναίος “νομοθέτης” και όχι ως εκπρόσωπος της ρωμαϊκής εξουσίας”. Επιπλέον, η επαναφορά ενός νόμου, που ανάγεται στο Σόλωνα, δεν ήταν ολωσδιόλου άσχετη προς κάποια αρχαϊστική φιλαρέσκεια. Δεν πρέπει λοιπόν να γίνεται λόγος για “αγροτική πολιτική” των αυτοκρατόρων, με τη σύγχρονη έννοια της λέξης. Και δεν είναι καν βέβαιο ότι τα αυτοκρατορικά κτήματα αποτελούσαν παράδειγμα υποδειγματικής αγροτικής παραγωγικότητας. Η Ρώμη ενδιαφερόταν το πολύ - πολύ για το παραδοσιακό πρόβλημα του επισιτισμού των πόλεων. Ιδιαίτερα βοήθησε την Αθήνα με οικονομικές παροχές ή παραχωρώντας της τα έσοδα ορισμένων περιοχών [ της Κεφαλληνίας κ. ά. ]. Εξ’ άλλου μια επιστολή του Κλαύδιου προς τους Θασίους μαρτυρεί την ύπαρξη προνομίων υπέρ των εξαγωγέων σίτου του νησιού.
Πηγή : https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/rome/page_002.html?prev=true
http://8gym-perist.att.sch.gr/Programes/Via%20Romana/Culture/prod.htm

Η διαχρονική σημασία της αγροτικής παραγωγής και η έλλειψη διατροφικής αυτάρκειας των Ελλήνων

Την γεωργίαν των άλλων τεχνών μητέρα και τροφόν είναι. Ξενοφών Αρχαίος Έλληνας ιστορικός (430-355 π.Χ.) Γη και ύδωρ πάντα έσθ’ όσα γίνονται...