Ένας από τους μύθους που διηγείται ο Ησίοδος στο πρώτο μέρος είναι αυτός των γενών: πέντε γένη ή είδη ανθρώπων διαδέχονται στη διάρκεια του χρόνου το ένα το άλλο σε μια πορεία σταδιακής κατάπτωσης. Τα τέσσερα από τα γένη αντιστοιχούν σε ισάριθμα μέταλλα (χρυσός, άργυρος, χαλκός, σίδηρος). Πριν από το τελευταίο όμως παρεμβάλλεται ένα επιπλέον γένος, για να ενταχθούν σ᾽ αυτό οι ήρωεςπου σύμφωνα με τους μύθους των Ελλήνων πολέμησαν στη Θήβα και στην Τροία. Τα σημάδια της φθίνουσας πορείας του ανθρώπινου γένους εντοπίζονται κάθε φορά στον βαθμό της ηθικής κατάπτωσης, της πρόωρης γήρανσης και της άδοξης μεταθανάτιας ζωής.
Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων οι αθάνατοι του Ολύμπου. Στην εποχή του Κρόνου, όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό, ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος, πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι,πόδια και χέρια, στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω. Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους· χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους, μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι με τα πολλά αγαθά τους. Κι όταν με τον καιρό της γης το χώμα σκέπασε τούτο το γένος, έγιναν επιχθόνια πνεύματα, αγνά, καλόγνωμα, να διώχνουν το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων. Αυτοί φυλάν το δίκιο, αυτοί αποτρέπουνε τα ανόσια έργα· κυκλοφορούν, ντυμένοι την ομίχλη, σ᾽ όλη την οικουμένη, πηγή ευτυχίας και πλούτου - τέτοια βασιλική τιμή τους έλαχε. Μετά, δεύτερο γένος, πολύ χειρότερο, αργυρό έπλασαν οι θεοί του Ολύμπου· σε τίποτε δεν έμοιαζε με το χρυσό, μήτε στην όψη μήτε και στο φρόνημα. Έπρεπε το παιδί να μείνει κολλημένο στην καλή του μάνα, χρόνια εκατό· να το ταΐζει και να το νταντεύει, κι αυτό να παίζει μες στο σπίτι -μεγάλο, αφύσικο μωρό. Αλλά, κι όταν περνούσανε στην ήβη, κόντευαν πια στην ανθηρή τους νιότη, ζούσαν ελάχιστα, δυστυχισμένοι με τον λίγο χρόνο τους και το λειψό μυαλό τους. Γιατί δεν είχαν σθένος να αντισταθούν στη μεταξύ τους βία, στην αμοιβαία αλαζονεία τους· καν δεν τιμούσαν τους θεούς, μήτε και δέχονταν να θυσιάσουν στους αγνούς βωμούς, όπως το ορίζει η τάξη των ανθρώπων, όπου κι αν κατοικούν. Γι᾽ αυτό ο Κρονίδης Δίας τους έκρυψε από θυμό, που δεν σεβάστηκαν τις οφειλές τους στους μάκαρες ολύμπιους θεούς. Και μόλα ταύτα, όταν της γης το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος, τους είπαν μάκαρες θνητούς του κάτω κόσμου, έστω και δεύτερης σειράς -κάποια τιμή κι αυτούς τους συνοδεύει.
Ύστερα ο Δίας‒πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μη μοιάζει στο ασημένιο πουθενά· φράξινο, ανελέητο, φριχτό. Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους πάρεξ τα υπερφίαλα έργα του πολέμου, βαριά σε στεναγμούς· στάρι δεν έτρωγαν κι ήταν σκληρή η καρδιά τους σαν το ατσάλι. Άπιαστοι κι άγριοι, υπερδύναμοι, με χέρια ανίκητα που φύτρωναν στους ώμους, πάνω σε μέλη στιβαρά. Χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους, δούλευαν μόνον τον χαλκό -δεν είχε ακόμη εφευρεθεί ο μαύρος σίδηρος. Κι αφού απ᾽ τα ίδια τους τα χέρια ξεκληρίστηκαν, κατέβηκαν στον σκοτεινό, άραχλο δόμο του Άδη, ανώνυμοι. Όσο κι αν ήταν τρομεροί, τους εξαφάνισε μαύρος ο χάρος, κι άφησαν πίσω τους το φως, τη λάμψη του ήλιου. Όταν με τον καιρό το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος, έπλασε γένος τέταρτο στη σιτοφόρο γη ο Κρονίδης Δίας, πιο δίκαιο κι αντρειωμένο· το θείο γένος των ηρώων που λέγονται κι ημίθεοι, την προηγούμενη από μας γενιά, να ζουν στην άπειρη οικουμένη. Αλλά κι αυτούς τους χάλασε ολέθριος πόλεμος, κακόφωνη σφαγή· άλλους εκεί μπροστά στη Θήβα την επτάπυλη, χώρα του Κάδμου, έτσι που μεταξύ τους μάχονταν ποιος θα κερδίσει βόδια και πρόβατα του Οιδίποδα· άλλους ο πόλεμος τους έφερε στην Τροία, με τα καράβια τους περνώντας πάνω απ᾽ το μέγα κύμα της θαλάσσης, για χάρη της καλλίκομης Ελένης. Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε τη χάρη ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ᾽ τους ανθρώπους· σαν αγαθός πατέρας τούς κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου, κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους, κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς· που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι. Άμποτε να μη ζούσα εγώ σ᾽ αυτήν την πέμπτη γενεά, με τους ανθρώπους της· καλύτερα να ᾽χα πεθάνει πιο μπροστά ή να γεννιόμουν ύστερα. Γιατί έφτασε τώρα η ώρα του γένους του σιδήρου. Μήτε τη μέρα θα απολείψουν κάματος και πόνος μήτε τη νύχτα η φθορά τους θα κοπάσει· τους περιμένουν μέριμνες βαριές, θεόσταλτες, μόλο που κάποτε θα σμίγει και σ᾽ αυτούς καλό με το κακό.
Ο Δίας όμως θα αφανίσει κι αυτό το γένος των βροτών· όταν τα νήπια θα γεννιούνται με κροτάφους γκρίζους· ούτε ο γονιός θα μοιάζει του παιδιού του μήτε και τα παιδιά με τους γονείς· ο ξένος στον φιλόξενο, ο σύντροφος στον σύντροφο μήτε κι ο αδελφός στον αδελφό δεν θα ᾽ναι φίλος πια, που ήταν άλλοτε ο κανόνας. Θα τους καταφρονούν τους γέροντες γονείς οι απόγονοί τους, θα τους χλευάζουν ξεστομίζοντας λόγια βαριά, άσπλαχνοι, ανίδεοι μπροστά στον φόβο του θεού σ᾽ εκείνους που τους γέννησαν, όταν γεράσουν, δεν θα αποδώσουν τα τροφεία τους· καμιά αρετή ευορκίας, δικαιοσύνης, καλοσύνης· αντίθετα, θα δείχνουν την εκτίμησή τους σ᾽ όποιον θα πράξει το κακό· το δίκιο καθενός η δυνατή γροθιά· θα λείψει κι η ντροπή· θα βλάφτει ο τιποτένιος τον καλύτερό του, με δόλια λόγια ξεγελώντας τον, και θα ορκίζεται αποπάνω· ο φθόνος μόνον θα συντροφεύει τους ανθρώπους μες στη συμφορά τους κακόγλωσσος, χαιρέκακος, μνησίκακος. Και τότε προς τον Όλυμπο, μακριά από πλατείες και δρόμους, καλύπτοντας με τον λευκό τους πέπλο την ωραία θωριά τους, εγκαταλείποντας για πάντα τους ανθρώπους, θα φύγουν και θ᾽ ανέβουν στον κόσμο των θεών η Αιδώς κι η Νέμεση. Ό,τι θα μείνει, θα ᾽ναι μόνο βάσανα πικρά, κλήρος για τους απόκληρους βροτούς, δεν θα υπάρξει στα δεινά τους σωτηρία καμιά.
Κατακλυσμός: «Η ραγδαία βροχή που συνήθως προκαλεί πλημμύρες. Στις θρησκευτικές ή μυθολογικές παραδόσεις ορισμένων λαών, συνεχείς και δυνατές βροχές που πλημμύρισαν τη γη και απείλησαν με αφανισμό το ανθρώπινο γένος». Όταν μία λαϊκή, θρησκευτική και εθνική παράδοση απαντάται στα πλέον διαφορετικά μεταξύ τους σημεία του πλανήτη, σημαίνει ότι πίσω από το «μυθολογικό» της πέπλο κρύβεται ένα υπόστρωμα αληθείας. Ότι δηλ. κάτω από τον «μύθο» (το «παραμύθι») υπάρχει ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, το οποίο με την πάροδο των αιώνων ήταν φυσικό να διαστρεβλωθεί, να διογκωθεί ή να παραφθαρεί. Η βάση όμως του συμβάντος, ο κεντρικός του πυρήνας, παραμένει αναλλοίωτος, έστω και αν χάνεται πίσω στα βάθη του πανδαμάτορος χρόνου και σήμερα μας είναι γνωστό μέσα από λαϊκές δοξασίες και φολκλορικές καταστάσεις. Ένα από τα εν λόγω μυθιστορικά γεγονότα, που συνέβησαν πριν από πολλούς αιώνες και χιλιετίες, αλλά που διασώζονται στη συλλογική μνήμη των λαών του κόσμου τούτου, μέσα από μύθους και άλλες θρησκευτικές ή τοπικές ιστορίες, είναι ο μεγάλος κατακλυσμός. Το φοβερό εκείνο γεγονός, το οποίο απείλησε την ανθρωπότητα με εξαφάνιση, αλλά καταγράφτηκε στις κατά τόπους λαϊκές παραδόσεις του πλανήτη μας. Θα λέγαμε μάλιστα καλύτερα ότι επρόκειτο όχι μόνο για ΕΝΑΝ, αλλά για ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ κατακλυσμούς, εάν ληφθεί υπ’ όψιν η ελληνική μυθολογική παράδοση και μερικά ακόμη σημαντικά στοιχεία… Οι Έλληνες διέσωσαν στη μυθολογική τους παράδοση τρεις κατακλυσμούς: του Ωγύγου, του Δευκαλίωνα και του Δαρδάνου. Και οι τρεις αυτοί κατακλυσμοί, με τις ανείπωτες φυσικές συμφορές που προξένησαν, προκάλεσαν τεράστιες ιστορικές αλλαγές και έθεσαν τέλος σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους, φέρνοντας κάθε φορά μια Νέα Εποχή πάνω στον πλανήτη. Είθισται άλλωστε, όπως λένε οι γνωρίζοντες καλά την «τέχνη» και τα μυστικά της περίφημης Απόκρυφης Γεωπολιτικής, ο κόσμος μας να περνάει από τη μια γενική εποχή σε μια άλλη μέσα από φοβερά και τρομερά καταστρεπτικά γεγονότα, τα οποία είναι είτε όλεθρος μέσω του νερού (κατακλυσμός) είτε καταστροφή μέσα από φωτιά (ολοκαύτωμα).
Ο πρώτος χρονικά κατακλυσμός που καταγράφτηκε στην ελληνική μυθολογία είναι ο Ωγύγιος κατακλυσμός, ή κατακλυσμός του Ωγύγου. Έλαβε την ονομασία του από τον τότε βασιλέα των Αθηνών, τον Ώγυγο, ο οποίος στην πραγματικότητα δέσποζε επί ολόκληρης της ιερής περιοχής της Αττικοβοιωτίας. «Ώγυγος» σύμφωνα με την ετυμολογική ανάλυση της πανάρχαιας ρίζας της λέξεως, σημαίνει «εκείνον που είναι πολύ αρχέγονος». Ο μέγας Έλληνας φιλόσοφος Πλάτων κατέγραψε στο βιβλίο του «Νόμοι» ότι ο κατακλυσμός αυτός συνέβη περίπου 10.000 χρόνια πριν την εποχή του (ο Πλάτων έζησε τον 5ο με 4ο αιώνα π.Χ.). Σε ένα άλλο του δε έργο, τον «Κριτία», ανέφερε ότι ο ως άνω κατακλυσμός υπήρξε «ο μεγαλύτερος όλων». Έγινε με επίκεντρο την Αττική, που την διέλυσε εντελώς και τελικά το βασίλειο των Αθηνών αναδιοργανώθηκε πολύ αργότερα με τον θρυλικό βασιλέα Κέκροπα, που ήταν μισός άνθρωπος και μισό φίδι… Ύστερα έχουμε τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, ο οποίος είναι και ο γνωστότερος αρχαιοελληνικός κατακλυσμός για δύο λόγους: α) διότι διαδόθηκε περισσότερο από τους άλλους μέσα από την ελληνική μυθολογία και β) διότι μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλον (σχεδόν ταυτίζεται) με τον εβραϊκό κατακλυσμό του Νώε, τον γνωστό μέσα από την Παλαιά Διαθήκη. Τον καταγράφει λεπτομερώς ο Απολλόδωρος στη «Βιβλιοθήκη» του και αναφέρεται στην απόφαση του Δευκαλίωνα (γιου του Προμηθέα) να φτιάξει ένα πλοιάριο-«κιβωτό», προκειμένου να σωθεί από την οργή του θεού Δία που είχε αποφασίσει να καταστρέψει το διεφθαρμένο ανθρώπινο γένος με κατακλυσμό. Στο πλοιάριο επιβιβάστηκε και η γυναίκα του Δευκαλίωνα, η Πύρρα, και τελικά αφού περιφερόταν μέσα στα ύδατα επί εννέα μέρες και εννέα νύχτες, εν τέλει όταν κόπασε η πλημμύρα, το πλοιάριο προσάραξε ψηλά στο όρος Παρνασσός. Όταν σταμάτησε λοιπόν η καταιγίδα και υποχώρησαν τα νερά, το ζεύγος (οι μόνοι που επιβίωσαν από τον κατακλυσμό) κατέβηκε στη γη και ο Δευκαλίωνας με την Πύρρα άρχισαν να πετάνε πίσω τους πέτρες (λας) που μετατρέπονταν σε ανθρώπους (λαός). Γιος τους, ο Έλλην. Τέλος, ο κατακλυσμός του Δαρδάνου που περιγράφεται επίσης από την ελληνική μυθολογία (από τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα), έγινε όταν «έσπασε» το φράγμα των Στενών που διαχώριζε τον Εύξεινο Πόντο από το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου και πλημμύρισε ολόκληρος ο αιγαιακός χώρος, που έως τότε ήταν ξηρά! Έτσι δημιουργήθηκαν τα Δαρδανέλλια (εκ του «Δάρδανος»), ενώ η γη του Αιγαίου, όπου δέσποζε το περίφημο Αιγαίον όρος, μετατράπηκε σε λιμνοθάλασσα, με τα σημερινά νησιά να είναι οι άλλοτε κορυφές των βουνών του. Ο Δάρδανος, που είχε φύγει από την Αρκαδία για να ιδρύσει μια αποικία στο βόρειο Αιγαίο πέλαγος (ή Θρακικό πέλαγος), κατέφυγε πάνω στο βουνό μαζί με την οικογένειά του για να σωθεί από τον κατακλυσμό και, μετά την καταστροφή, δημιούργησε εκεί τη νήσο της Σαμοθράκης. Εγγονός του ήταν ο Τρως, ο οποίος έχτισε την Τροία κοντά στα μικρασιατικά παράλια και της έδωσε και το όνομά του…
Η εβραϊκή εθνοθρησκευτική παράδοση καταγράφει τον πλέον γνωστό κατακλυσμό του πλανήτη, που είναι ο περίφημος κατακλυσμός του Νώε. Πρόκειται για την εβραϊκή εκδοχή του μύθου του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα της ελληνικής παράδοσης. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Γένεσις» της Παλαιάς Διαθήκης και αναφέρει ότι ο Θεός, βλέποντας τον κόσμο να αμαρτάνει, μετάνιωσε για τη δημιουργία Του και αποφάσισε να αφανίσει με πλημμύρα κάθε ζωντανό ον της Γης. Πρόσταξε όμως τον Νώε, τον μοναδικό ευσεβή άνθρωπο των αμαρτωλών εκείνων καιρών, να κατασκευάσει μία κιβωτό, για να σώσει την οικογένειά του, αλλά και ένα ζευγάρι από κάθε ζώο της Γης. Μετά από 40 μέρες φοβερής βροχής, τελικά η κιβωτός του Νώε προσάραξε πάνω σε ένα βουνό (μάλλον το όρος Αραράτ της Ανατολής). Ύστερα ο Θεός υποσχέθηκε πως δεν θα κατέστρεφε ποτέ πια τη Γη με νερό… Στο περιβόητο βαβυλωνιακό Έπος του Γκιλγκαμές γίνονται προς το τέλος του έργου αναφορές στον μεσοποταμιακό μύθο του κατακλυσμού. Κεντρικός ήρωας είναι ο Γκιλγκαμές, ο οποίος έμαθε ότι οι θεοί ετοίμαζαν να καταστρέψουν τον κόσμο με μία μεγάλη πλημμύρα και γι’ αυτόν τον λόγο κατασκεύασε μια μεγάλη κιβωτό για να σώσει την οικογένειά του, τα ζώα του, την περιουσία του και τους φίλους του. Μετά τον κατακλυσμό οι θεοί, μετανιωμένοι για την πράξη τους, κατέστησαν τον Γκιλγκαμές αθάνατο. Είναι φανερό ότι ο κατακλυσμός αυτός παρουσιάζει τρομερές ομοιότητες με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και με εκείνον του Νώε, συνεπώς οι τρεις αυτές παραδόσεις (ελληνική, εβραϊκή και βαβυλωνιακή) περιγράφουν το ίδιο φοβερό ιστορικό γεγονός. Ο κατακλυσμός υπάρχει καταγεγραμμένος και στην ινδική παράδοση. Σύμφωνα με τις Βέδες (τους ιερούς ύμνους) που αφορούν το ψάρι Μάτσγια, το οποίο ήταν η πρώτη ενσάρκωση («αβατάρα») του θεού Βισνού, ο μονάρχης Μανού έπλενε τα χέρια του σε ένα ποτάμι, όταν ξαφνικά ένα ψάρι πήδηξε μέσα στη χούφτα του εκλιπαρώντας τον να του σώσει τη ζωή. Ο Μανού το τοποθέτησε σε ένα βάζο, αλλά το ψάρι μεγάλωνε διαρκώς, ώστε στο τέλος ο μονάρχης αναγκάστηκε να το ρίξει μέσα στον ωκεανό! Τότε το ψάρι τον προειδοποίησε πως σε μία εβδομάδα ένας κατακλυσμός θα αφανίσει τη ζωή. Ο Μανού γρήγορα έφτιαξε μία βάρκα που τον έσωσε όταν ήρθε η καταιγίδα και η οποία τελικά προσάραξε ψηλά στην κορυφή ενός βουνού. Έτσι, ο Μανού σώθηκε μαζί με τους «σπόρους της γης», με τους οποίους επανέφερε τη ζωή πάνω στον πλανήτη. Φανερή και εδώ η ομοιότητα με τους προηγούμενους θρύλους των Ελλήνων, των Εβραίων και των Μεσοποτάμιων.
Ακόμη και η σκανδιναβική μυθολογία καταγράφει τον μεγάλο κατακλυσμό που συνέβη στην αρχή του κόσμου. Όταν ο γίγαντας Υμίρ σκοτώθηκε από τον θεό Όντιν και τα αδέλφια του, χύθηκε τόσο πολύ αίμα από τις πληγές του, ώστε ολόκληρος ο κόσμος κατακλύστηκε από αυτό και πνίγηκε ολόκληρη σχεδόν η φυλή των γιγάντων, με εξαίρεση τον γίγαντα Μπέρκελμιρ και τη γυναίκα του. Αυτοί έφτιαξαν άρον-άρον ένα καράβι, επιβιβάστηκαν σε αυτό και σώθηκαν από το κακό της πλημμύρας. Ύστερα έγιναν οι προπάτορες της νέας γενιάς των γιγάντων. Όσο για το σώμα του Υμίρ, αυτό αποτέλεσε τη μετέπειτα Γη, ενώ το αίμα του μετατράπηκε στον παγκόσμιο ωκεανό με τις θάλασσες… Φυσικά δεν είναι καθόλου σύμπτωση η ταύτιση στοιχείων και αυτής της μυθικής παράδοσης με τις προηγούμενες παραδόσεις που αναφέραμε. Εάν δούμε λοιπόν συγκριτικά όλες τις παραπάνω παραδόσεις, διαπιστώνουμε ότι πληρέστερη όλων είναι η ελληνική παράδοση! Είναι η μοναδική που αναφέρεται ρητά σε τρεις, και όχι μόνο σε έναν, κατακλυσμούς. Οι υπόλοιπες παραδόσεις απλώς διέσωσαν κι εκείνες τον ΕΝΑΝ ελληνικό κατακλυσμό και όχι ΟΛΟΥΣ. Συγκεκριμένα διέσωσαν τον δεύτερο χρονολογικά κατακλυσμό, εκείνον του Δευκαλίωνα ή Νώε. Κάτι που αποδεικνύει ότι τόσο αυτός ο κατακλυσμός όσο και οι άλλοι δύο της ελληνικής παράδοσης υπήρξαν αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα και οδήγησαν τον κόσμο στο πέρασμά του σε Νέες Εποχές. Ο κατακλυσμός του Ωγύγου έδωσε τέλος στην κατά Ησίοδο «ασημένια εποχή», ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα τελείωσε την πρώτη «χάλκινη εποχή», ενώ ο κατακλυσμός του Δαρδάνου ήταν αυτός που διαμόρφωσε τη σημερινή γεωγραφία του πλανήτη (συγκεκριμένα, της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου) και οδήγησε την ιστορία στα μεγάλα γεγονότα που ακολούθησαν.
Πηγή : https://www.emystras.com/post/%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%AE%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7
https://m.tribune.gr/history/news/article/865658/oi-megaloi-kataklysmoi-stin-archaia-ellada-plimmyres-poy-eginan-mythoi.html
https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/literature/browse.html?text_id=23