Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

Ελληνική κτηνοτροφία : Οι νομάδες Σαρακατσάνοι της Ελλάδας

Μια αρχαιοελληνική φυλή είναι οι Σαρακατσαναίοι που οι ρίζες της χάνονται στα βάθη των αιώνων. Νομάδες κτηνοτρόφοι, ζούσαν στα βουνά το καλοκαίρι και το χειμώνα στα χειμαδιά (βουνά-στράτα-χειμαδιά) διασκορπισμένοι σ’ ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Κοιτίδα των Σαρακατσαναίων ήταν η οροσειρά της κεντρικής και νότιας Πίνδου και η Ρούμελη με επίκεντρο τα ΑΓΡΑΦΑ, χώρος που λόγω της γεωφυσικής του κατάστασης ήταν απάτητος, δεν ήταν γραμμένος πουθενά και γι’ αυτό κατοικούνταν από αυτόνομους και ελεύθερους ανθρώπους. Ο διασκορπισμός τους από την αρχική κοιτίδα τους προς την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα έγινε επί Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18ο αιώνα, στα χρόνια του Αλή Πασά.


Ως προς το όνομά τους υπάρχουν πολλές και διάφορες ετυμολογίες.
Σύμφωνα με τη Σαρακατσάνικη παράδοση πήραν το όνομά τους από τους Τούρκους. Όταν έγινε η άλωση της Κων/πολης, οι Σαρακατσαναίοι φόρεσαν μαύρα ρούχα, ως ένδειξη πένθους, και δεν υποτάχθηκαν στον κατακτητή. Οι Τούρκοι τους έβλεπαν στα μαύρα και ανυπότακτους να μετακινούνται συνεχώς(σκηνίτες).
Γι’ αυτό τους ονόμασαν «Καρακατσάν» (καρά =μαύρος και κατσ(ι)άν=φυγάς, ανυπότακτος ), δηλ. «μαύροι φυγάδες». Από το Καρακατσάν με παραφθορά προήλθε η λέξη «Σαρακατσάνος».Μια άλλη πιθανή ετυμολογία είναι από την τουρκική λέξη σαράν που σημαίνει «φορτώνειν» ή σαράι(=κατοικία,κονάκι) και την τουρκική μετοχή κατσιάν=φυγάς,ανυπότακτος, (σαράν + κατσάν = Σαρακατσάνος) γιατί από καιρό σε καιρό φόρτωναν τα πράγματά τους και μετακινούνταν με τα κοπάδια τους και γι’ αυτό τους έδωσαν αυτό το όνομα (παρατσούκλι) οι Τούρκοι.


— < Κατοικούμε εδώ από τότε που ο Θεός έφτιαξε αυτόν τον ευλογημένο τόπο με τα βνά και τα ποτάμια,τον ήλιο και το φεγγάρι.Από τότε κρατάει η γενιά μας,έλεγαν οι γερόντοι Σαρακατσάνοι.>-. Ανεξάρτητα από τις μετακινήσεις τους και τον εναλλασσόμενο τόπο διαμονής τους έχουν τα ίδια ήθη και έθιμα και κυρίως μιλούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, απαλλαγμένη από ξένα στοιχεία, αναλλοίωτη, που φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δωρικής διαλέκτου. Το ίδιο αναλλοίωτοι και αμόλυντοι από αλλόφυλες επιμειξίες παρέμειναν και οι Σαρακατσιάνοι, οι «καταλαγαρώτεροι Έλληνες» όπως έγραψε ο Στέφανος Γρανίτσας. Διατήρησαν τα έθιμα, τις συνήθειες και τους κανόνες συμπεριφοράς και διαβίωσης κατά τρόπο πιστό και αυθεντικό. Στηρίχθηκαν στα παραδοσιακά τους έθιμα και στην ελληνική τους ταυτότητα και δεν επέτρεψαν στην περιβάλλουσα αλλοεθνή και ξενόγλωσση κοινωνία να εισβάλλει στη δική τους. Η οικονομική τους ευρωστία και αυτονομία και η διαβίωσή τους σε καλλίτερες υλικές συνθήκες τους οδήγησε, σε μια ουσιαστικά και τυπικά, εσωτερίκευση, τήρηση και εφαρμογή των εθιμικών κανόνων διαβίωσης και κοινωνικής συμπεριφοράς.


Η χρήση μιας και μόνο γλώσσας, της Ελληνικής, αποδεικνύει ότι οι
Σαρακατσιαναίοι είναι διαφορετικοί από τους Βλάχους,( Οι Βλάχοι ή Αρμάνοι,ή Αρωμάνοι της Ελλάδας γνωστοί και με άλλα ονόματα κατά περιοχές:
Κουτσόβλαχοι, Μπουρτζόβλαχοι, Αρβανιτόβλαχοι,κ.λ .ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Βλαχόφωνοι Έλληνες) που μιλούσαν εκτός από τα Ελληνικά και τα Βλάχικα. Επειδή η λέξη βλάχος(με β μικρό) χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τον άνθρωπο που έχει πρόβατα, τον κτηνοτρόφο, τον βοσκό και επειδή η κτηνοτροφική ζωή ήταν κοινό τους στοιχείο, επήλθε σύγχυση πότε ένας βλάχος (=αυτός που έχει πρόβατα, ο κτηνοτρόφος, ο βοσκός) είναι Σαρακατσιάνος και πότε Βλάχος (=Βλαχόφωνο ). Με τη διαφορά όμως ότι οι Σαρακατσαναιοι ήταν καθαροί νομάδες και δεν είχαν πουθενά χωριό, ενώ οι Βλάχοι ζούσαν νομαδικά και ημινομαδικά, ήταν πριν αιώνες εγκαταστημένοι σε χωριά και ασχολήθηκαν και με το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα, ενώ οι Σαρακατσάνοι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα εγκατέλειψαν το νομαδισμό. Αλλά και στην ενδυμασία, στα ήθη και έθιμα, στον τρόπο ζωής ξεχωρίζουν οι Σαρακατσαναίοι από τους Βλάχους, που δεν έρχονταν σε επιμειξία μεταξύ τους αλλά ούτε και επαγγελματικό αλισβερίσι είχαν..

Ο τρόπος ζωής τους ήταν οργανωμένος με ένα είδος ποιμενικής συνεργασίας, το «Τσελιγκάτο». Είτε βρίσκονταν στα βουνά για ξεκαλοκαιριό, είτε το χειμώνα στα χειμαδιά, αδέρφια, πρωτοξαδέρφια και δεύτερα ξαδέρφια έσμιγαν τα κοπάδια τους σε ένα είδος συνεταιρισμού, για την καλλίτερη παραγωγική συνεργασία και διάθεση των κτηνοτροφικών τους προϊόντων. Αρχηγός του «Τσελιγκάτου» ήταν ο τσέλιγκας ( αρχιποιμένας ), πλούσιος κτηνοτρόφος, με πολλά πρόβατα, που ξεχώριζε για τις ικανότητές του: έξυπνος, δυναμικός, κοινωνικός, ευέλικτος,τολμηρός, έντιμος και δίκαιος… Αυτός κανόνιζε σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με το τσελιγκάτο ( ενοικίαση βοσκοτόπων, πώληση γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων, αρνιών, μαλλιών κ.τ.λ.). Είχε όμως και κοινωνικό ρόλο στη στάνη: συμβούλευε- μαζί με τους γεροντότερους- και έλυνε διαφορές. Όλοι οι σμίχτες είχαν συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημιές του κοπαδιού. Του Αγίου Δημητρίου για το καλοκαίρι και του Αγίου Γεωργίου για το χειμώνα έκαναν λογαριασμό και απολογισμό των εσόδων και εξόδων του τσελιγκάτου και πάντα κρατούσαν παραστατικά ( τεφτέρια ). Οι Τσοπαναραίοι ήταν αυτοί που είχαν λίγα ή καθόλου πρόβατα και δεν είχαν δικό τους τσελιγκάτο. Με τα πρόβατα αλλά και τα άλλα ζώα τους έδενε στενή σχέση. Τα φρόντιζαν και τα πρόσεχαν ιδιαίτερα, αφού ήταν γι’ αυτούς όλη τους η περιουσία.

Πηγή : https://www.larissapress.gr/2020/05/28/oi-sarakatsanoi-kai-i-zoi-tous-mesa-stis-chilietirides/



Ελληνική κτηνοτροφία : Οι νομάδες Βλάχοι της Ελλάδας

Για να γίνει καλύτερα κατανοητός ο πολιτισμικός χαρακτήρας των ημινομαδικών βλαχοχωριών των Γρεβενών θα ήταν σωστότερο να γίνει μία ιστορική αναδρομή και μία προσπάθεια εξήγησης για το πως οι Βλάχοι βρέθηκαν να ταυτίζονται τόσο στενά με τον κτηνοτροφικό νομαδισμό, με αποτέλεσμα ο όρος “βλάχος”, με το βήτα μικρό, να είναι ταυτόσημος του κτηνοτρόφου και μάλιστα του νομάδα, πολλές φορές ακόμη και για τους ίδιους τους Βλάχους, με το βήτα κεφαλαίο. Τα ημινομαδικά βλαχοχώρια των Γρεβενών δεν ήταν φυσικά οι μόνοι βλάχικοι οικισμοί όπου αναπτύχθηκε η ημινομαδική κτηνοτροφία. Ωστόσο, σε αυτά τα τέσσερα χωριά πήρε την πιο γνωστή και ίσως την πιο ερευνημένη, αν όχι και τη μεγαλύτερη, διάστασή της. Επιπλέον, η αναδρομή αυτή κρίνεται αναγκαία, αν αναλογιστούμε πως οι αποικίες και οι παροικίες που δημιούργησαν τα ημινομαδικά βλαχοχώρια των Γρεβενών στην Ανατολική, Κεντρική και Δυτική Μακεδονία ακολούθησαν το πρότυπο που είχε διαμορφωθεί ήδη σε αυτά.



Σύμφωνα με το βυζαντινολόγο καθηγητή J. Koder το φαινόμενο του κτηνοτροφικού νομαδισμού φαίνεται πως ήταν για τους Βλάχους περισσότερο μια αναγκαστική ή και επιβαλλόμενη κατά καιρούς μεταστροφή της οικονομίας τους. Ανάλογα με τις κατά τόπους ή και γενικότερες περιστάσεις και συνθήκες, οι Βλάχοι ασχολούνταν περισσότερο ή λιγότερο με την κτηνοτροφία, από την απλή της μορφή και μέχρι την ημινομαδική και την απόλυτα νομαδική. Οι προϋποθέσεις και οι παράγοντες για την ανάπτυξη της νομαδικής κτηνοτροφίας στο Βυζάντιο φαίνεται πως παρουσιάστηκαν στο τέλος της ιουστινιάνειας εποχής (6ος - 7ος αι.). 1). Η σταδιακή ψύχρανση του κλίματος, που άρχισε τον 5ο αιώνα, βελτίωσε τις φυσικές συνθήκες για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. 2). Οι επιδημίες του 6ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 7ου δημιούργησαν το δημογραφικό κενό και απελευθέρωσαν τις απαραίτητες πρώην καλλιεργήσιμες εκτάσεις. 3). Την ίδια περίοδο, οι κατεξοχήν γεωργικές φυλές των Σλάβων εποικίζουν τα πεδινά καλλιεργήσιμα μέρη, απωθώντας τους παλαιότερους κάτοικους της Βαλκανικής προς τα ορεινά και ωθώντας τους προς την κτηνοτροφία.



Έτσι όταν οι Βυζαντινοί επανακάμπτουν στα κεντρικά βαλκανικά εδάφη, όπου για τρεις περίπου αιώνες κυριάρχησαν οι Σλάβοι και οι διάφοροι άλλοι επιδρομείς, ανακαλύπτουν, κατά κάποιον τρόπο, έναν προϋπάρχοντα λατινόγλωσσο πληθυσμό που είχε αναγκαστικά αναπτύξει νέες μορφές οικονομίας. Έναν πληθυσμό που είχε συμμορφωθεί στις συνθήκες που δημιούργησαν οι ισχυροί και μόνιμα εγκατεστημένοι πια Σλάβοι. Η οικονομική και γεωργική πίεση των Σλάβων ανάγκασε κάποιους από αυτούς τους λατινόγλωσσους κατοίκους της ενδοχώρας να μετακινηθούν και να συμπιεστούν προς στο νότο, στον ελλαδικό χώρο, και να εξελιχθούν σε αυτό που τελικά έγιναν από τον 9ο με 10ο αιώνα και έπειτα, δηλαδή σε νομαδοκτηνοτρόφους και αγωγιάτες με το καινούργιο για τους Βυζαντινούς και τόσο χαρακτηριστικό όνομα Βλάχοι, αν και οι ίδιοι οι Βλάχοι εξακολουθούσαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Αρμούνοι - Ρωμάνοι - Ρωμαίοι - Ρωμιοί, όπως άλλωστε και οι Βυζαντινοί. Βέβαια όλα αυτά δε σημαίνουν πως όλοι οι λατινόγλωσσοι των Βαλκανίων έγιναν νομαδοκτηνοτρόφοι. Αλλά ίσως η μεταστροφή τους προς τη ζωή της νομαδοκτηνοτροφίας βοήθησε στην επιβίωσή τους ως ιδιαίτερη εθνοπολιτισμική ή εθνογλωσσική οντότητα, την οποία εν μέρη επηρέασε και διαμόρφωσε.



Σύμφωνα με το καθηγητή Α. Ducellier, oι μεσαιωνικές νομαδικές φυλές των Μαλακασίων, Μπούιων και Μεσαριτών Βλάχων, αν και οι βυζαντινές πηγές τις χαρακτηρίζουν ως αλβανικές, φέρονται να οδηγήθηκαν στο νομαδισμό και την έξοδο από τις κεντρικές και νότιες περιοχές της σημερινής Αλβανίας, αντιδρώντας στην κοινωνική καταπίεση και την αναστάτωση, αλλά και στην καταστροφή του πλαισίου διαβίωσης έξω από τα οποία οι άνθρωποι αυτοί δε θα μπορούσαν παρά να αισθανθούν αποπροσανατολισμένοι. Οι ανακατατάξεις του 12ου-13ου αιώνα στις περιοχές της Αλβανίας συνέτειναν, τουλάχιστον πρόσκαιρα, στην ενδυνάμωση των παλαιών δομών των φατριών σε συνδυασμό με την κτηνοτροφική οικονομία κυρίως στις περιοχές επαφής μεταξύ Αλβανίας και Μακεδονίας. Το 1328 ο Ανδρόνικος Γ' παρουσιάζεται να έχει δοσοληψίες με "Αλβανούς" νομάδες των περιοχών της Κολώνιας και της Δέβολης (περιοχή Κορυτσάς-Μοσχόπολης-Γράμμου). Παράλληλα, ένας πληθυσμός που είχε επικρατήσει στις πεδιάδες ήρθε να προστεθεί στα ορεινά, με αποτέλεσμα η ισορροπία να γίνεται ακόμη πιο ασταθής. Στερημένοι από τις περιουσίες τους ή προσπαθώντας να ξεφύγουν από το καινούργιο καθεστώς της γης που διαμόρφωσαν οι άρχοντες και αποκτώντας σιγά σιγά νομαδικές συνήθειες, ορισμένοι βλαχόφωνοι και αλβανόφωνοι αυτών των περιοχών ξεκίνησαν την πορεία τους προς το νότο συντασσόμενοι γύρω από τους αρχηγούς των φατριών τους. Οι αρχηγοί αυτοί, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν είχαν κατορθώσει να μιμηθούν άλλους πάτρωνες - άρχοντες και να ενταχθούν στην τάξη των γαιοκτημόνων - φεουδαρχών. Η μετανάστευσή τους δε δίνει την εικόνα των αυθεντικών και απόλυτα νομαδικών πληθυσμών, αντίθετα αυτή η μετακίνησή τους δίνει την εικόνα που θα μπορούσε να ονομασθεί επίκτητη κινητικότητα και έμοιαζε περισσότερο με ένα νομαδισμό της εξαθλίωσης. Η μεταφόρφωσή τους σε νομάδες δεν είχε τίποτε το ανεπανόρθωτο, οι γνώσεις του πρότερου εδραίου βίου τους και η διατήρηση της ικανότητάς τους στη γεωργία τους οδήγησαν σύντομα στην αποκατάστασή τους σε μόνιμους οικισμούς.



Όταν μάλιστα μετά την κατάρρευση του κράτους του Σαμουήλ το 1018, επεκτάθηκε και πάλι η βυζαντινή κυριαρχία στο μεγαλύτερο μέρος του κεντρικού βαλκανικού χώρου, άρχισε σταδιακά η ακόμη στενότερη επαφή, πολιτική και πολιτισμική, ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους λατινόφωνους Βλάχους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε και η βαθμιαία απομάκρυνσή τους από τη νομαδική κτηνοτροφία. Από το 12ο αιώνα, αλλά και από πιο νωρίς, τουλάχιστον στη Μακεδονία, αλλά και στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, οι Βλάχοι παρουσιάζονται να έχουν πια την τάση για αλλαγή τρόπου ζωής και να επιστρέφουν στη γεωργία και τη μόνιμη εγκατάσταση. Τους παρατηρούμε να γίνονται πάροικοι, δηλαδή γεωργοί, αλλά και γαιοκτήμονες αργότερα στα κτήματα των μοναστηριών του Αγίου Όρους, όπως και σε κτήματα μοναστηριών του Πηλίου και των Μετεώρων και της μητρόπολης Ιωαννίνων. Φαίνεται πως από το Μεσαίωνα οι Βλάχοι είχαν σταθερή επιθυμία για μόνιμη εγκατάσταση ή, μάλλον, για επιστροφή στη μόνιμη κατοικία, κάθε φορά που οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις ευνοούσαν μία τέτοια εξέλιξη.



Όταν όμως μετά την τουρκική κατάκτηση, τον 16ο και 17ο αιώνα, το δυναμικό και η απόδοση της γεωργίας περιορίστηκε, καθώς οι πεδινές κυρίως εκτάσεις, μαζί με τα χωριά και τους κατοίκους τους πέρασαν στα χέρια των μουσουλμάνων τιμαριούχων, σπαχήδων και τσιφλικάδων, πολύ μεγάλες εκτάσεις έμειναν σταδιακά ακαλλιέργητες. Έτσι, ένα μέρος των Βλάχων βρίσκει διέξοδο και ευκαιρία να αναπτύξει και πάλι, σχεδόν μονοπωλιακά, τη νομαδική και την ημινομαδική κτηνοτροφία. Ας μη ξεχνούμε πως οι Βλάχοι κατείχαν ήδη τα απαραίτητα ορεινά λιβάδια, ενώ η παράλληλη ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου των μάλλινων ειδών έδωσε στην κτηνοτροφία ακόμη μεγαλύτερη ώθηση. Επιπλέον, δε θα πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός πως η οθωμανική εξουσία λειτούργησε ενισχυτικά για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Και αυτό γιατί θεωρούνταν όχι μόνο μια σημαντική πηγή φορολογικών εσόδων για τα ταμεία της αυτοκρατορίας και τα ταμεία των κατά τόπους εκπροσώπων της εξουσίας, αλλά και μία ιδιαίτερα αξιόλογη πηγή για τις επισιτιστικές ανάγκες των πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Τα φορολογικά έσοδα του “προβατονόμιου” προσέδωσαν στην κτηνοτροφία αναγνώριση και ευκαιρίες ανάπτυξης.



Το 18ο με 19ο πια αιώνα, ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος του βλάχικου στοιχείου ζούσε σε κοινότητες και εγκαταστάσεις όπου η κτηνοτροφία είχε πάψει να είναι η μόνη ή η κύρια παραγωγική και οικονομική τους δραστηριότητα. Ο 20ος αιώνας βρήκε τις κοινότητες των Βλάχων σε διάφορα στάδια οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και διάφορες φάσεις επαφής ή αποστασιοποίησης με τις μορφές της κτηνοτροφίας. Από τη μία πλευρά υπήρχαν τα φαλκάρια των Αρβανιτόβλαχων, που παρέμεναν απόλυτα νομάδες κτηνοτρόφοι, οι οποίοι έμοιαζαν να έχουν χάσει κάθε επαφή με τη γεωργία και την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης για πάρα πολλές γενιές, ίσως και για αιώνες. Και από την άλλη πλευρά συναντούμε Βλάχους, όπως αυτούς του Νυμφαίου, οι οποίοι διαχώριζαν τους εαυτούς τους από τους ομόγλωσσους νομάδες κτηνοτρόφους και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε αντιδιαστολή, να αποκαλούν τους εαυτούς τους Αρμούνους (Βλάχους στα βλάχικα) και τους νομαδοκτηνοτρόφους, ομόγλωσσους ή όχι, απλά “βλάχους”, με το βήτα μικρό. Έτσι, ακόμη και στα βλάχικα, απέδιδαν στον όρο βλάχος μία έννοια ταυτόσημη με την πολιτισμική διάσταση του νομαδοκτηνοτρόφου και άσχετη με οποιαδήποτε εθνική, εθνοτική ή γλωσσική διασύνδεση.



Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί πως στον ελληνικό και γενικότερα στο βαλκανικό χώρο οι διάφορες μορφές της νομαδικής κτηνοτροφίας δεν αποτελούσαν απόλυτο μονοπώλιο των βλαχόφωνων πληθυσμών. Αδυνατώντας να αναφερθούμε με μεγάλη ακρίβεια σε παλαιότερες εποχές, τουλάχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα εκτός από τους Βλάχους συναντούμε νομαδοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς διαφόρων γλωσσικών ομάδων. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή των ελληνόφωνων και απόλυτα νομαδικών Σαρακατσαναίων. Ημινομάδες κτηνοτρόφοι ήταν και οι κάτοικοι αρκετών ελληνόφωνων κοινοτήτων στις πλαγιές των Τζουμέρκων, νότια του Συρράκου, όπως οι κάτοικοι των Πραμάντων, των Μελισσουργών, των Αγνάντων, του Καταρράκτη, των Θεοδωριανών, του Βουλγαρελίου και του Αθαμάνιου. Ημινομάδες κτηνοτρόφοι υπήρχαν και ανάμεσα στους αλβανόφωνους πληθυσμούς, ιδιαίτερα σε περιοχές της Κεντρικής Αλβανίας, γνωστοί στους Βλάχους ως Γκέγκανοι ή Γκέγκηδες. Ημινομάδες ήταν αρχικά και πολλοί από τους σλαβόφωνους Μιγιάκους, στις πλαγιές της Μπίστρας, ανάμεσα στο Ντέμπαρ και το Γκόστιβαρ, στη σημερινή π.Γ.Δ.Μ.. Αν και για τους Μιγιάκους έχουν εκφραστεί απόψεις που τους παρουσιάζουν ως ένα φυλετικό μίγμα σλαβόφωνων και βλαχόφωνων πληθυσμών.

Πηγή : http://www.vlachs.gr/el/various-articles/o-ktinotrofikos-nomadismos-ton-vlahon

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Η σύγχρονη κτηνοτροφία και πτηνοτροφία στην Αττική

«Αν έχεις μια κατσίκα ή μια κότα σε μια αυλή, θα σου φέρουν... αστίατρο και θα σε υποχρεώσουν να τις απομακρύνεις. Αν έχεις έναν (ή και περισσότερους) σκύλους, γάτες κ.λπ., τότε θεωρείσαι φιλόζωος, άρα περνάς στην τάξη των ''''εγκεκριμένων από το σύστημα''''. Αυτό το... παράπονο εξέφρασε μιλώντας στον «Φιλελεύθερο» ένας από τους τελευταίους των... Μοϊκανών-κτηνοτρόφων του Νομού Αττικής που κάνει αυτή τη δουλειά από το 1962. Όσο κι αν συγκρίσεις δεν μπορούν να γίνουν, όση υπερβολή κι αν (και εκ των πραγμάτων) έχει η ανωτέρω αντίθεση που θέτει ο κτηνοτρόφος, είναι ενδεικτική της κουλτούρας που έχει επικρατήσει στην ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες.


Η μαζική απομάκρυνση της Ελλάδας από την αγροτική διαβίωση και η απότομη μετάβαση στην αστική στις δεκαετίες ''50, ''60 και ''70, συνοδεύτηκε και από γενικευμένη κοινωνικοπολιτική μετάλλαξη, η οποία «κουβάλησε» και πολλά κατάλοιπα. Η Αθήνα και η Αττική δέχτηκαν την «εισβολή» αυτής της κοινωνικής μετάλλαξης και της έκρηξης της αστυφιλίας. Την ίδια περίοδο που συνέβαινε αυτή η μεγάλη κοινωνική μετάλλαξη, η Αθήνα έγινε... τσιμέντο, καθώς έγινε το κέντρο της Ελλάδος. Η οργιώδης δόμηση άλλαξε μια για πάντα και την Αττική. Γενικευμένα μπαζώματα, κλείσιμο ρεμάτων, αποψίλωση δασών, «οικοπεδοποίηση» καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Το πράσινο «θυσιάστηκε» για να γίνουν περισσότερες κατοικίες. Μοιραία, η Αθήνα - μια περιοχή με τόσο υπέροχο μικροκλίμα - έφτασε να έχει το λιγότερο πράσινο σχεδόν απ'' όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες! Μέσα σ'' αυτή τη γενικευμένη μετάλλαξη, υπήρξαν και θύματα. Είναι οι άνθρωποι που ζούσαν σε συνθήκες και συνήθειες επαρχίας και αγροτικής διαβίωσης στον Νομό Αττικής εδώ και τρεις ή και τέσσερις γενιές! Είναι οι κτηνοτρόφοι της Αττικής! Αυτοί οι άγνωστοι!


Αυτή η κοσμογονία αλλαγών των κοινωνικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών και εργασιών προτύπων μοιραία έφερε και τη... σύγκρουση. Το καινούργιο ήρθε να διώξει το... παλιό! Οι κτηνοτρόφοι της Αττικής, η περιαστική κτηνοτροφία, ένας αρκετά σημαντικός κλάδος, βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτής της πρωτοφανούς μετάλλαξης. Τα ερωτήματα που ανέκυψαν, πολλά και δύσκολα! Ποιοι έχουν δίκιο; Οι... νεο-Αθηναίοι, οι πολυκατοικίες και οι... νοικοκυραίοι που δεν θέλουν μυρωδιές και λάσπες, ή οι άνθρωποι που εδώ και τρεις ή τέσσερις γενιές εκτρέφουν ζώα και βιοπορίζονται από αυτά; Ποιοι είναι οι πρωτευουσιάνοι; Ποιοι ήρθαν πρώτοι; Ποιοι, αν εξέλειπαν, θα προξενούσαν μεγαλύτερη επισιτιστική κρίση; Πρόκειται για ερωτήματα που κάποιοι... Αθηναίοι συμπολίτες μας θέτουν και μάλιστα με εύλογη παρρησία. Μακριά από υπεραπλουστεύσεις και συναισθηματικού τύπου προσεγγίσεις, καθώς το θέμα άπτεται -ασφαλώς- της δημόσιας υγείας, στην Αττική έχει γίνει μεγάλη... εκτόπιση ανθρώπων που εδώ και πολλές δεκαετίες, ζουν, βιοπορίζονται, παράγουν, δίπλα και παράλληλα με τα ζώα.


Οσο απίστευτο κι αν φαίνεται, στην Αττική υπάρχουν περίπου 1.800 κτηνοτροφικές μονάδες, στις οποίες εκτρέφονται περίπου 240.000 γιδοπρόβατα και αγελάδες. Πρόκειται για μονάδες που είναι διάσπαρτες παραδοσιακά και πατρογονικά σε όλη την περιφέρεια της Αττικής. Αυτός ο αριθμός αφορά τα ζώα που είναι εγγεγραμμένα στο (επίσημο) μητρώο εκμεταλλεύσεων αγροτικής ανάπτυξης, περιλαμβάνει μόνο τα δηλωμένα και όχι όσους έχουν πολύ μικρές μονάδες σε κάποιες αυλές ή χωράφια, χωρίς να τις έχουν δηλώσει.
Ο κάθε κτηνοτρόφος έχει και έναν κωδικό. Στην Αττική υπάρχουν περίπου 3.000 κωδικοί! Αυτοί είναι εγγεγραμμένοι ως επαγγελματίες εκτροφείς. Αυτές οι μονάδες είναι διάσπαρτες σε περιοχές όπως Λαύριο, Κερατέα, Μαρκόπουλο, Αυλώνα, Μέγαρα, ακόμη και στη Βούλα! Μεσόγεια και Μέγαρα έχουν τις περισσότερες εκμεταλλεύσεις, ενώ στον Ασπρόπυργο υπάρχουν σημαντικές μονάδες με αγελάδες. Υπάρχουν και χοιροστάσια στην Αττική, σε Κερατέα και Ασπρόπυργο. Αυτός ο αριθμός αφορά και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, που επίσης έχουν σημαντικό αριθμό κτηνοτροφικών μονάδων, ενώ η Σαλαμίνα έχει σημαντική εκτροφή αγελάδων. Σήμερα, οι κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις είναι σφηνωμένες ανάμεσα σε δενδρώδεις γεωργικές καλλιέργειες (αμπέλια, ελαιώνες, φιστικιές και άλλα περιβόλια), σε εντατικές κηπευτικές καλλιέργειες, σε περιοχές Natura, σε Εθνικά Πάρκα, καθώς και ανάμεσα στις συνεχώς επεκτεινόμενες πόλεις, δίπλα σε βίλες νεοαστών.


Οι κτηνοτρόφοι της Αττικής σε αριθμούς :
- 1.800 κτηνοτροφικές μονάδες
- 240.000, περίπου, γιδοπρόβατα και αγελάδες
- 3.000 κωδικοί (εγγεγραμμένοι ως επαγγελματίες εκτροφείς)
- Αρκετοί είναι έως και 4η γενιά κτηνοτρόφων
- Ο Κτηνοτροφικός Σύλλογος αριθμεί 360 μέλη
- Ο νόμος 940/81279 (Αύγουστος 2017) κατοχυρώνει τη συνέχιση της ύπαρξής τους.


Οι κτηνοτρόφοι της Υπαίθρου της Αττικής, αφού διατήρησαν βιώσιμο το Αττικό περιβάλλον αισθάνονται την έντονη υποτίμηση της ποιότητας ζωής τους (με την τσιμεντοποίηση της υπαίθρου της Αττικής) και την υποτίμηση των πολιτιστικών αξιών (τοπικών γιορτών, τοπικών πανηγύρεων & τοπικής γαστρονομίας) των γηγενών πληθυσμών, καθώς και την έλλειψη αναγνώρισης της καθημερινά απαιτητικής επιχειρηματικής δραστηριότητας των κτηνοτρόφων. Αγρότης ΔΕΝ είναι επάγγελμα κυρίως, αλλά τρόπος ζωής και πρέπει να συνεκτιμάται συνεχώς τόσο η αγροτική κοινωνία όσο και οι αγρότες.Στην Αττική σήμερα φαίνεται ότι υπάρχουν περί τις 240.000 γιδοπρόβατα & 4.000 αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, που τα φροντίζουν 3.000 οικογένειες κτηνοτρόφων (κυρίως Αρβανίτες, Βλάχοι & Σαρακατσάνοι) σε 1.800 κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Ο Κτηνοτροφικός Σύλλογος Αττικής πραγματοποίησε 313 περίπου δημόσιες προδημοσιευθείσες εκδηλώσεις τα τελευταία τρία χρόνια σε μια αγωνιώδη προσπάθεια ενημέρωσης όλων των εμπλεκομένων για επιβίωση, για βιώσιμες κοινωνίες, για αξιοπρεπή εργασία και λόγω κλιματικής αλλαγής στην ύπαιθρο της Αττικής. Οι συνεχείς επεκτάσεις των ρυμοτομικών σχεδίων, χωρίς εξασφάλιση χρήσεων γης, εγκλωβίζουν, «πνίγουν» & καταστρέφουν επαγγελματίες, περιουσίες και ζωές αγροτών-κτηνοτρόφων, καθώς μειώνουν δραμματικά το παραγωγικό δυναμικό της αγορδιατροφής, ενώ καταστρέφουν την ισορροπία και αειφορία στο περιβάλλον της Αττικής.


Πρέπει να βρεθεί λύση για την διατήρηση και εξυπηρέτηση των υπαρχόντων στάβλων, τουλάχιστον μέχρι την βιολογική ζωή των σημερινών κτηνοτρόφων-ιδιοκτητών. Άλλωστε όλοι αγόρασαν και ήλθαν δίπλα στους στάβλους με λειτουργούντες στάβλους ακόμα και από την δεκαετία του 1960. Η ύπαιθρος της Αττικής (ακόμα και πολλές περιοχές του κέντρου της Αθήνας) υποστήριζαν με βοσκότοπους την τοπική κτηνοτροφία. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις αγροτικές εργασίες με αξία γης που μπορεί να φθάνει τα 650€/τετραγωνικό μέτρο. Η ισορροπία-βιωσιμότητα του περιβάλλοντος επιβάλλει την εξασφάλιση «ζωτικών» χώρων για την διατήρηση της επαγγελματικής παραδοσιακής οικογενειακής κτηνοτροφίας. Όπως έχουν γίνει βιοτεχνικά πάρκα και άλλα πάρκα, ακόμα και ψυχαγωγίας ή θεματικά πρέπει να γίνουν στην Αττική και ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΑ ΠΑΡΚΑ, αυτοδιαχειριζόμενα, με αποκλειστικά ομοειδή φιλοξενούμενα ζώα, και υποστήριξη καθετοποίησης της «αλυσίδας αξίας». Οι κτηνοτρόφοι είναι επαγγελματίες και μάλιστα με ιδιότροπη συνεχή απασχόληση όλο τον χρόνο, 365 μέρες.. Οι υπηρεσίες πρέπει να τους εξυπηρετούν και όχι να καταντούν οι κτηνοτρόφοι «κλητήρες» των διαδικασιών των ποικιλώνυμων υπηρεσιών. Ίσως η δημιουργία ενός «ΣΠΙΤΙΟΥ του ΑΓΡΟΤΗ» σε κάθε Δήμο της υπαίθρου της Αττικής να έδινε μια διέξοδο στο σοβαρότατο πρόβλημα με Επιτροπή Διοίκησης στην οποία θα μετέχουν κατά πλειοψηφία αγρότες, από τους νόμιμα λειτουργούντες Αγροτικούς Συλλόγους. Στο «Σπίτι του αγρότη» μπορεί να ενταχθούν εκστρατείες ενημέρωσης καταναλωτών, εκδηλώσεις στήριξης κοινωνικού προφίλ των αγροτών-κτηνοτρόφων, δράσεις υποστήριξης των γηγενών κτηνοτρόφων, υποστήριξη πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των γηγενών κτηνοτρόφων, λειτουργία ΚΕΠ και one stop shop για κτηνοτρόφους, δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος κλπ καθ’ όσον οι αγρότες είναι οι εξ επαγγέλματος ΦΡΟΝΤΙΣΤΕΣ του περιβάλλοντος. Επίσης το «ΣΠΙΤΙ του ΑΓΡΟΤΗ» θα μπορούσε να υποστηρίξει δράσεις στα σχολεία για την διατροφή με ελληνικά προϊόντα, ενημέρωση μαθητών για την ζωή στην φύση, επισκέψεις σχολείων σε επισκέψιμα αγροκτήματα, διοργάνωση πολιτιστικών αγροτικών δράσεων κλπ, καθώς και υποστήριξη της εκπαίδευσης, κατάρτισης και ενημέρωσης των κτηνοτρόφων. 


Τα τοπικώς παραγόμενα αγροτικά προϊόντα, πρέπει να εξασφαλισθεί ότι θα επεξεργάζονται ή/& μεταποιούνται τοπικά (οικοτεχνίες ή άλλα), με τοπικές συνταγές (γαστρονομία) για να καλύπτουν τις τοπικές καταναλωτικές ανάγκες. Δορυφορικά προς την Αθήνα μπορεί να δημιουργηθούν Τοπικά Γαστρονομικά Φεστιβάλ (Μαραθών), Γιορτές Τοπικής Ανάπτυξης (Μέγαρα) ή άλλες τοπικές συνεργατικές εκδηλώσεις για την ενδυνάμωση Τοπικών Εφοδιαστικών Αλυσίδων.
Πηγή : https://www.agrocapital.gr/news/44361/periastiki-ktinotrofia-attikis
https://www.trikalanews.gr/periastiki-ktinotrofia-attikis/
https://www.liberal.gr/politics/chr-staikouras-an-chreiastei-tha-sundramoume-tous%C2%A0asfalismenous-gia-to-kostos-tou-emboliou/318747

Ελιά : Το ιερό δέντρο της θεάς Αθηνάς και των υπερφυσικών Υπερβορείων

Ο καθηγητής Αρχαιολογίας Π. Φάκλαρης παραθέτει σειρά στοιχείων που μαρτυρούν την παρουσία του ελαιόδενδρου στον ελλαδικό χώρο από τη Νεολιθική ακόμη εποχή και αποδεικνύουν την κυρίαρχη σημασία που είχαν για τους Ελληνες το ελαιόλαδο, η βρώσιμη ελιά, το ξύλο, ακόμη και τα φύλλα του δένδρου. Η εξέταση των αρχαιολογικών στοιχείων που αφορούν τη χρήση και τη σημασία της ελιάς στην αρχαιότητα επιβεβαιώνει ότι αυτή αποτελούσε ένα από τα χρησιμότερα και πιο αγαπητά δέντρα των Ελλήνων, λόγω της ιερότητός της, της οικονομικής σημασίας της και των ποικίλων χρήσεων των προϊόντων της στην καθημερινή και στη θρησκευτική ζωή.


Το δέντρο της ελιάς είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ζωή των ανθρώπων της Μεσογείου, κάτι που μαρτυρούν άλλωστε οι μύθοι και η ιστορία όλων των λαών της. Από την αρχαιότητα αποτελούσε σύμβολο ειρήνης, υγείας, σοφίας, γονιμότητας, ομορφιάς και νίκης και λατρεύτηκε επί χιλιάδες χρόνια. Συντρόφεψε τους κατοίκους των περιοχών αυτών τόσο σε εποχές ευμάρειας, όσο και σε εποχές στέρησης. Ο μύθος λέει ότι ήταν το δώρο της θεάς Αθηνάς στους κατοίκους της πόλης της Αθήνας, οι οποίοι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης έδωσαν το όνομα της θεάς στην πόλη τους. Η καλλιέργεια της ελιάς υπολογίζεται ότι ξεκίνησε πριν από 7.000 χρόνια, κυρίως στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και από εκεί εξαπλώθηκε στις γύρω χώρες. Αναφορές στην ελιά και τον ευεργετικό της ρόλο βρίσκουμε σε πολλά ελληνικά και ρωμαϊκά γραπτά. Αποτελεί μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς κι είναι συνδεδεμένη με θρύλους, παραδόσεις και θρησκευτικές τελετουργίες γύρω από την ανθοφορία της, τη συγκομιδή του καρπού της και την παραγωγή του ελαιολάδου.


Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί εσφαλμένα ότι η καλλιέργειά της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Παλαιστίνη. Νεότερα στοιχεία που προέκυψαν από ανάλυση γύρης μαρτυρούν την παρουσία της στον ελλαδικό χώρο από τη νεολιθική εποχή. Συστηματική καλλιέργειά της πιστοποιήθηκε και στη μυκηναϊκή περίοδο σε διάφορα σημεία της Ελλάδας. Αλλά και οι πινακίδες της Γραμμικής Β' από τα αρχεία των ανακτόρων Κνωσού, Πύλου και Μυκηνώνν μαρτυρούν την οικονομική σημασία της κατά τον 14ο και τον 13ο αι. π.Χ. Στην Κνωσό και στις Αρχάνες βρέθηκαν μέσα σε αγγεία κουκούτσια από ελιές, ενώ στη Ζάκρο βρέθηκαν ολόκληρες ελιές με τη σάρκα τους, που χρονολογούνται περί το 1450 π.Χ. Επίσης κουκούτσια ελιάς βρέθηκαν σε τάφους της Μεσαράς, ενώ σε άλλα σημεία της Κρήτης βρέθηκαν ελαιοπιεστήρια υστερομυκηναϊκής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου (1450-1200 π.Χ.). Ελιές απεικονίζονται και σε έργα τέχνης της εποχής αυτής. Μια τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού του 16ου αι. π.Χ. αποτελεί θαυμάσια απεικόνιση ελαιώνα, ενώ τα χρυσά ποτήρια από τον μυκηναϊκό τάφο του Βαφειού Λακωνίας (16ος αι. π.Χ.) κοσμούνται με παράσταση ελαιοδένδρων.


Σύμφωνα με τη μυθολογία την ελιά έφερε στους Ελληνες η Αθηνά, η οποία δίδαξε και την καλλιέργειά της. Είναι χαρακτηριστικό το γνωστό επεισόδιο της φιλονικίας της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για το όνομα της Αθήνας. Στην Ακρόπολη υπήρχε η ιερή ελιά της Αθηνάς, η πρώτη ελιά που η θεά χάρισε στους Ελληνες, και στην Ακαδημία οι 12 ιερές ελιές, οι μορίαι, και ο ιερός ελαιώνας από τον οποίο προερχόταν το λάδι που δινόταν ως έπαθλο στους νικητές των Παναθηναίων. Ενδεικτικό της σημασίας της ελιάς για την Αθήνα είναι ότι οι Αθηναίοι στα νομίσματά τους απεικόνιζαν την Αθηνά με στεφάνι ελιάς στο κράνος της και έναν αμφορέα με λάδι ή ένα κλαδί ελιάς. Μια άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Ηρακλής (του οποίου το ρόπαλο ήταν από αγριελιά) έφερε βλαστάρι ελιάς από τη χώρα των Υπερβορείων (μυθικός λαός που οι Ελληνες πίστευαν ότι κατοικούσε πέρα από τον Βορρά ή κατά άλλη ερμηνεία στον ουρανό) και το φύτεψε στην Ολυμπία. Με τα κλαδιά του κοτίνου, της αγριελιάς αυτής, στεφανώνονταν οι ολυμπιονίκες. Με κλάδους ελιάς ήταν στεφανωμένο και το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία, έργο του Φειδία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.


Η φιλονικία της θεάς Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για την προστασία και το όνομα της Αθήνας. Ο τότε βασιλιάς της Αθήνας, Κέκροπας, κάλεσε τους δυο αντιπάλους (Αθηνά και Ποσειδώνα) να ανέβουν στον βράχο της Ακρόπολης για να γίνει η αναμέτρηση υπό την επίβλεψη των υπόλοιπων θεών. Ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα θαλασσινού νερού. Η Αθηνά με τη σειρά της, φύτεψε μια ελιά πάνω στον βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό, ως προσφορά στην πόλη και στους κατοίκους της. Μετά από το δώρο της Αθηνάς, ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και είπε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δύο θεούς πρέπει να δοθεί η πόλη. Συγχρόνως, ζήτησαν τη γνώμη του βασιλιά Κέκροπα. Αυτός από το βράχο έριξε μια ματιά γύρω και είδε ότι η χώρα είναι κυκλωμένη από αλμυρό νερό και θάλασσα, ενώ το δέντρο που είχε κάνει η Αθηνά να φυτρώσει ήταν το πρώτο που φύτρωσε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι’ αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης.


Ο Αρισταίος ήταν γιος του Απόλλωνα (θεός της μουσικής και της αρμονίας) και της Κυρήνης, γεννήθηκε στη Λιβύη και ο Ερμής τον πήρε και τον πήγε στη Γαία και στις Ώρες για να τον αναθρέψουν. Οι Μούσες, που του είχαν αναθέσει τη φύλαξη των κοπαδιών στη Φθία, του δίδαξαν τη μαντική και την ιατρική τέχνη. Οι Νύμφες πάλι, του έμαθαν πώς να καλλιεργεί τα αμπέλια και τις ελιές, πώς να φροντίζει τα μελίσσια και πώς να κάνει το γάλα τυρί. Την τέχνη δηλαδή της παρασκευής του μελιού, του λαδιού, του τυριού, πράγματα άγνωστα ως τότε στους ανθρώπους. Επίσης, οι Νύμφες του έδειξαν πώς να μπολιάζει τις αγριελιές, για να δίνουν καρπό, πώς να αλέθει τον καρπό του ελαιόδεντρου και να παίρνει το πολύτιμο αλλά άγνωστο ως τότε ελαιόλαδο. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι πρώτος ο Αρισταίος ανακάλυψε το ελαιοπιεστήριο. Ο Αρισταίος δεν κράτησε αυτά τα μυστικά για τον εαυτό του, αλλά με τη σειρά του δίδαξε τις τέχνες αυτές στους ανθρώπους. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και έφτασε μέχρι τη Σαρδηνία και τη Σικελία, όπου βρήκε γόνιμη γη για να καλλιεργήσει τις ελιές. Εκεί τιμήθηκε ως θεός – προστάτης των ελαιοκαλλιεργητών. Από τότε τα δάση της αγριελιάς που υπήρχαν γύρω από τη Μεσόγειο, άρχισαν να καλλιεργούνται.


Σύμφωνα με τον Πίνδαρο, καθώς ο Ηρακλής επέστρεφε στην Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση των άθλων του έφερε μαζί του από τους Υπερβόρειους την αγριελιά και τη φύτεψε στην Ολυμπία. Από αυτή την ελιά κατασκευάζονταν τα στεφάνια των Ολυμπιονικών. Ο Ηρακλής κρατούσε πάντα ένα ρόπαλο με το οποίο αντιμετώπιζε τους κινδύνους και νικούσε κάθε φορά. Το ρόπαλο αυτό ήταν ο κορμός μιας αγριελιάς, που την είχε βρει και την είχε κόψει, κοντά στο Σαρωνικό κόλπο, στο ιερό άλσος του πατέρα του, του Δία, πηγαίνοντας για το λιοντάρι της Νεμέας.


Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία οι Υπερβόρειοι κατοικούσαν στο τέλος του κόσμου, κάτω από έναν ουρανό αδιάκοπα γελαστό και φωτεινό. Η χώρα τους βρισκόταν σε μια περιοχή όπου δε φυσούσε ο βοριάς (“πνοαίς όπισθεν Βορέα ψυχρού”). Αναφέρεται επίσης ότι από το νησί-χώρα τους (πρωτεύουσα του οποίου λέγεται πως ήταν η ξακουστή Θούλη-σύμφωνα με μυστικιστικά γερμανικά κείμενα) το φεγγάρι φαινόταν να βρίσκεται πολύ κοντά στη Γη. Kανένας θνητός δεν μπορούσε να βρει εύκολα το δρόμο για τη χώρα των Υπερβορείων. Ποιητής Πίνδαρος: «Την θαυμαστήν οδόν την άγουσαν εις τας πανηγύρεις των Υπερβορείων ούτε πεζός, ούτε δια πλοίων ερχόμενος θα δυνηθείς να εύρεις». Μόνο για ελάχιστους ήρωες αναφέρεται πως κατάφεραν να φτάσουν εκεί και πάντα τα κατάφερναν με τη βοήθεια κάποιας θεότητας. Ο Περσέας (καθοδηγούμενος από την Αθηνά) πέρασε από εκεί όταν πήγαινε να κόψει το κεφάλι της Μέδουσας. Ο Ηρακλής (με τη βοήθεια της Αρτέμιδος) τον καιρό που κυνηγούσε την ελαφίνα της Κερύνειας, έφθασε στην χώρα των Υπερβορείων και ζήτησε από τους Υπερβόρειους την άδεια να μεταφέρει φύτρα από Ελαιόδεντρα στην Ολυμπία για να στεφανώνουν με αυτά τους νικητές των αγώνων (καθώς μέχρι τότε η ελιά ήταν άγνωστη στους Έλληνες). Την αρχαία Ωρείθυια την έκλεψε ο Βορέας, κρύβοντας την «στα έσχατα της γης, εκεί που ανοίγουν οι ουρανοί στου Φοίβου το περιβόλι» (δηλαδή στην χώρα των Υπερβορείων).


Οι Υπερβόρειοι ήταν μία φυλή ανθρώπων οι οποίοι ζούσαν στην περιοχή που οι αρχαίοι μας ονόμαζαν Υπερβόρεια. Οι Υπερβόρειοι είχαν συνεχή επικοινωνία με τους Έλληνες και μάλιστα μιλούσαν και την ίδια γλώσσα. Η διαφορά ανάμεσα στους Υπερβόρειους και τους Έλληνες της αρχαιότητας ήταν ότι οι Υπερβόρειοι ήταν κάτοχοι υψηλής τεχνολογίας, αφού ταξίδευαν ταχύτατα και είχαν όπλα με απίστευτες δυνάμεις ενώ οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν στην κατοχή τους τέτοιες τεχνολογίες. Ωστόσο οι αρχαίοι μας σώζουν μαρτυρίες και περιγραφές που μας μιλούν για αυτούς.

Οι Υπερβόρειοι μιλούσαν Ελληνικά αφού σύμφωνα με τον Διόδωρο: «Έχειν δε τους Υπερβορείους τίνα διάλεκτον, και προς τους Έλληνες οικειότατα διακείσθα...». Μη ξεχνάμε ότι οι τοπικοί Ήρωες που προστάτευαν τους Δελφούς είχαν τα ελληνικά ονόματα Φύλακος και Αυτόνοος. Με ποιο τρόπο όμως ταξίδευαν οι Υπερβόρειοι για να καταφτάσουν στην Ελλάδα ; Σύμφωνα με τον Πίνδαρο «Την θαυμαστήν οδόν την άγουσαν εις τας πανηγύρεις των Υπερβορείων ούτε πεζός, ούτε δια πλοίων ερχόμενος θα δυνηθείς να εύρεις...». Δηλαδή δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τρόπο να πάμε στην Υπερβόρεια γιατί πολύ απλά δεν έχουμε την τεχνολογία - ή τουλάχιστον δεν την είχαν οι Έλληνες την εποχή του Πίνδαρου.
Οι Υπερβόρειοι διέφεραν σε σχέση με τους Έλληνες επίσης στη φυσική κατάσταση και υγεία. Ο Πίνδαρος μας λέει τα εξής : «Ούτε ασθένειαι ούτε το απάισιον γήρας προσβάλλουν την ιερά ταύτην γενεάν, χωρίς δε πόνον και μακράν των μαχών ζουν... Εις των ευτυχών τούτων ανθρώπων το έθνος ήλθε άλλοτε της Δανάης ο υιός (ο Περσέας)». Οι Υπερβόρειοι λοιπόν ζούσαν περισσότερο από τους Έλληνες και δεν είχαν ασθένειες. Από τη στιγμή όμως που οι μετακινήσεις τους περιελάμβαναν οχήματα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν ήταν κάτι σαν τους άυλους άγγελους που συναντάμε στην Χριστιανική παράδοση αλλά ήταν κανονικοί άνθρωποι που διέφεραν ως προς το τεχνολογικό επίπεδο σε σχέση με τους Έλληνες της αρχαιότητας. Μήπως τελικά οι Υπερβόρειοι ήταν σαν τους Αρχαίους Θεούς οι οποίοι έπιναν και έτρωγαν νέκταρ και αμβροσία για να είναι υγιείς και αθάνατοι και ταξίδευαν με ιπτάμενα άρματα ;


Η ιστορία της Ελιάς είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία των οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών. Υπάρχουν αναρίθμητες γραπτές πηγές, παραδόσεις, μύθοι, στοιχεία ανασκαφών κ.ά. που αποδεικνύουν τη σχέση της Ελιάς με την ιστορία του ανθρώπου πάνω στη Γη. Κλαδιά ελιάς έχουν βρεθεί και σε τάφους των Φαραώ ενώ η καλλιέργειά της περιγράφεται σε παπύρους εκείνης της εποχής που έχουν χρονολογηθεί γύρω στο 1550 π.Χ.. Για τους Εβραίους η ελιά ήταν σύμβολο ειρήνης και το λάδι της ήταν ιερό αφού με αυτό έχριζαν του βασιλείς τους (κεχρισμένοι). Οι καρποί της Ελιάς ήταν άλλωστε ανάμεσα στα αγαθά που ο Θεός υποσχέθηκε πως θα δώσει στο λαό Ισραήλ όταν αυτός φτάσει στη Γη Χαναάν, τη Γη της Επαγγελίας, πολλές δεκαετίες πριν από το 1550 π.Χ.
Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν την ελιά σύμβολο δόξας και νίκης, Γι αυτό άλλωστε το λόγο έστεφαν τους Ολυμπιονίκες με στεφάνι ("κότινο") από άγρια ελιά που την ονόμαζαν "καλλιστέφανο". Κατά την παράδοση η Καλλιστέφανος ελιά ήταν η πρώτη ελιά που μεταφυτεύτηκε στην Ολυμπία από τον Ηρακλή. Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν πολύ την ελιά στις παραδόσεις τους. Θα τη βρούμε σε πολλές περιπτώσεις. Οι Αθηναίοι τη θεωρούσαν δώρο της θεάς Αθηνάς στην πόλη τους. Η ελιά που ήταν φυτεμένη στην Ακρόπολη ήταν δένδρο ιερό. Όποιος έκοβε κλαδί της τιμωρείτο με θάνατο. Ο Σόλωνας είχε ρυθμίσει νομοθετικά και τον τρόπο με τον οποίο θα φυτεύονται οι ελιές στους ελαιώνες ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη απόδοση. Επίσης απαγόρευε να κόβονται περισσότερα από δύο δένδρα το χρόνο σε κάθε ελαιώνα. Στους αθλητικούς αγώνες των Παναθηναίων που γίνονταν κάθε 4 χρόνια, οι νικητές έπαιρναν ως βραβείο ένα ειδικά ζωγραφισμένο μεγάλο αγγείο μέσα στο οποίο υπήρχε λάδι. Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όσο χρειάζονταν και το υπόλοιπο είχαν δικαίωμα να το εμπορευτούν ή να το ..εξάγουν! Πέρα όμως από τις πολλές παραδόσεις, αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που αντελήφθησαν τη σημασία της ελιάς και γι αυτό ήταν και οι πρώτοι που την καλλιέργησαν. Φημισμένος ελαιώνας υπήρχε μεταξύ Ακαδημίας, Ιεράς οδού και Κηφισού, εκεί που ο Πλάτωνας είχε ιδρύσει το ιερό των Μουσών. Από τον ελαιώνα αυτό που σωζόταν επί τουρκοκρατίας σήμερα μία μόνο γέρικη ελιά επιζεί, στο νότιο κράσπεδο της Ιεράς οδού (ελιά του Πλάτωνα).


Αγριελιά είναι θάμνος μακρόβιος, στην ουσία αθάνατος. Έχει πολλά κλαδιά, στρεβλά που όταν ξεραθούν δημιουργούνται παραβλαστήματα από το υπόγειο τμήμα του βλαστού και το δένδρο συνεχίζει τη ζωή του. Τα φύλλα της είναι μικρά, αντίθετα, βραχύμισχα, ωοειδή, με σκουροπράσινο χρώμα από πάνω και αργυρόλευκο από κάτω. Το αργυρό χρώμα στο κάτω μέρος του φύλλου της ελιάς οφείλεται στο μεγάλο αριθμό πολυκύτταρων λεπιοειδών τριχών που υπάρχουν στην κάτω επιδερμίδα. Οι καρποί της είναι μικρές μαύρες δρύπες που παράγουν εξαιρετικής ποιότητας λάδι. Είναι το ονομαστό "αγριόλαδο", που χρησιμοποιείται στη λαϊκή ιατρική ως φάρμακο, σε δερματικές και άλλες παθήσεις. Η Αγριελιά είναι ένα από τα τυπικά φυτά των μεσογειακών οικοσυστημάτων και ειδικά των διαπλάσεων των αειφύλλων σκληροφύλλων θάμνων (μακκί). Υπάρχουν στη χώρα μας αναρίθμητες άγριες ελιές που φυτρώνουν στις χαμηλές πλαγιές των βουνών, μαζί με άλλους θάμνους. Είναι γνωστά και με τα κοινά ονόματα Αγριλιός, Γριλολιά, Κοσίνη, Κόστινος, Λευκάδα, Σκαντζογριλιός, Αρκολιά κτλ. Πολύ συχνά η άγρια ελιά χρησιμοποιείται ως υποκείμενο για εμβολιαστούν πάνω σ΄ αυτή διάφορες ποικιλίες ήμερης, καλλιεργούμενης ελιάς. Έτσι οι ελαιώνες επεκτείνονται όλο και περισσότερο. Ενδιαφέρον έχει και η προσπάθεια επέκτασης των ελαιώνων με εμβολιασμό των παραβλαστημάτων της άγριας ελιάς σε περιοχές που καταστράφηκαν από πυρκαγιές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει κυρίως στην Κρήτη και έχει εξαιρετική σημασία από οικολογική άποψη. Για την αρχαία θεραπευτική το εκλεκτότερο εξ όλων των ελαιόλαδων ήταν αυτό που έδινε η αγριελιά, το οποίο ήταν και λίγο σπάνιο, καθώς και το ελαιόλαδο της πρώτης συμπίεσης (ομφάκινον), που λαμβάνεται με την «απαλή» σύνθλιψη της ελιάς και χωρίς την παρεμβολή ζεστού νερού. Κατά τον Πλίνιο, το λάδι αυτό λαμβάνεται πρώτον πιέζοντας την ελιά όταν είναι ακόμη άσπρη (άγουρη), και δεύτερον όταν η ελιά αρχίζει να αλλάζει χρώμα χωρίς να έχει, ωστόσο, ωριμάσει. Το πρώτον ομφακικόν είναι λευκό, το δεύτερο πράσινο. Το δεύτερο κάνει καλό στα ούλα και είναι εξαίρετο για να διατηρηθούν τα δόντια λευκά. .παράγουν εξαιρετικής ποιότητας λάδι και για το οποίο κυμαίνεται η αγορά του από 70-400 ευρώ το κιλό.


Το λάδι αποτελούσε από την αρχαιότητα βασικό στοιχείο της ελληνικής διατροφής. Τρεις ήταν οι ποιότητες λαδιού. Ωμοτριβές ή ομφάκινον ονομαζόταν το αρίστης ποιότητας και εξαγόταν από ελιές αγουρωπές, χωρίς ξεθέρμισμα. Το δεύτερον γεύματος ήταν το καλής ποιότητας λάδι. Χυδαίον έλαιον χαρακτήριζαν το κατώτερης ποιότητας λάδι από ελιές υπερώριμες ή χτυπημένες. Το λάδι εκτός από βασική τροφή αποτελούσε απαραίτητη καύσιμη ύλη για φωτισμό, αφού με λάδι έκαιγαν οι λύχνοι. Αυτή η χρήση του επιβιώνει σήμερα στα καντήλια. Διαδεδομένη επίσης ήταν η χρήση του στη σωματική υγιεινή. Επάλειψη του σώματος με λάδι προστάτευε από τον ήλιο ή το ψύχος. Μετά το λουτρό γινόταν επάλειψη του σώματος και της κόμης με αρωματικό λάδι, καθώς αυτό ήταν το βασικό συστατικό πολλών αρωμάτων. Η παραγωγή αρωματικού λαδιού στην Ελλάδα μαρτυρείται στη μυκηναϊκή εποχή από τις πινακίδες Γραμμικής Β' της Πύλου. Επίσης ο Θεόφραστος στο έργο του Περί Οσμών και ο Διοσκουρίδης σώζουν πληροφορίες για τα υλικά και τις συνταγές παραγωγής αρωματικού λαδιού.


Το λάδι χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα και για τις θεραπευτικές ιδιότητές του. Στον Ιπποκράτειο Κώδικα αναφέρονται περισσότερες από 60 φαρμακευτικές χρήσεις του. Ηταν κατάλληλο για τη θεραπεία δερματικών παθήσεων, ως επουλωτικό και αντισηπτικό σε τραύματα, εγκαύματα και γυναικολογικές ασθένειες. Πιθανόν χρησίμευε και ως μέσον αντισύλληψης. Επίσης το χρησιμοποιούσαν ως εμετικό αλλά και για προβλήματα των αφτιών. Ως τροφή βοηθούσε την αντιμετώπιση καρδιακών παθήσεων. Εκτός από το λάδι, για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούσαν και τα φύλλα και άνθη της ελιάς, από τα οποία παρασκεύαζαν αφέψημα που το χρησιμοποιούσαν ως κολλύριο, για την αντιμετώπιση της φλόγωσης των ούλων και του έλκους του στομάχου. Το λάδι χρησιμοποιούνταν επίσης και ως λιπαντικό, π.χ. σε μετάλλινους μηχανισμούς ή ξύλινα εξαρτήματα. Για τη συντήρηση του ελεφαντοστού, του δέρματος και του μετάλλου χρησιμοποιούσαν αλοιφή με βάση το λάδι. Η συντήρηση του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Διός στην Ολυμπία, σύμφωνα με πληροφορίες των πηγών, γινόταν με λάδι.
Πηγή : http://kalagias.weebly.com/epsilonlambdaiotaepsilonsigma--lambdaalphadeltaiota-the-wild-olive.html
http://www.kairatos.com.gr/elia.htm
http://www.athinodromio.gr/ελιά-το-δώρο-της-φύσης-στον-άνθρωπο/#.Xz5W4U2_zag
http://autochthonesellhnes.blogspot.com/2017/01/blog-post_31.html
http://laptonarchives.blogspot.com/2015/01/blog-post_62.html

Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Δελφίνια : Γνωρίζοντας τα πιο έξυπνα ζώα στον πλανήτη Γη

Τα δελφίνια, από τα συναρπαστικότερα πλάσματα της θάλασσας, ιερά ζώα του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα, τέλειοι εκφραστές της ανιδιοτελούς συμπαράστασης και φιλίας κατά τον Πλούταρχο, κατέχουν ξεχωριστή θέση στη καρδιά μας. Η θέα των γυαλιστερών κορμιών τους να αστράφτουν στον ήλιο καθώς κυνηγούν τη τροφή τους, ακολουθούν τα απόνερα των σκαφών, ή απλά παίζουν αμέριμνα με τα κύματα∙ το γεμάτο στοργή βλέμμα τους∙ το «τραγούδι» τους που μοιάζει να γράφτηκε μόνο για σένα, κάνει τον χρόνο να σταματά μπροστά στη τόση ομορφιά. Το ακολουθείς με τα μάτια σου. Βουτάς μαζί του στα νερά και πάλι ξανά στον αέρα… Γίνεσαι ένα μαζί τους σ’ αυτή τη μαγική υδάτινη χορογραφία. Τα δελφίνια μπορεί να κολυμπούν στη θάλασσα αλλά είναι θηλαστικά, κυοφορούν ένα μόλις μικρό για 12 μήνες, το οποίο θηλάζει και συνοδεύει τη μητέρα του για 3 έως 6 χρόνια. Αξιοσημείωτο είναι, ότι η μητέρα εκπέμπει ένα ειδικό σήμα στο νεογνό – μια μοναδική μελωδία – την οποία αυτό αποτυπώνει και αναγνωρίζει για την υπόλοιπη ζωή του. Αναπνέουν με πνεύμονες και είναι εκπληκτικό πως σε μια μόνο αναπνοή αποθηκεύουν αρκετό οξυγόνο για μια κατάδυση είκοσι λεπτών και μέχρι βάθους 500 μέτρων, χωρίς να ενοχλούνται από τα φαινόμενα συνθλιπτικής πίεσης και φοβερού ψύχους που παρατηρούνται σε αυτά τα βάθη.


Στο μεγάλο και καμπύλο κεφάλι τους βρίσκεται το σύστημα ηχοεντοπισμού – ένα είδος σόναρ – που τα βοηθά να προσανατολίζονται, να βρίσκουν την τροφή τους και να επικοινωνούν. Διαθέτουν εγκέφαλο εξίσου μεγάλο και περίπλοκο με τον ανθρώπινο. Σύμφωνα με συμπεράσματα ερευνών, τα δελφίνια δημιουργούν τρισδιάστατες εικόνες στον εγκέφαλό τους, ένα είδος υπερηχογραφήματος, πολύ υψηλότερης όμως τεχνολογίας από αυτό που έχει εξελίξει ο άνθρωπος. Τα δελφίνια δεν κοιμούνται ποτέ! Απλώς ξεκουράζουν εναλλάξ τα δυο ημισφαίρια του εγκεφάλου τους , ώστε, όταν το ένα αναπαύεται το άλλο να εξασφαλίζει την αναπνοή. Διαθέτουν οξύτατη ακοή και ιδιαίτερα ισχυρή όραση. Το σώμα τους έχει τέλεια υδροδυναμική μορφή και καλύπτεται από λείο και εξαιρετικά ευαίσθητο δέρμα. Τα θωρακικά του πτερύγια βοηθούν στην κολύμβηση∙ το ουραίο χρησιμοποιείται για ώθηση, ενώ το ραχιαίο εξασφαλίζει ισορροπία μέσα στο νερό.


Ως θηρευτές, παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο θαλάσσιο οικοσύστημα καθώς καταπίνοντας τα αδύναμα και ασθενικά ψάρια εμποδίζουν την εξάπλωση επιδημιών και διατηρούν υγιείς τους πληθυσμούς των ψαριών. Ο άνθρωπος ανέκαθεν έβρισκε στα δελφίνια ανώτερα χαρίσματα όπως: νοημοσύνη, δύναμη, ζωτικότητα, χιούμορ, ανιδιοτέλεια, χάρη, αλτρουισμό, αφοσίωση… Ο δεσμός των Ελλήνων, ειδικά, με το εκπληκτικό αυτό θηλαστικό χάνεται στα βάθη των αιώνων. Οι μαρτυρίες του Ομήρου, οι μινωικές τοιχογραφίες στην Κρήτη και στη Θήρα, τα αρχαία νομίσματα με παραστάσεις δελφινιών και οι αμέτρητοι μύθοι και θρύλοι για τις σχέσεις δελφινιών, ανθρώπων και θεών της μυθολογίας είναι τρανή απόδειξη αυτού του ισχυρού δεσμού. 
Ο όρος δελφίνια είναι παραπλανητικός, καθώς οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα ενιαίο είδος. Κάθε είδος δελφινιού έχει ξεχωριστά χαρακτηριστικά και γεωγραφική εξάπλωση, ενώ το καθένα έχει την προσωπική του ηχητική ταυτότητα! Στην Ελλάδα απαντώνται κυρίως τέσσερα είδη από ένα σύνολο 32 ειδών σε παγκόσμιο επίπεδο.  Το Σταχτοδέλφινο, το Ζωνοδέλφινο, το Ρινοδέλφινο και το Κοινό δελφίνι. Η χώρα μας μάλιστα διεκδικεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία: ο Κορινθιακός κόλπος είναι το μόνο μέρος, όπου τα ζωνοδέλφινα σχηματίζουν μεικτές ομάδες και ζευγαρώνουν με τα σταχτοδέλφινα και τα κοινά δελφίνια.


Το  Σταχτοδέλφινο, το πιο μεγαλόσωμο από τα τέσσερα είδη με μήκος που μπορεί να φτάσει τα 3,5 μέτρα, γεννιέται γκρι. Στο διάστημα της ενηλικίωσής του όμως και λόγω «αψιμαχιών» αποκτά στο σώμα του γρατζουνιές . Το συναντάμε στο Μυρτώο Πέλαγος, στη Χαλκιδική, στις Βόρειες Σποράδες, στη θάλασσα των Κυθήρων και σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης. Το Ζωνοδέλφινο είναι το πιο συχνά απαντόμενο δελφίνι. Οφείλει το όνομά του στη χαρακτηριστική μαύρη γραμμή (ζώνη) που ξεκινάει από το μάτι και καταλήγει στη γενετική περιοχή. Προτιμά τα μεγάλα βάθη και σπάνια θα το δείτε κοντά σε ακτές. Στον Κορινθιακό κόλπο ζουν τα μικρότερα ζωνοδέλφινα του κόσμου! Επίσης, εμφανίζεται πολύ συχνά στην περιοχή των Βόρειων Σποράδων και της Νότιας Κρήτης. Το Ρινοδέλφινο, εξίσου «κοσμοπολίτικο», μεγαλόσωμο και ιδιαίτερα παιχνιδιάρικο, είναι το είδος που συναντά κανείς περισσότερο στις παράκτιες περιοχές, στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου Πελάγους, αλλά και στον Αμβρακικό κόλπο, όπου διαβιεί ένας μικρός πληθυσμός που δυστυχώς κινδυνεύει με εξαφάνιση. Το Κοινό δελφίνι, που δυστυχώς παρά το όνομά του μόνο κοινό δεν είναι στις μέρες μας, έχει τον πιο σύνθετο και εντυπωσιακό χρωματισμό σώματος. Το υδροδυναμικό του σχήμα, δε, του επιτρέπει να αναπτύσσει ιδιαίτερα μεγάλες ταχύτητες που φτάνουν τα 65 χλμ/ ώρα! Απαντάται στον Κορινθιακό κόλπο, στη περιοχή μεταξύ Λευκάδας – Κεφαλονιάς, στο Αιγαίο πέλαγος, στον Σαρωνικό κόλπο, στα Δωδεκάνησα, στο Θρακικό πέλαγος και τον Ευβοϊκό κόλπο.


Οι φυσικοί εχθροί των δελφινιών είναι ελάχιστοι. Κινδυνεύουν κυρίως εξαιτίας μιας σειράς ανθρώπινων δραστηριοτήτων όπως:
- Η τυχαία σύλληψή τους σε δίχτυα, κυρίως αφρόδιχτων, αλλά και η παράνομη αλιεία με δυναμίτιδα ευθύνονται για το θάνατο χιλιάδων δελφινιών.
- Η εσκεμμένη θανάτωσή τους για το κρέας και το λίπος τους.
- Η σκόπιμη σύλληψή τους για να γίνουν αντικείμενο πειραμάτων ή «πρωταγωνιστές» σε δελφινάρια.
- Η θαλάσσια ρύπανση με τοξικές ουσίες.
- Η υποβάθμιση της παράκτιας ζώνης με έργα όπως οι επιχωματώσεις λιμανιών, οι ιχθυοκαλλιέργειες, η αυθαίρετη δόμηση που διαταράσσουν την ισορροπία των παράκτιων οικοσυστημάτων.
Δυστυχώς, ο πληθυσμός των δελφινιών διεθνώς έχει μειωθεί σημαντικά. Στη χώρα μας αναπτύσσονται πρωτοβουλίες τόσο από την WWF Ελλάς, όσο και από άλλες ερευνητικές.


Ανθρωπος και δελφίνι μοιράζονται γονίδια και βασικά εξελικτικά χαρακτηριστικά, γεγονός που οδηγεί τους επιστήμονες να αποδώσουν στο θαλάσσιο θηλαστικό τον τίτλο του «δεύτερου εξυπνότερου πλάσματος στον πλανήτη». Ο εγκέφαλος των δελφινιών μοιάζει πολύ με του ανθρώπου, σύμφωνα με έρευνα του Κέντρου Γενετικής Ιατρικής και Εξέλιξης στο Πανεπιστήμιο του Ντιτρόιτ. Το μεγάλο μέγεθος του εγκεφάλου και στα δύο είδη είναι το πρώτο κοινό στοιχείο, ενώ τους ειδικούς εντυπωσιάζει η παρόμοια εξέλιξη των γονιδίων του νευρικού συστήματος καθώς και του μεταβολισμού. Τα δελφίνια επίσης διαθέτουν γονίδια που στον άνθρωπο σχετίζονται με την ευφυΐα και τις γνωσιακές ικανότητες.


«Ξέρουμε εδώ και καιρό ότι τα δελφίνια συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο έξυπνα θηλαστικά και ότι μπορούν να κάνουν πολλά από αυτά που κάνουν οι ανθρωποειδείς πίθηκοι, όπως ότι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη, επικοινωνούν ή μιμούνται τους ανθρώπους. Οι εγκέφαλοί τους είναι ξεχωριστοί και διαφορετικοί», λέει ο Μάικλ Μαγκάουεν, ερευνητής στο επιστημονικό Κέντρο και επικεφαλής της έρευνας που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Proceedings of the Royal Society B». Ο Μαγκάουεν και οι συνεργάτες του συνέκριναν 10.000 γονίδια που παράγουν πρωτεΐνες από το γονιδίωμα του δελφινιού με αντίστοιχα γονίδια από άλλα ζώα (αγελάδα, άλογο, σκύλος, ποντίκι, ελέφαντας, κότα) και από τον άνθρωπο.


Διέκριναν, έτσι, ότι οι περισσότερες ομοιότητες εντοπίζονται ανάμεσα στα δελφίνια, στους ελέφαντες και στους ανθρώπους, τα τρία είδη που ξεχωρίζουν για την εξυπνάδα τους και το μεγάλο μέγεθος του εγκεφάλου τους και σύμφωνα με τους επιστήμονες, διαθέτουν γονίδια που παρουσιάζουν εξελικτικά καθυστερημένη μοριακή ανάπτυξη. «Αυτό το χαρακτηριστικό εντοπίζεται σε θηλαστικά με παρόμοιο εξελικτικό ιστορικό όπως είναι οι ελέφαντες, οι μεγάλοι πίθηκοι και τα κητοειδή, που έχουν να επιδείξουν στενούς οικογενειακούς δεσμούς, γενιές μεγάλης χρονικής διάρκειας και μικρούς πληθυσμούς. Επίσης, όλα αυτά τα είδη έχουν μεγάλους εγκεφάλους», προσθέτει ο Μαγκάουεν. Ωστόσο ο μεγάλος εγκέφαλος δεν αποτελεί πάντα κριτήριο ευφυΐας. Παράγοντες που καθορίζουν τον βαθμό ευφυΐας είναι επίσης ο αριθμός των συνάψεων, η αναλογία λευκής και φαιάς ουσίας, καθώς και το πόσο μεγάλοι είναι οι αύλακες στην επιφάνεια του εγκεφάλου.


Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο που συνδέει τα δελφίνια με τους ανθρώπους είναι η εξελικτική ιστορία του μεταβολισμού. «Ο μεγάλος εγκέφαλος χρειάζεται καύσιμα και έτσι υποθέτουμε ότι οι αλλαγές στον μεταβολισμό επέτρεψαν την ανάπτυξη του μεγέθους του εγκεφάλου. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι παρατηρούμε αυτές τις αλλαγές στις ίδιες ομάδες γονιδίων σε είδη με μεγάλους εγκεφάλους: πρωτεύοντα θηλαστικά, κητοειδή, ελέφαντες», λέει ο ερευνητής. Εκτός αυτών, τα δελφίνια διαθέτουν γονίδια που σχετίζονται με πνευματικές διαταραχές του ανθρώπου αλλά και τον ύπνο. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι αυτά τα γονίδια σχετίζονται με την ευφυΐα και εμπλέκονται στην εκπληκτική γνωσιακή ικανότητα των δελφινιών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γονίδιο που έχει σχέση με τον ύπνο, το οποίο στα δελφίνια είναι μεταλλαγμένο. «Ο ύπνος στα δελφίνια είναι ασυνήθιστος, καθώς κοιμάται μόνο μία πλευρά του εγκεφάλου τους και συνεχίζουν να κολυμπούν και να βρίσκονται μέχρι ένα βαθμό σε εγρήγορση», λέει ο Μαγκάουεν.
Πηγή : http://www.visitgreece.gr/el/nature/fauna/dolphins
https://www.tanea.gr/2012/07/20/world/delfini-to-deytero-eksypnotero-plasma-ston-planiti/

Τα δελφίνια στην Αρχαία Ελλάδα : Όταν τα πιο έξυπνα ζώα συνάντησαν τους πιο σοφούς ανθρώπους

Όπως με πολλά άλλα μυστήρια της φύσης, εμείς οι Έλληνες συλλέξαμε ένα εντυπωσιακό ποσό γνώσης και σοφίας σε σχέση με τα δελφίνια. Αυτά τα θαλάσσια θηλαστικά αναμείχθηκαν με τις ζωές των Ολύμπιων θεών των οποίων οι πράξεις περιγράφονταν αλληγορικά σε σχέση πάντα με τον τρόπο ζωής των θνητών. Ο Απόλλωνας, η Δήμητρα, η Αφροδίτη και ο Διόνυσος είναι μερικοί από το δωδεκάθεο που συνδέονται με τα δελφίνια. Παράλληλα, μύθοι από τους πολυταξιδεμένους ναυτικούς, άνθρωποι που σώθηκαν από δελφίνια στις άγνωστες θάλασσες και έγιναν φίλοι μαζί τους, έρχονται να μας δώσουν άλλη νότα μεταξύ μύθου και πραγματικότητας και να ερμηνευτούν μέσα από τα θαυμάσια κείμενα του Ομήρου, του Πλούταρχου, του Ηρόδοτου και άλλων ιστορικών και ποιητών της αρχαίων χρόνων. Εκτός όμως από την αρχαία Ελλάδα, και στη Ρώμη είχαμε πολλές ιστορίες δελφινιών που ήρθαν σε επαφή με τον άνθρωπο. Επηρεασμένοι από την ελληνική μυθολογία και όχι μόνο, Λατίνοι ιστορικοί μας δίνουν τη δικιά τους χροιά στο θέμα. Λόγω εμπορικών επαφών που είχαν οι Έλληνες με όλη τη Μεσόγειο επηρέασαν στο πέρασμά τους με τον πολιτισμό και την θρησκεία τους όλους τους λαούς. Τα δελφίνια εμφανίζονται στους μύθους και στην τέχνη των ενδογενών από το ‘Οριεντ στις Ινδίες και από τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη.


Το δελφίνι έχει φυσητήρα και πνεύμονες… κοιμάται με το ρύγχος του πάνω από το νερό κι όταν κοιμάται, ροχαλίζει. Κανένα δεν έχει κάνει αυγό παρά κατευθείαν ένα έμβρυο, όπως στην περίπτωση του ανθρώπου και στα ζωοτόκα τετράποδα. Η περίοδος της κυοφορίας είναι δέκα μήνες και γεννάει το καλοκαίρι. Το δελφίνι παράγει γάλα και θηλάζει το μικρό του, το οποίο συντροφεύει για ένα αρκετό χρονικό διάστημα. Πραγματικά είναι αξιοσημείωτη η στοργή που δείχνει για τα παιδιά του. Το μικρό μεγαλώνει γρήγορα και ωριμάζει σε ηλικία 10 χρονών. Ζει για πολλά χρόνια ακόμα και πάνω από 25 ή 30. Οι ψαράδες τα αιχμαλωτίζουν και τα απελευθερώνουν στη θάλασσα έτσι ώστε οι ηλικίες τους να μην είναι σίγουρες. (Αριστοτέλης, ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΑ ΖΩΑ ΙΣΤΟΡΙΩΝ 350 π.χ.χ.). Παρ’ όλο που είναι εκπληκτική, αυτή η πρώτη αναφορά στα κητώδη εκδόθηκε 2350 χρόνια πριν! Μετά από ακριβείς παρατηρήσεις και συνεντεύξεις με ψαράδες του Αιγαίου πελάγους, ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ περιέγραψε τη φυσική ιστορία των δελφινιών με τόσες λεπτομέρειες που είναι λίγα αυτά που μπορούμε να προσθέσουμε, ακόμα και τώρα. Mα εκπληκτική είναι ακόμη η αναφορά του ‘Έλληνα φιλοσόφου στη συμπεριφορά των δελφινιών απέναντι στα παιδιά τους: Και σε περίπτωση που κάποιο δελφίνι πνίγεται και βυθίζεται τα άλλα θα τρέξουν να το βοηθήσουν υποστηρίζοντας το στις πλάτες τους και προσπαθώντας να μην το φάνε τα άλλα ζώα. Όταν ένα δελφίνι γεννιέται, συχνά σπρώχνεται προς την επιφάνεια από τη μητέρα του για να πάρει την πρώτη του ανάσα. Ίσως να οδηγείται από ένστικτο και να συμπεριφέρεται έτσι στο παιδί του και στον άνθρωπο. Πάντως τα σημάδια αυτά οι πρόγονοι μας φαίνεται να μελέτησαν στο έπακρο.


Μια από τις πρώτες ιστορίες με δελφίνια είναι του ΟΜΗΡΟΥ ο «‘Υμνος στον Απόλλωνα», στην οποία ο ποιητής περιγράφει πως ο θεός Απόλλων ίδρυσε το ναό στους Δελφούς, αφού γύρισε σχεδόν όλη την Ελλάδα αναζητώντας ένα κατάλληλο μέρος. Τελικά διάλεξε μια μοναχική σπηλιά που φώλιαζε στους πρόποδες του βουνού Παρνασσός, το οποίο φύλαγε o δράκoς Πύθωνας. Οι πιστοί ερχόντουσαν στο ιερό -το λεγόμενο Πύθο- και παίρνανε τις διδαχές της μητέρας Γης. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Απόλλων, θεός του φωτός της θρησκείας και του πολιτισμού πάλεψε με τον Πύθωνα για να εγκαταστήσει εκεί το ναό του. Αφού τον νίκησε πήρε τη μορφή ενός κοπαδιού δελφινιών και οδήγησε ένα χαμένο πλοίο από την Κρήτη στον Κορινθιακό κόλπο, περίπου έξη μίλια από τον Παρνασσό. Οι ναύτες έκπληκτοι από το ρόλο που έπαιξαν αυτά τα επιβλητικά πλάσματα στη διάσωση τους ορκίστηκαν να υπηρετούν το ναό του Απόλλωνα και το μετονόμασαν σε Δελφούς προς τιμή της μορφής που είχε πάρει. Χαρακτηριστικά λέει ο Όμηρος:
ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΩΤΑ, ΣΤΗ ΤΑΡΑΓΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ,
ΠΕΤΑΧΤΗΚΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΓΟΡΓΟΦΤΕΡO ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΜΕ
ΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΕΝΟΣ ΔΕΛΦΙΝΙΟΥ, ΕΚΕΙ ΘΕΛΩ ΝΑ
ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΤΕ ΣΕ ΜΕΝΑ, ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝ ΔΕΛΦΙΝΟΥΣ
Ο ναός του Απόλλωνα θεωρείτο ως το κέντρο του κόσμου. Οι Έλληνες ρώταγαν το μαντείο για θέματα προσωπικά όπως και για αποφάσεις που καθόριζαν τα πολιτικά δρώμενα της εποχής. Την τέταρτη ημέρα του Δελφικού μήνα, στα γενέθλια του Απόλλωνα, η ιέρεια Πυθεία, μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, ντυμένη με ένα μανδύα, θα έμπαινε στο ναό και θα μάσαγε φύλλα δάφνης (από του Απόλλωνα το ιερό δέντρο). Μόνο τότε θα έδινε το χρησμό. Μετά την ίδρυση του μαντείου, πολλές από τις πράξεις του Απόλλωνα αποδόθηκαν στα δελφίνια. Ο θεός των βοσκών και των βουκόλων συχνά αρεσκόταν στο να παίζει τη φλογέρα, το φλάουτο ή τη λύρα του και αυτόματα έγινε και ο θεός της μουσικής. Τα υπέροχα θηλαστικά δεν έμειναν ανεπηρέαστα από αυτό τον τίτλο και τους δόθηκε η φήμη ως εραστές της μουσικής.


Σύμφωνα με του Πλίνιου τη Φυσική Ιστορία: ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΟΗΤΕΥΤΕΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΡΜΟΝΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΧΟ ΕΝΟΣ ΥΔΡΟ-ΟΡΓΑΝΟΥ.
Ποίος δεν γνωρίζει άλλωστε την ιστορία του Αρίωνα του Λυρωδού από τη Μήθυμνα της Λέσβου; Ο πατέρας της ιστορίας, όπως αποκαλείτε ο Ηρόδοτος, γράφει σχετικά: Ο Αρίων, γνωστός για τη λύρα του σ’ όλη τη Μεσόγειο, είχε προσληφθεί να παίζει στην αυλή του βασιλιά της Κορίνθου, Περίανδρου. Μια μέρα όπως γύριζε από ένα αρκετά επικερδές ταξίδι από την Ιταλία στη Κόρινθο, το πλήρωμα στράφηκε εναντίον του και τον απείλησε ότι θα τον ρίξει από το πλοίο για να του πάρει τα χρήματα. Εκείνος με τη σειρά του αφού έβλεπε τη ζωή του να κινδυνεύει, ζήτησε σαν τελευταία χάρη να παίξει τη λύρα του. Σαν τέλειωσε και η τελευταία νότα, ο Αρίων πήδηξε στη θάλασσα. Αλλά δεν πνίγηκε. Τη ζωή του έσωσε ένα κοπάδι δελφινιών που το είχε μαγέψει η μουσική και είχε μαζευτεί γύρω από το πλοίο. Τον μετέφεραν στη ράχη τους ως στην ακτή. Γυρνώντας στο παλάτι διηγήθηκε την ιστορία του αλλά ο βασιλιάς δεν την πίστεψε μέχρι που έφτασε το καράβι στο λιμάνι και οι ναύτες του ορκίζονταν ότι άφησαν τον Αρίωνα στην Ιταλία και είναι καλά. Ο Αρίων καβάλα σ’ ένα δελφίνι απεικονίζεται σε πολλούς πίνακες κυρίως της Αναγέννησης. Χαρακτηριστικό είναι το ήρεμο και ανέμελο ύφος του κρατώντας τη λύρα στα χέρια του. Τόση εμπιστοσύνη είχε σε αυτά τα πλάσματα της φύσης!


Οι σοφοί της εποχής φρόντιζαν ώστε να υπάρχει ένας λογικός δεσμός μεταξύ των μύθων, όχι μόνο ανάλογα με το ποία μηνύματα θέλανε να περάσουν, κάτι που μπορεί να γίνεται και στις ημέρες μας, αλλά έτσι θέλανε να δείξουν και την ολότητα του σύμπαντος, την εξάρτηση μεταξύ των στοιχείων που το αποτελούν και την σχέση με το εσωτερικό σου γίγνεσθαι και τη φύση. Το δελφίνι, σαν μια οντότητα ξεχωριστή μέσα στον κόσμο αυτό, έχει κάποια χαρακτηριστικά που τον συνδέουν με τον άνθρωπό και τους θεούς. Ένα ενδιαφέρον από πολλές απόψεις χαρακτηριστικό είναι η παρουσία του ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και τον επόμενο. Για αυτό και συνδέθηκε με τον Διόνυσο. Ο Διόνυσος, θεός του κρασιού και της σοδιάς πεθαίνει και γεννιέται ξανά κάθε χρόνο στη περίοδο της παραγωγής. Επίσης λατρεύτηκε σαν ιερέας του Απόλλωνα στους Δελφούς, όπως τονίζει ο Πλούταρχος. Η διονυσιακή λατρεία δεν αναλύεται εδώ γιατί ο ρόλος του δελφινιού με τον καιρό ξεχάστηκε. Υποστηρίζεται ότι τα δελφίνια κουβαλούσαν τον Διόνυσο από και προς τον άλλο κόσμο. Πολλοί συγγραφείς της εποχής στηρίζουν αυτό το μύθο στις εξαφανίσεις των δελφινιών κάθε χειμώνα. Από την παρατήρηση των αστεριών οι αρχαίοι Ελληνες συνέδεσαν το γεγονός αυτό με τον αστερισμό ΔΕΛΦΙΝΟΥΣ, ο οποίος δεν διακρίνεται από την Ελλάδα τους μήνες Νοέμβριο έως Μάιο. 


Μια άλλη ιστορία που συνδέει τον Διόνυσο με τα δελφίνια και πάλι έχει κάποια βαθύτερη έννοια, είναι αυτή που περιγράφει ένα ταξίδι του θεού του κρασιού σ’ ένα πειρατικό πλοίο. Όταν οι ναύτες αποφάσισαν να τον κρατήσουν για σκλάβο, εκείνος τους εκδικήθηκε τρελαίνοντάς τους. Αναγκαζόντουσαν να πηδάνε στη θάλασσα και τους έσωσε μόνο όταν μετανόησαν για το σχέδιο τους. Τότε ο Διόνυσος τους μετέτρεψε σε δελφίνια. Αυτός ο μύθος συνδέεται, για πολλούς Ελληνες, με την πίστη ότι σκοτώνοντας ένα δελφίνι διαπράττεις αυτόματα έγκλημα. Τα δελφίνια ήταν κάποτε άνθρωποι και διατηρούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά όπως π.χ. φροντίδα και στοργή για τα μικρά τους. Σύμφωνα με τον Έλληνα ποιητή ΟΠΠΙΑΝΟ στη διατριβή του στη Φυσική Ιστορία:
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΔΕΛΦΙΝΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΗΘΙΚΟ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ
ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ ΔΕΝ
ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΠΙΑ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΣΑΝ
ΚΑΛΟΣ ΘΥΣΙΑΣΤΗΣ ΟΥΤΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΟΥΣ
ΒΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΧΕΡΙΑ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΝΑ ΜΟΛΥΝΕΙ ΚΑΙ
ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΕΓΗ.
Παράλληλα με την θεωρία αυτή, ο ποιητής υποστηρίζει ότι: «ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΑΝΤΗΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΔΕΛΦΙΝΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ». Και συνεχίζει: «Αλλο ένα υπέροχο κατόρθωμα των δελφινιών που άκουσα και θαύμασα. Όταν έπεσε αρρώστια και θανάσιμοι πνιγμοί κοντά τους δεν απέτυχαν στο να το μάθουν παρά γνώριζαν το τέλος της ζωής. Τότε κολύμπησαν τη θάλασσα και τα μεγάλα κύματα από τα βαθιά και προσγειώθηκαν στη άκρη της ακτής. Και εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή και δέχτηκαν την καταδίκη τους πάνω στη ξηρά ελπίζοντας σε κάποιο θνητό να λυπηθεί τον ιερό αγγελιοφόρο από τα έγκατα της γης σαν γίνει ένα με αυτή και να τον καλύψει με λίγα χαλίκια, διατηρώντας στη μνήμη του την ευγενική τους φιλία. Υπερηφάνεια και λαμπρότητα καθρεπτίζεται στο πρόσωπό τους και ακόμα και όταν πεθαίνουν, δεν χάνουν τη δόξα τους». (Αλιευτικά, βιβλίο1).


Ο σεβασμός για αυτά τα πλάσματα της φύσης και η φιλία που δημιούργησε με τον άνθρωπο δεν μπορεί παρά να συγκινήσει. Μια φιλία που πολλές φορές κατέληξε σε τραγωδία, όπως αναφέρεται παρακάτω. Μια φιλία χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς υποκρισία παρά αποτέλεσμα της αγάπης που τρέφουν οι δυο πλευρές. Το δελφίνι θα σώσει τη ζωή του ανθρώπου κάποια στιγμή και εκείνος τη δική του, αν τυχόν το ξεβγάλει η θάλασσα ή μπλεχτεί στα δίχτυα των ψαράδων. Αυτή η εικόνα παρουσιάζεται άπειρες φορές στα ελληνικά δοκίμια. Ο ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ αναφέρει ένα περιστατικό που εξελίχθηκε στο νησί της Πάρου, όπου ένας ντόπιος προσπάθησε να εμποδίσει κάποιους ψαράδες να σκοτώσουν ένα δελφίνι που είχε πιαστεί στα δίχτυα τους. Λίγο καιρό αργότερα, μεταξύ της Πάρου και της γειτονικής Νάξου, το πλοίο τους αναποδογύρισε και μόνο αυτός γλίτωσε οδηγούμενος από ένα δελφίνι στην ακτή. Η ιστορία όμως που χαράχθηκε στη καρδιά μας, είναι αυτή του ποιητή ΑΕΛΙΑΝΟΥ. Αναφέρεται στον ισχυρό δεσμό μεταξύ ενός δελφινιού και ενός αγοριού. Κάθε μέρα το δελφίνι περίμενε το παιδί να τελειώσει το σχολείο και μετά μαζί ανοιγόντουσαν στην ανοιχτή θάλασσα. Κάποια, μέρα το δελφίνι άφησε το παιδί να ανέβει στη πλάτη του και εκεί δεν άργησε να γίνει το κακό. Το μικρό αγόρι έχασε την ισορροπία του και πέφτοντας μπροστά στο ραχιαίο πτερύγιο, θα ανοίξει μια πληγή στο στομάχι και θα πεθάνει από αιμορραγία. Όταν το δελφίνι κατάλαβε τι έχει συμβεί, γύρισε πίσω στην ακτή και βγήκε μέχρι έξω στην παραλία. Στη πλάτη του κουβαλούσε το νεκρό του φίλο. Συγκινημένοι από την ιστορία των δύο φίλων, οι ντόπιοι έθαψαν το σώμα του νεκρού δελφινιού δίπλα στο αγόρι.
Πηγή : https://olympia.gr/2018/02/03/h-σημασία-των-δελφινιών-στην-αρχαία-ελλ/

Δεκαοχτούρα και Καρακάξα : Τα άγρια πτηνά κυρίαρχοι των ουρανών των ελληνικών πόλεων

Κατά τα λεγόμενα του κ. Σταύρακα, 150 είδη πουλιών παρατηρούνται στο κέντρο. Στον Λυκαβηττό έχουν καταγραφεί γύρω στα 90, στον Εθνικό Κήπο γ...