Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Κτηνοτροφία βοοειδών (Μέρος Α') : Η σύγχρονη φροντίδα των βοοειδών στην Ελλάδα

Η κτηνοτροφία είναι µία από τις πιο παλιές δραστηριότητες του ανθρώπου, στην προσπάθειά του να εξασφαλίζει την απαραίτητη ποσότητα τροφής. Βοοτροφία ορίζεται ο κλάδος της Κτηνοτροφίας ο οποίος έχει ως αντικείµενο την εκτροφή κυρίως των βοοειδών και βουβαλιών για την παραγωγή γάλακτος, κρέατος και δέρµατος. Η έντονη ελλειµµατικότητα που παρουσιάζει η χώρα µας σε προϊόντα του κλάδου της βοοτροφίας και τα τεράστια ποσά που ξοδεύουµε για την εισαγωγή τους, της προσδίδουν ιδιαίτερη σηµασία για την εθνική µας οικονοµία. Ο κλάδος της βοοτροφίας παράγει, κατά βάση, κρέας και γάλα, ενώ ήσσονος σημασίας προϊόντα θεωρούνται το δέρμα, η κόπρος κ.λπ. Τα διατηρούμενα στον κόσμο βοοειδή (αγελάδες, ταύροι, δαμάλες, μόσχοι, μοσχίδες), διαφοροποιούνται, σύμφωνα με τις παραγωγικές τους ιδιότητες, σε κατεύθυνση γαλακτοπαραγωγική, κρεοπαραγωγική ή μικτή (για κρέας και γάλα). Στην Ελλάδα εκτρέφονται περίπου 730.000 βοοειδή , εκ των οποίων τα 200.000 περίπου είναι γαλακτοπαραγωγής, τα 430.000 είναι κρεοπαραγωγής και υπόλοιπα 100.000 είναι μικτής παραγωγής. Από αυτά παράγονται περίπου 700.000 τόνοι αγελαδινού γάλακτος και 65.000 τόνοι βόειου-μοσχαρίσιου κρέατος. Η πλειονότητα του ζωικού κεφαλαίου αποτελείται από εγχώριες βελτιωμένες αγελάδες σε ποσοστό 64% του συνόλου των αμελγόμενων αγελάδων, το 27% του συνόλου είναι γενετικά βελτιωμένες, προέλευσης από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και σε μόλις 9% του συνόλου είναι εγχώριες αβελτίωτες (ΥΠΑΑΤ 2009). Όσον αφορά στον κλάδο της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας, κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ταχεία αύξηση του μεγέθους των μονάδων και η αντίστοιχη μείωση του αριθμού των παραγωγών. Ο αριθμός των αγελαδοτρόφων το 1989 ανερχόταν περίπου στις 55.000, το 1999 μειώθηκε στις 12.000 περίπου ενώ το 2011 δεν υπερβαίνει τους 5.000 παραγωγούς. Αν και ο βόειος πληθυσμός παρουσίασε σημαντική πτώση για πολλά χρόνια, η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος αυξήθηκε σημαντικά γεγονός που οφείλεται στην αύξηση της μέσης απόδοσης γάλακτος των αγελάδων. 
Παρόλα αυτά η μέση απόδοση γάλακτος ανά αγελάδα στη χώρα μας εξακολουθεί να παραμένει σχετικά χαμηλή σε σχέση με το μέσο όρο της Ε.Ε. (6.100 λίτρα/έτος) (ΥΠΑΑΤ, 2007, FAO 2011). Στη βοοτροφία όσον αφορά στον ελληνικό χώρο οι τύποι εκτροφής διακρίνονται σε: εκτροφές των ορεινών περιοχών, εκτροφές των ημιορεινών και λοφοειδών περιοχών και εκτροφές των πεδινών περιοχών. Οι μέθοδοι σταβλισμού διακρίνονται σε: περιορισμένο σταβλισμό, ελεύθερο σταβλισμό και ημιελεύθερο σταβλισμό. Με τον όρο κτηνοτροφική εγκατάσταση νοείται το σύνολο των απαραίτητων υποδομών για την εκτροφή οποιουδήποτε είδους ζώου. Η αδειοδότηση και λειτουργία των κτηνοτροφικών εγκαταστάεων διέπεται πλέον από τις διατάξεις του νόμου 4056/2012 . Τα βοοειδή έχουν ανάγκη χώρων, στους οποίους να μπορούν να τρέφονται, να κινούνται, να γεννούν, να αναπτύσσονται και να αρμέγονται, προφυλαγμένα από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Οι χώροι αυτοί αποτελούν τους στάβλους. Οι στάβλοι μαζί με τους βοηθητικούς τους χώρους, καθώς και τις αποθήκες και τα παρασκευαστήρια ζωοτροφών, απαρτίζουν το βουστάσιο. Οι στάβλοι πρέπει να διασφαλίζουν στα ζώα άνετη, ήσυχη, ασφαλή και υγιεινή διαβίωση, καθώς και εύκολη και γρήγορη μετακίνηση. Η χωροθέτηση των στάβλων και των αποθηκών, καθώς και η διαρρύθιση των εσωτερικών χώρων των στάβλων, πρέπει να είναι τέτοια που να διευκολύνει και να μειώνει την ανθρώπινη εργασία, έτσι ώστε να αυξάνεται η παραγωγικότητά της. Τα βοοειδή είναι μηρυκαστικά. Όπως όλα τα ζώα χρειάζονται δύο βασικές πηγές τροφίμων: 1. Ενεργειακές και 2. Αζωτούχες. Με τα διάφορα αυτά είδη τροφίμων ρυθμίζουν τη θερμοκρασία τους, περπατούν, διαμορφώνουν το μυϊκό τους σύστημα και εξασφαλίζουν το μεταβολισμό τους. Η διατροφή διαδραματίζει επομένως μείζονα ρόλο στις επιδόσεις παραγωγής (κρέατος ή γάλακτος) και αναπαραγωγής των ζώων. Το 85% περίπου του διαιτολογίου των βοοειδών προέρχεται από χορτονομή και σιτηρά που παράγονται στο χώρο της εκμετάλλευσης. Τα υπόλοιπα αποτελούνται από φυτικούς πρωτεϊνικούς πόρους. 
Τα ξηρικά ψυχανθή που κυρίως καλλιεργούνται για την κτηνοτροφία είναι: βίκος για ενσίρωση ή σανό, μπιζέλι για ενσίρωση ή σανό, συγκαλλιέργεια (σμιγός) βίκου ή μπιζελιού με βρώμη ή κριθάρι για ενσίρωση ή σανό, κουκιά κτηνοτροφικά για καρπό, ρεβίθι κτηνοτροφικό για καρπό, μπιζέλι κτηνοτροφικό για καρπό. Στη συνέχεια ακολουθεί σύνδεσμος με πληροφορίες σχετικά με τα ψυχανθή στη διατροφή των ζώων. Τα ψυχανθή στη διατροφή των ζώων. Οταν μιλάμε για διατροφή δεν πρέπει να παραλείπουμε το νερό. Ένα βοοειδές πίνει από 30 έως 50 λίτρα νερό την ημέρα, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξής του, την εξωτερική θερμοκρασία και τη διατροφή του. Επιπλέον αξίζει να ειπωθεί ότι η χρήση ζωϊκών αλεύρων απαγορεύεται για το σύνολο των φυτοφάγων. Η λιποπεριεκτικότητα του γάλακτος, είναι μία ποιοτική ιδιότητα η οποία επηρεάζεται μεν από γενετικούς παράγοντες, αλλά έχει και άμεση εξάρτηση από την διατροφή του ζώου. Ο επιθυμητός στόχος κάθε γαλακτοπαραγωγού κτηνοτρόφου είναι η επίτευξη υψηλής γαλακτοπαραγωγής με υψηλή περιεκτικότητα του γάλακτος σε λίπος (λιποπεριεκτικότητα). Για την επίτευξη του στόχου αυτού πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η διατροφή του ζώου, η οποία πρέπει να είναι ισόρροπη από κάθε άποψη, δηλαδή να καλύπτει τις ενεργειακές ανάγκες και τις ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά σε ημερήσια βάση καθώς και να εξασφαλίζει την εκδήλωση των συμβιωτικών φαινομένων των προ-στομάχων του μηρυκαστικού. Τέλος επειδή η τεχνολογία έχει μπει για τα καλά στη ζωή του ανθρώπου, υπάρχει πλέον η ηλεκτρονική διατροφή των αγελάδων. Η λειτουργία του συστήματος αυτού βασίζεται στο γεγονός ότι κάθε αγελάδα έχει τον δικό της ηλεκτρονικό αριθμό, τη δική της ταυτότητα, τα οποία είναι αποθηκευμένα σ' ένα ειδικό εξάρτημα στερεωμένο σ'ένα κολάρο. Αυτή η κατασκευή προσδίδει μία ταυτότητα, η οποία είναι μοναδική για κάθε ζώο κι έτσι μπορεί να αναγνωριστεί από το ηλεκτρονικό σύστημα. Η βιολογική (οικολογική) εκτροφή ζώων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των οικολογικών αγροκτημάτων. Συντελεί στην ολοκλήρωση των κύκλων των θρεπτικών στοιχείων, με τον μετασχηματισμό μιας μορφής οργανικής ουσίας σε άλλη, συμβάλλει έτσι στην βελτίωση των εδαφών και στην αειφόρο ανάπτυξη. 
Η βιολογική κτηνοτροφία είναι σύστημα εκτροφής των ζώων το οποίο βασίζεται στις φυσιολογικές τους ανάγκες: στηρίζεται στη φυσική διαβίωση των ζώων, χρησιμοποιεί κατά βάση ζωοτροφές που έχουν παραχθεί με βιολογικό τρόπο, είτε στο ίδιο αγρόκτημα είτε στα άλλα βιολογικά αγροκτήματα της περιοχής, περιορίζει στα ελάχιστο δυνατό τη χρήση συνθετικών αλλοπαθητικών φαρμάκων, είναι αντίθετο προς τη γενετική τροποποίηση, προστατεύει το περιβάλλον και διακρίνεται για την ποιότητα και την υγιεινή των προϊόντων που παράγονται. Έτσι και στη βιολογική εκτροφή βοοειδών σημαντικό ρόλο παίζουν η καταγωγή των ζώων, η διατροφή που θα ακολουθήσουν, η αναπαραγωγή που πρέπει να βασίζεται σε φυσικές μεθόδους κ.λπ. Τα µοσχάρια , αρσενικά ή θηλυκά, αποτελούν σηµαντικό κεφάλαιο για κάθε αγελαδοτροφική εκµετάλλευση, γι’ αυτό και πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα στη στέγαση και διατροφή τους στα πρώτα στάδια της ζωής τους. Οι φροντίδες λοιπόν απ' την πλευρά του κτηνοτρόφου έχουν να κάνουν με τη διαχείριση και εκτροφή των νεογέννητων μοσχαριών, όπως είναι οι φροντίδες αμέσως μετά τον τοκετό, η διατροφή των νεογέννητων μοσχαριών (Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη διατροφή του νεογέννητου µοσχαριού κατά τις πρώτες µέρες της ζωής του. Τη χρονική αυτή περίοδο ο οργανισµός του µοσχαριού δεν διαθέτει µηχανισµούς προστασίας από τα µικρόβια του περιβάλλοντος και το µόνο µέσο που βοηθά τον οργανισµό του νεαρού ζώου να αντιστέκεται κατά των µικροβίων είναι το πρωτόγαλα .), η σήμανση και αποκεράτωσή τους κ.ά. Πριν όμως τη φροντίδα των νεογέννητων ο κτηνοτρόφος πρέπει να δίνει ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα στην έγκυο αγελάδα. Όπως είναι η μεταφορά της σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο βουστάσιο λίγες μέρες πριν τον τοκετό καθώς και τα εμβόλια που πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Εκτροφή_βοοειδών

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Η εκτροφή γουρουνιών στην Ελλάδα (Μέρος ΣΤ') : Οι ξένες ευρωπαϊκές φυλές χοίρων που ζούνε στην Ελλάδα

Οι πρώτοι χοίροι εξημερώθηκαν κατά την 7 χιλιετία π .Χ., γεγονός που συμπίπτει με την εγκατάλειψη της νομαδικής ζωής και τη μόνιμη εγκατάσταση του ανθρώπου σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη. Από τότε ο χοίρος πέρασε από πολλά στάδια ανάπτυξης και εξέλιξης, συμβάλλοντας σημαντικά στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της ανθρωπότητας.Ο οικόσιτος χοίρος (κοινώς γουρούνι) είναι οικόσιτο θηλαστικό ζώο που ανήκει στο γένος συς, στην οικογένεια συίδες και στην τάξη αρτιοδάκτυλα. Είναι ζώο παμφάγο και πολύ γόνιμο. Απαντάται σε όλα τα μέρη της γης και εκτρέφεται κυρίως για το κρέας του. Είναι γνωστό από τα αρχαιότατα χρόνια και πιστεύεται ότι ο κατοικίδιος χοίρος ή συς ο οικοδίαιτος (Sus scrofa domesticus, Συς η σκρόφα ο οικιακός) προέρχεται από τον αγριόχοιρο, τον οποίο εξημέρωσαν οι πρόγονοί μας κατά την παλαιολιθική εποχή. Παρά τις διαφορές τους, όλες οι φυλές γουρουνιών χαρακτηρίζονται γενικά από χοντροκομμένο και μονοκόμματο σώμα, κοντά πόδια και κωνικό κεφάλι, το οποίο καταλήγει σε κοντό ρύγχος. Το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές φυλές χοίρων υποδεικνύει ότι η εξημέρωση έγινε ανεξάρτητα σε διάφορες περιοχές του κόσμου και ότι δεν ξεκίνησε από το ίδιο είδος αγριόχοιρου. Ο χοίρος προσαρμόζεται σε όλες τις συνθήκες, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε ψυχρά κλίματα. Είναι αδηφάγο ζώο και τρώει από όλες τις τροφές. Το πεπτικό του σύστημα μπορεί να επεξεργαστεί κάθε είδους τροφή. Η απόδοση αυτή φτάνει άνετα το 70% του βάρους του σώματός του στις κοινές φυλές και ξεπερνά το 85% στις βελτιωμένες. Η φυλή Landrace. Είναι μία φυλή η οποία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στη χοιροτροφία και η οποία χρησιμοποιείται πολύ στη χώρα μας. Οι χοίροι που ανήκουν στη φυλή αυτή, είναι άσπροι στο χρώμα, έχουν ένα λεπτό "παλτό" τρίχας, βαριά αυτιά που γέρνουν, πολύ μακρύ κορμό, ομοιόμορφα κατανεμημένο λιπώδη ιστό και εξαιρετική διάπλαση οπισθίου τμήματος. 
Το βάρος μιας χοιρομητέρας μπορεί να φτάσει τα 150-200Kg. Ωστόσο η φυλή αυτή χρησιμοποιείται κυρίως ως χοιρομητέρες και λιγότερο ως χοίροι πάχυνσης κι αυτό γιατί οι αποδόσεις του σε κρέας είναι μικρότερες από άλλες φυλές. Η φυλή Landrace αποτελεί σήμερα μία από τις σπουδαιότερες φυλές χοίρων και κατάγεται από την Δανία. Χαρακτηρίζεται για την ανθεκτικότητά της, τη μεγάλη γονιμότητά της, την υψηλή γαλακτοπαραγωγή των μητέρων και τις καλές μητρικές της ιδιότητες. Τα παχυνόμενα χοιρίδια αξιοποιούν καλά την τροφή, έχουν πολύ καλό ρυθμό ανάπτυξης και δίνουν σφάγιο άριστης ποιότητας. Τα τοιχώματα της κοιλιάς (πανσέτα) δίνουν πολύ καλής ποιότητας μπέικον γιατί αποτελούνται από στρώσεις λίπους και κρέατος. Μειονέκτημα της φυλής είναι οι συχνές παθήσεις των ποδιών. Ή φυλή Pietrain. Η φυλή πήρε το όνομά της από το ομώνυμο χωριό του Βελγίου από το οποίο εικάζεται ότι προέρχεται. Τα πρώτα ζώα παρουσιάστηκαν το 1920 περίπου, αλλά η φυλή απέκτησε εμπορική σημασία στη χώρα της και παγκοσμίως μετά το 1950, όταν αυξήθηκε η ζήτηση σφάγιων με μικρό βαθμό εναπόθεσης λίπους. Ο χρωματισμός των χοίρων αυτών μπορεί να είναι μόνο λευκός ή με διάσπαρτες μαύρες κηλίδες. Η κατασκευή του σώματος είναι πολύ χαρακτηριστική. Έχουν αυτιά μικρότερα των άλλων μεγάλων λευκών φυλών και ράχη που καλύπτεται από μεγάλους και εμφανείς μυς. Ένα από τα πλεονεκτήματα του υβριδίου είναι οι υψηλές αποδόσεις του σε κρέας, που μπορεί να φτάσει το 66,7% και η μικρή εναπόθεση λίπους. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται κυρίως στην παραγωγή κρέατος. Στα μειονεκτήματα της φυλής αυτής είναι ότι δεν χαρακτηρίζεται από άριστες μητρικές ιδιότητες και υψηλή γαλακτοπαραγωγή, είναι πολύ ευαίσθητη και παράγει χαμηλής ποιότητας κρέας. Στον ελλαδικό χώρο η φυλή Pietrain χρησιμοποιείται σε διάφορες διασταυρώσεις για τη βελτίωση ορισμένων χαρακτηριστικών του σφάγιου. Η φυλής Largewhite. Η φυλή αυτή κατάγεται από την επαρχία Yorkshire της Αγγλίας και δημιουργήθηκε από διασταυρώσεις διαφόρων φυλών. 
Ο χοίρος που ανήκει στη φυλή αυτή, θεωρείται ανθεκτικό και ευπροσάρμοστο ζώο, με μεγάλο κεφάλι και μεγάλα ισχυρά άκρα. Είναι μεγαλόσωμη φυλή, άσπρου χρώματος με μεγάλα όρθια αυτιά. Παράγει άριστης ποιότητας σφάγιο τόσο σε μικρά όσο και σε μεγάλα σωματικά βάρη σφαγής, εναποθέτοντας περιορισμένη ποσότητα λίπους και αποδίδοντας άριστης ποιότητας κρέας. Η φυλή αυτή χαρακτηρίζεται για την ανθεκτικότητά της, την πρωιμότητά της, την καλή αξιοποίηση της τροφής, την γρήγορη ανάπτυξη. Οι χοιρομητέρες της φυλής αυτής είναι γνωστές για τις μεγάλες τοκετοομάδες, την υψηλή γαλακτοπαραγωγή και τις εξαιρετικές μητρικές ιδιότητες. Στην Ελλάδα οι περισσότερες χοιρομητέρες που εκτρέφονται είναι καθαρόαιμες και είναι κυρίως της φυλής Largewhite ή Landrace ή Dalant. Η φυλή του Hampshire είναι μία από τις παλαιότερες αμερικανικές φυλές χοίρων. Αν και υπάρχει κάποια αμφιβολία για την προέλευσή της, τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι το Χαμσάϊρ προήλθε πιθανώς από την παλαιά αγγλική φυλή. Ή φυλή του Hampshire. Η φυλή του Hampshire είναι μία από τις παλαιότερες αμερικανικές φυλές χοίρων. Αν και υπάρχει κάποια αμφιβολία για την προέλευσή της, τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι το Χαμσάϊρ προήλθε πιθανώς από την παλαιά αγγλική φυλή. Πήρε τ'όνομά της από το νόμο του Χαμσάϊρ στην Αγγλία. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της εν λόγω φυλής είναι η μεγάλη σωματική ανάπτυξη, τα μεγάλα όρθια μάτια, ο ευρύς και μακρύς κορμός. Ο χρωματισμός της είναι κυρίως μαύρος ή ασπρόμαυρος. Η φυλή αυτή αποδίδει πολύ καλής ποιότητας κρέας με απόδοση που μπορεί να φτάσει το 63% και για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις μονάδες τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Τέλος διακρίνεται για τον υψηλό δείκτη μετατρεψιμότητας της τροφής σε κρέας. Ή φυλή Duroc. Η φυλή Duroc των χοίρων έχει προέλευση τις ανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πρόκειται για κόκκινους ή καφεκόκκινους χοίρους, μακριούς και ψιλόλιγνους, που μπορούν να αποκτήσουν μεγάλο σωματικό βάρος κατά την ωριμότητα. Είναι φυλή ανθεκτική, εύκολα προσαρμόσιμη και παρέχει υψηλής ποιότητας κρέας. Πρόκειται γαι φυλή με ανθεκτικότητα στις ασθένειες. Ωστόσο, το μειονέκτημα της φυλής αυτής είναι η υψηλή εναπόθεση λίπους και διασταυρώσεων για τη βελτίωση της ποιότητας του κρέατος.
Πηγή : http://www.agroepirus.gr/eagro/farmers/articles/article.jsp?context=9104&articleid=6094
https://agrozwa.wordpress.com/2015/02/07/χοίροι/

Η εκτροφή γουρουνιών στην Ελλάδα (Μέρος Ε') : Οι αυτόχθονες φυλές χοίρων και αγριοχοιρων στην Ελλάδα

Οι φυλές των αυτόχθονων χοίρων είναι πλήρως προσαρμοσμένες στο περιβάλλον της χώρας, λόγω της φυσικής τους επιλογής για πολλές εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Ο Εγχώριος Ελληνικός Χοίρος είναι η μόνη ευρέως γνωστή φυλή που αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Εκτός του μαύρου κυρίαρχου χρωματισμού υπάρχουν καφέ-κόκκινα και λευκά-μαύρα ζώα. Συναντάται σε διάφορες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας και Πελοποννήσου. Εμφανίζεται σε δύο μεγέθη (μεγάλο και μικρό) ανάλογα με την τοπογραφία. Το σωματικό βάρος των ενηλίκων κυμαίνεται από 60 έως 200 χλγ και φαίνεται ότι συνδέεται με το περιβάλλον διαβίωσης των ζώων. Χοίροι που ζουν σε ημιορεινές περιοχές εύκολης πρόσβασης είναι περισσότερο μεγαλόσωμοι. Δεν παρουσιάζουν γενετήσια πρωιμότητα. Η αναπαραγωγή του εγχώριου χοίρου είναι εποχική, πραγματοποιεί δύο τοκετούς το χρόνο, την άνοιξη, αλλά το μέγεθος της τοκετοομάδας δεν ξεπερνά τα 8,5 χοιρίδια, από τα οποία απογαλακτίζονται 4-5. Σε ηλικία 3-4 μηνών τα χοιρίδια φθάνουν τα 20 χλγ. Οι χοίροι ηλικίας ενός έτους αποδίδουν σφάγια 20-90 χλγ. κατώτερης ποιότητας. Το κρέας διαθέτει χονδρές ίνες, είναι ερυθρό και στερείται ενδομυϊκής εναπόθεσης λίπους. Το αγριογούρουνο είναι το μεγαλύτερο και δυνατότερο θήραμα της χώρας μας. Το κυνήγι του απαιτεί την άψογη γνώση των συνηθειών του και την άριστη συνεργασία των μελών της ομάδας των γουρουνοκυνηγών, χωρίς να ξεχνάμε την απαραίτητη συμβολή ικανών γουρουνόσκυλων. Είναι το θήραμα που δεν συστήνεται για τον μοναχικό κυνηγό. Για τους γνώστες του κυνηγιού του, το αγριογούρουνο αποτελεί πρόκληση, ενώ για τους άπειρους μπορεί να είναι επικίνδυνο. Το αγριογούρουνο (Sus scrofa) ζει και αναπαράγεται σε ολόκληρη την Ευρώπη (πλην Μ. Βρετανίας και Ιρλανδίας), στη Βόρεια Αφρική, στην Κ. και Ν. Ασία. Έχει εισαχθεί στη Β. Αμερική. 
Στην Ελλάδα υπάρχει στη Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία και Θράκη ενώ έχει εισαχθεί και στην Πελοπόννησο. Είναι είδος δασόβιο. Ζει μέσα σε θαμνώνες, δάση, πλατυφύλλων αλλά και μικτά. Προτιμά κυρίως δάση δρυός, καστανιάς και οξυάς. Απαντάται επίσης σε ελώδης εκτάσεις, σε γεωργικές καλλιέργειες που συνορεύουν με δασικές εκτάσεις και σε μεγάλα υψόμετρα μέχρι τα δασοόρια. Ζει μέχρι 10 χρόνια σπανιότερα μέχρι 15 ή παραπάνω. Το βάρος του φτάνει μέχρι τα 170 κιλά. Έχει ανεπτυγμένες την όσφρηση και την ακοή, ενώ η όρασή του είναι περιορισμένη. Το τρίχωμά του αποτελείται από δύο ειδών τρίχες. Τις σμηριγγώδεις τρίχες, οι οποίες είναι μακριές, σκληρές, αραιές και αποτελούν το κυρίως τρίχωμα και τις κοντές, πυκνές και μαλακές τρίχες οι οποίες αποτελούν το υποτρίχωμα. Το τρίχωμα αλλάζει δύο φορές το χρόνο, μία τον Οκτώβριο και μία το Μάιο. Οι 4 κυνόδοντες εμφανίζονται αμέσως μετά τη γέννησή του. Οι κυνόδοντες της πάνω σιαγόνας είναι μεγαλύτεροι και ισχυρότεροι απ’αυτούς της κάτω σιαγόνας. Όλοι έχουν διεύθυνση προς τα επάνω. Τα αρσενικά άτομα φέρουν αρκετά μεγαλύτερους κυνόδοντες από τα θηλυκά. Όταν κλείνουν οι σιαγόνες , η εξωτερική πλευρά των πάνω κυνοδόντων έρχεται σε επαφή με την εσωτερική πλευρά των κάτω. Το μέγεθος της αποτριβής της εσωτερικής πλευράς των κυνοδόντων της κάτω σιαγόνας είναι διαγνωστικό στοιχείο της ηλικίας του ζώου. Στα ανήλικα είναι ανύπαρκτη ενώ με το πέρασμα των ετών αυξάνει. Άλλο διαγνωστικό της ηλικίας είναι ο τρόπος με τον οποίο σκάβουν το έδαφος. Τα νεαρά άτομα σκάβουν ακανόνιστα, ενώ τα ενήλικα δημιουργούν συνεχείς κανονικές αυλακώσεις. Είναι είδος παμφάγο. Κυρίως χορτοφάγο, τρώει βελανίδια, κάστανα, διάφορα φρούτα και καρπούς, ρίζες και βολβούς τα οποία βγάζει σκάβοντας από το έδαφος. Κάνει επιδρομές στις καλλιέργειες κυρίως κοντά σε δασωμένες εκτάσεις, με προτίμηση στις πατάτες , στα παντζάρια και στα καλαμπόκια ιδίως όταν ο καρπός είναι σε γαλακτώδη μορφή. Επίσης τρέφεται με μύκητες , σκουλήκια, σαλιγκάρια, προνύμφες εντόμων, έντομα, αμφίβια, ερπετά, τρωκτικά, αυγά εδαφόβιων πτηνών και ψοφίμια. Λόγω του ότι τρωει ψοφίμια, τα οποία είναι συνήθως φορείς της τριχινιάσεως, είναι δυνατόν να μεταδώσει την ασθένεια αυτή και στον άνθρωπο, γι’αυτό συνιστάται το καλό βράσιμο του κρέατός του. Ο ελληνικός μαύρος χοίρος. 
Πρόκειται για ζώο μαύρο, με μεγάλη τρίχα και ψηλά πόδια. Είναι παμφάγο και συγκρίνοντάς το με ένα τυπικό χοίρο, παρατηρούνται πολλές διαφορές. Ένα συμβατικό γουρούνι γεννά 14-16 γουρουνάκια το χρόνο, ενώ ο ελληνικός μαύρος χοίρος το πολύ 7. Τα συμβατικά γουρούνια τα σφάζουν στους πέντε μήνες, ενώ αυτό τους δέκα. Φάρμακα χρειάζονται μόνο τα συγχρωτισμένα ζώα, αυτά που φυλάσσονται όλα μαζί. Ο ελληνικός μαύρος χοίρος είναι σταβλισμένος μέχρι τον τέταρτο μήνα της ζωής του και μετά αφήνεται στο φυσικό περιβάλλον. Δεν χρειάζεται να του χορηγηθούν φάρμακα στο ύπαιθρο. Με 55 χοιρομητέρες οι οποίες θα γεννήσουν από μια φορά, τα ζώα θα ξεπεράσουν τα 350. Οι προσπάθειες διάσωσης της ράτσας του τον επαναφέρουν στη διατροφή μας, με πολλαπλά οφέλη. Πίσω από το υποβλητικό όνομα "μαύρος χοίρος" βρίσκεται ένας γνώριμος από τα παλιά: η πιο αρχαία ράτσα χοίρου που έγινε οικόσιτη στον ελλαδικό χώρο, αλλά και η πιο κοινή, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του '60. Οικιακή φυλή και όχι αγριόχοιρος -παρ' ό,τι έχει ομοιότητες με αυτόν στην εμφάνιση- αποτελεί είδος προς εξαφάνιση, μαζί με άλλες αυτόχθονες φυλές ζώων. Η, μάλλον, αποτελούσε, θα λέγαμε με αισιόδοξη διάθεση. Γιατί χάρις στην πρωτοβουλία ορισμένων Ελλήνων κτηνοτρόφων, που ξεκίνησαν πριν μερικά χρόνια ένα πρόγραμμα διάσωσης και εκτροφής του (και την ουσιαστική υποστήριξη των αρμόδιων φορέων), κατέληξε σήμερα να έχει "καθαρίσει" γενετικά η ράτσα του και μάλιστα να διατίθεται το κρέας του στην κατανάλωση. Και όταν λέμε "διάσωση" εννοούμε ότι σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Ερευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και βασικό συντελεστή τον ερευνητή Δρ. Αναγνώστη Αργυρίου- επιλέχθηκαν ορισμένα ζώα από τα ελάχιστα εναπομείναντα, έγινε μελέτη των γενετικών και φυλετικών χαρακτηριστικών τους και δημιουργήθηκε μια "ταυτότητα" το DNA της καθαρής φυλής. Το ζώο αυτό, σε αντίθεση με τις άλλες φυλές εκτρεφόμενων χοίρων, αναπτύσσεται με ημιεκτατική εκτροφή και μεγάλο μέρος της ζωής του το περνάει ελεύθερο σε ορεινούς βοσκότοπους, με σημαντική τροφή τα βελανίδια. 
Του δίνουν περισσότερους μήνες ζωής ενώ έχει λιγότερο βάρος από τις συμβατικές ράτσες όταν θα έρθει η ώρα να "θυσιαστεί" για να φτάσει στο πιάτο μας. Το πιο κόκκινο κρέας του έχει ελαφρώς περισσότερο λίπος και είναι πιο "χυμώδες" από τα γνωστά χοιρινά κρέατα. Το λίπος αυτό θεωρείται γευστικό πλεονέκτημα (ο καθηγητής του Τομέα Υγιεινής και Τεχνολογίας Τροφίμων του Α.Π.Θ., Ι. Αμβροσιάδης, το σύγκρινε με το πολύτιμο λίπος του cobe beef -αλλά παρατηρήστε και μια φέτα ακριβού hamόn ή prosciutto…). Πρόκειται για ένα λίπος που περιέχει μέχρι και 50% μονοακόρεστα λιπαρά, όπως το α-λινολεϊκό οξύ. Ο Εγχώριος Ελληνικός Χοίρος είναι η μόνη ευρέως γνωστή φυλή που αποτέλεσε αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Εκτός του μαύρου κυρίαρχου χρωματισμού υπάρχουν καφέ-κόκκινα και λευκά-μαύρα ζώα.
Πηγή : http://www.agroepirus.gr/eagro/farmers/articles/article.jsp?context=9104&articleid=6094
http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Φυλές_χοίρων

Η εκτροφή γουρουνιών στην Ελλάδα (Μέρος Δ') : Η φροντίδα και η περιποίηση των νεογέννητων χοίρων

Ο οικόσιτος χοίρος (κοινώς γουρούνι) είναι οικόσιτο θηλαστικό ζώο που ανήκει στο γένος συς, στην οικογένεια συίδες και στην τάξη αρτιοδάκτυλα. Είναι ζώο παμφάγο και πολύ γόνιμο. Απαντάται σε όλα τα μέρη της γης και εκτρέφεται κυρίως για το κρέας του. Είναι γνωστό από τα αρχαιότατα χρόνια και πιστεύεται ότι ο κατοικίδιος χοίρος ή συς ο οικοδίαιτος (Sus scrofa domesticus, Συς η σκρόφα ο οικιακός) προέρχεται από τον αγριόχοιρο, τον οποίο εξημέρωσαν οι πρόγονοί μας κατά την παλαιολιθική εποχή. Παρά τις διαφορές τους, όλες οι φυλές γουρουνιών χαρακτηρίζονται γενικά από χοντροκομμένο και μονοκόμματο σώμα, κοντά πόδια και κωνικό κεφάλι, το οποίο καταλήγει σε κοντό ρύγχος. Το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές φυλές χοίρων υποδεικνύει ότι η εξημέρωση έγινε ανεξάρτητα σε διάφορες περιοχές του κόσμου και ότι δεν ξεκίνησε από το ίδιο είδος αγριόχοιρου. Ο χοίρος προσαρμόζεται σε όλες τις συνθήκες, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε ψυχρά κλίματα. Είναι αδηφάγο ζώο.Τρώει ποντίκια, χόρτο, ακόμα και γλυκά, αλλά μόνο την άσπρη σοκολάτα διότι η καφέ τους προκαλεί εμετό. Το πεπτικό του σύστημα μπορεί να επεξεργαστεί κάθε είδους τροφή, ακόμα και τα υπολείμματα του φαγητού που τρων οι άνθρωποι. Αυτό συνιστά μεγάλο πλεονέκτημα για τους εκτροφείς χοίρων, όπως και η μέγιστη απόδοσή του σε κρέας και λίπος. Η απόδοση αυτή φτάνει άνετα το 70% του βάρους του σώματός του στις κοινές φυλές και ξεπερνά το 85% στις βελτιωμένες. Το νεαρό χοιρίδιο είναι πολύ ευαίσθητο, δεδομένου ότι έχει μικρά αποθέματα ενέργειας και είναι πολύ μικρό σε μέγεθος. Για τον λόγο αυτό διατρέχει σημαντικούς κινδύνους από διάρροιες, έλλειψη τροφής και πλακώματα από τη μητέρα του. Το φυσιολογικό νεογέννητο χοιρίδιο έχει τρεις βασικές ανάγκες για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί: Περιβάλλον ζεστό χωρίς ρεύματα αέρα, ώστε να μη σπαταλά την περιορισμένη του ενέργεια, Επαρκή και συχνή διατροφή, Προστασία από τα πατήματα και πλακώματα της μητέρας του. 
Η άριστη σχεδίαση των εγκαταστάσεων εξασφαλίζει την ελαχιστοποίηση των "πατημάτων" και της δοιάριας και τα μέτρα για την αγαλαξία την επαρκή διατροφή των χοιριδίων. Παρόλα αυτά όμως τα μικρά και αδύνατα χοιρίδια χρειάζονται οπωσδήποτε ιδιαίτερη φροντίδα. Άνετο περιβάλλον. Παροχή βοήθειας στα αδύνατα χοιρίδια να θηλάσουν αμέσως μετά τον τοκετό όταν ακόμη το γάλα είναι συνεχώς διαθέσιμο από τη χοιρομητέρα και αυτά δεν έχουν εξαντληθεί. Εάν δε βγαίνει γάλα απ' τις θηλές καλό είναι να υπάρχει πρωτόγαλα από άλλες χοιρομητέρες ή τεχνητό γάλα που προσφέρεται με το μπουκάλι και βοηθά τα ασθενικά χοιρίδια τις πρώτες ώρες της ζωής τους. Τα χοιρίδια αυτά πρέπει να οδηγούνται στις λειτουργικές θηλές που αφήνουν τα μεγαλύτερα αδέλφια τους έτσι ώστε να μειώνεται στο ελάχιστο ο ανταγωγνισμός για τις θηλές. Απαιτείται εξίσωση του βάρους των χοιριδίων κάθε τοκετοομάδας με την εφαρμογή υιοθεσίας αμέσως μετά τον τοκετό. Τα μικρά και προβληματικά χοιρίδια πρέπει να τοποθετούνται σε μία ήσυχη και βολική χοιρομητέρα που έχει μικρού σχετικά μεγέθους και προσιτές θηλές. Κατά την υιοθεσία πρέπει να διασφαλίζεται αριθμός χοιριδίων στην κάθε τοκετοομάδα ώστε να μην υπερβαίνει την ικανότητα θηλασμού της χοιρομητέρας. Εάν η χοιρομητέρα δεν έχει αρκετό γάλα τότε πρέπει να δίνεται τεχνητό γάλα, συχνά και σε μικρές πσότητες σε καθαρά δοχεία μέχρις ότου αποκατασταθεί η γαλακτοπαραγωγή της χοιρομητέρας. Εάν δεν αποκαθίσταται η γαλακτοπαραγωγή της, τα χοιρίδια πρέπει να μεταφερθούν σε άλλη, όσο ακόμη αυτά είναι δυνατά και υγιή. Περισσότερο από 75% των θανάτων χοιριδίων οφείλονται στις διάρροιες, έλλειψη τροφής και "πλακώματα". Η συστηματική φροντίδα της μητέρας και των νεαρών χοιριδίων για μικρό μόνο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό βοηθά ώστε τα αρσενικά χοιρίδια να αναπτυχθούν καλά και να γίνουν αποδοτικά για την εκμετάλλευση. Η φυσιολογική θερμοκρασία σώματος των χοιριδίων είναι 39oC. Εάν οι εγκαταστάσεις τοκετού δεν είναι άριστες, η θερμοκρασία σώματος μειώνεται αμέσως μετά τον τοκετό διότι το χοιρίδιο χρησιμοποιεί τη σωματική θερμότητα για να στεγνώσει. 
Όσο πιο κρύο είναι το περιβάλλον τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πτώση της θερμοκρασίας του σώματος. Τα μικρά χοιρίδια χάνουν θερμότητα πιο γρήγορα από τα μεγάλα έτσι υποφέρουν από μεγαλύτερη πτώση της θερμοκρασίας σώματος. Όταν η θερμοκρασία σώματος μειώνεται (ιδιαίτερα κάτω απ' τους 37 oC) το χοιρίδιο γίνεται νωχελικό. Δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα άλλα για την κατάληψη θηλής και φυσικά την επαρκή πρόσληψη ποσότητας πρωτογάλακτος. Η μείωση της κινητικότητάς του το κάνει πιο ευάλωτο στα πλακώματα και την έλλειψη τροφής. Είναι επίσης πιο ευάλωτο στις μολύνσεις (διάρροιες) λόγω της μειωμένης πρόσληψης πρωτογάλακτος. Πρέπει λοιπόν να παρέχονται στα χοιρίδια άριστες συνθήκες περιβάλλοντος κατά τον τοκετό ώστε να αποφεύγεται η πτώση της θερμοκρασίας του σώματός τους. Η χοιρομητέρα είναι άνετα όταν η θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι 18oC. Γεννά πιο γρήγορα, τα θνησιγενή χοιρίδια είναι μειωμένα, είναι σε άριστη κατάσταση μετά το τέλος του τοκετού, έχει αυξημένη όρεξη και παράγει περισσότερο γάλα. Τα χοιρίδια απαιτούν μια θερμοκρασία περιβάλλοντος 34 oC στο χώρο γέννησής τους και στις δύο πλευρές του κελιού τοκετού για να μην παρατηρηθεί σημαντική πτώση της θερμοκρασίας σώματος μετά τη γέννησή τους. Οι συνθήκες περιβάλλοντος των νεογέννητων χοιριδίων βελτιώνονται σημαντικά με την τοποθέτηση μιας θερμαντικής πηγής πίσω απ' τη χοιρομητέρα. Η απαιτούμενη υψηλή θερμοκρασία των 34o C στις δύο πλευρές του κλωβού τοκετού πετυγχάνονται με παροχή στρωμνής και πρόσθετη θέρμανση. Στα συμπαγή δάπεδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ξερό ροκανίδι ως στρωμνή. Το ροκανίδι συγκρατείται στη θέση του με τη χρησιμοποίηση πλαισίου (ύψους 7 εκατοστών) ώστε να εξασφαλίζεται πάντοτε το απαιτούμενο βάθος στρωμνής για τα χοιρίδια. Στα δάπεδα με δοκίδες χρησιμοποιείται το ψιλοκομμένο χαρτί, το οποίο πρέπει να τοποθετείται σε αρκετή ποσότητα κάτω και πλευρικά από τη χοιρομητέρα για τις πρώτες 24 ώρες από τον τοκετό. Με τη χρήση στεγνής στρωμνής για τις πρώτες 24 ώρες αυξάνεται η αισθητή θερμοκρασία των χοιριδίων κατά 8o C λόγω της μειώσεως των απωλειών θερμότητας προς το δάπεδο.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Φροντίδες_χοίρων
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Οικόσιτος_χοίρος

Η εκτροφή γουρουνιών στην Ελλάδα (Μέρος Γ') : Η Ιστορία της σύγχρονης Ευρωπαϊκής χοιροτροφιας στην Ελλάδα

Η συστηματική εκτροφή των χοίρων άρχισε από την Ασία. Αρχικά δημιουργήθηκαν, παγκόσμια, δύο μεγάλα χοιροτροφικά κέντρα. Το πρώτο στην Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία και το δεύτερο, αργότερα, στη Βαλτική. Από εκέι η εκτροφή του χοίρου επεκτάθηκε νότια, προς τις βόρειες βαλκανικές χώρες, και δυτικά, μέχρι την Ολλανδία και την Αγγλία. Στη συνέχεια, από τις χώρες αυτές η εκτροφή του χοίρου επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει χοιροτροφική παράδοση. Η ελληνική χοιροτροφία άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά στη δεκαετία του 1960. Η αλλαγή αυτή παρατηρήθηκε λόγω της αυξημένης ζήτησης κρέατος από ένα καταναλωτικό κοινό οικονομικά και βιοτικά περισσότερο αναπτυγμένο, σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η χοιροτροφία μεταπήδησε στη βιομηχανική παραγωγή χοιρινού κρέατος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στην Ελλάδα μεγάλες επιχειρηματικές αλλά και συστηματικές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Όσον αφορά στην υφιστάμενη κατάσταση χοιροτροφίας στην Ελλάδα, θεωρείται από τους δυναμικούς κλάδους της κτηνοτροφίας και της αγροτικής οικονομίας. Η συμμετοχή του κλάδου στην Ακαθάριστη αξία της ζωικής παραγωγής, εκτιμάται σε 10%. Εξάλλου, η χοιροτροφία παράγει το 25% της εγχώριας παραγωγής κρέατος και καλύπτει για την περίοδο 1990-2006, ποσοστό 33% των αναγκών της συνολικης κατανάλωσης χοιρινού κρέατος στην Ελλάδα. Ο τρόπος εκτροφής χαρακτηρίζεται εντατικός και παρέχει απασχόληση σε 30.000 άτομα. Η προσπάθεια ανάπτυξης της χοιροτροφίας άρχισε τη δεκαετία του 1970, με στόχο την κάλυψη των αναγκών της εσωτερικής αγοράς σε χοίρειο κρέας. Η προσπάθεια αυτή, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή, τότε, αύξηση των αποδόσεων και της εγχώριας παραγωγής καλαμποκιού, συνέβαλε αποτελεσματικά στην υποκατάσταση εισαγωγών κρέατος. 
Η τεχνολογική υποστήριξη του κλάδου και τα μέτρα οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν για τη ρύθμιση της λειτουργίας του ήταν ασυμβίβαστα και με τη δομή και με την αποστολή του: Η τεχνολογική υποστήριξη των χοιροτροφικών μονάδων υπήρξε μηδενική. Δημιουργήθηκαν μεγάλες χοιροτροφικές μονάδες χωρίς εμπειρία και τεχνική υποδομή με βασικότερες συνέπειες: 1. να διαμορφώνουν, ακόμα και σήμερα, χαμηλούς δείκτες παραγωγικότητας, 2. να κινούνται πάνω σε μια καμπύλη υψηλού κόστους παραγωγής και βελτίωσης της γενετικής κατάστασης των ζώων, για την οποία εξαρτώνται απόλυτα από το εξωτερικό και 3. να στηρίζονται σήμερα σε τεχνολογικά απαξιωμένες και ζωοτεχνικά ελλιπείς κτιριακές και μηχανολογικές εγκαταστάσεις. Στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετά συστήματα εκτροφή χοίρων με κυριότερα: Την εντατική χοιροτροφία , που είναι ένα σύστημα εκτροφής κατά το οποίο παρατηρείται εντατικοποίηση των συντελεστών παραγωγής (φυλές υψηλών αποδόσεων, μεγάλες πυκνότητες ζώων στους θαλάμους εκτροφής, χρήση αντιβιοτικών και αυξητικών παραγόντων κ.ά.).. Πρόκειται για βιομηχανική εκτροφή. Την εκτατική χοιροτροφία, που περιλαμβάνει το παραδοσιακό και εκτατικό ή ελεύθερο σύστημα εκτροφής. Είναι ένα σύστημα εκτροφής το οποίο στηρίζεται κυρίως στη χρήση εγχώριων φυλών και στη διαβίωση των ζώων υπό μορφή αγέλης. Τα ζώα διαβιούν σε μεγάλα αγροκτήματα και τρέφονται με εκτεταμένη εφαρμογή βόσκησης σε φυσικούς βοσκοτόπους. Την οικόσιτη χοιροτροφία. Σήμερα το σύστημα αυτό ισχύει σε ορισμένες νησιωτικές και ορεινές περιοχές. Η οικόσιτη χοιροτροφία έχει συρρικνωθεί λόγω του εξηλεκτρισμού και της μεγάλης επέκτασης των δικτύων διανομής. Τη βιολογική χοιροτροφία. Είναι ένα σύστημα που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την εκτατική και αποτελεί μια μορφή ημιεκτατικής-εκτατικής εκτροφής. Ωστόσο, είναι ένα σύστημα εκτροφής πιο απαιτητικό και περιορίζεται από ορισμένους κανόνες. Για να αποκομίσει επαρκή κέρδη μια χοιροτροφική επιχείρηση πρέπει να διαθέτει ζώα υψηλής παραγωγικότητας. 
Για να μπορέσουν όμως τα ζώα αυτά να εκδηλώσουν το γενετικό δυναμικό τους, πρέπει να εκτρέφονται κάτω από ευνοϊκές συνθήκες. Οι συνθήκες διαβίωσης γενικά, και οι συνθήκες σταβλισμού ειδικότερα, επιδρούν άμεσα τόσο στις αποδόσεις των χοίρων (αναπαραγωγική ικανότητα, ποιότητα σφαγίου), όσο και στην υγιεινή τους κατάσταση, ακόμα και στη δυνατότητα επιβίωσής τους. Οι ελάχιστες αποστάσεις των εγκαταστάσεων των χοιροτροφικών εκμεταλλεύσεων από πόλεις, χωριά, οικισμούς, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές, λίμνες, ποτάμια και ακτές, λουτροπόλεις, τουριστικούς χώρους, νοσοκομεία, βιομηχανίες και μοναστήρια καθορίζονται με την Υπουργική απόφαση. Επιδίωξη της σύγχρονης βιομηχανικού τύπου χοιροτροφίας είναι η μεγιστοποίηση της απόδοσης των επενδεδυμένων κεφαλαίων (π.χ. ζωικός πληθυσμός, εργατικά χέρια, εξοπλισμός, κ.ο.κ.). Η επίτευξη αυτού του στόχου περνάει μέσα από τον τρόπο οργάνωσης της λειτουργίας της χοιροτροφικής εκμετάλλευσης. Ως προς τα κτηνοτροφικά απόβλητα και τις μεθόδους χειρισμού τους, στο ΦΕΚ που ακολουθεί δίνονται αναλυτικές οδηγίες προς τους αγρότες για την εκάστοτε περίπτωση. Έγκριση κώδικα ορθής γεωργικής πρακτικής. Η βιολογική χοιροτροφία αποτελεί μια μορφή ημιεκτατικής-εκτατικής εκτροφής. Ωστόσο, είναι ένα σύστημα εκτροφής πιο απαιτητικό και περιορίζεται από ορισμένους κανόνες. Στόχος της βιολογικής εκτροφής είναι η παραγωγή χοίρων με περιορισμένη ή και καθόλου χρήση αντιβιοτικών. Η διατροφή των χοίρων σ' αυτό το σύστημα εκτροφής γίνεται με τροφές που έχουν παραχθεί με βιολογικό τρόπο, ενώ ο αριθμός των ζώων ανά εκτάριο καθορίζεται από κανόνες της Ε.Ε., ώστε να περιορίζεται η μόλυνση από τα απόβλητά τους. Η βιολογική χοιροτροφία παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια μεγάλη ανάπτυξη σε χώρες της Ε.Ε. και φυσικά στην Ελλάδα όπου οι συνθήκες είναι εξαιρετικά ευνοϊκές για την ανάπτυξή της.
Πηγή : http://www.gaiapedia.gr/gaiapedia/index.php/Εκτροφή_χοίρων

Η εκτροφή γουρουνιών στην Ελλάδα (Μέρος Β') : Η ανάπαραγωγή και η γέννηση των αγριοχοιρων

Η σεξουαλική ωρίμανση μιας υγιούς νεαρής γουρούνας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες οι οποίοι μπορούν να την καθυστερήσουν μέχρι και τον 2ο χρόνο της ζωής της. Μια νεαρή θηλυκιά λοιπόν είναι δυνατόν από την ηλικία των 8 μηνών να συμμετάσχει στην αναπαραγωγή, μπορεί όμως να φθάσει και τα 2 χρόνια χωρίς να ζευγαρωθεί. Απαραίτητες προϋποθέσεις, αλλά όχι πάντα αρκετές για να ζευγαρωθεί μια θηλυκιά είναι: Να φθάσει σ’ ένα ελάχιστο σωματικό βάρος 30 - 40 Kg (χωρίς εντόσθια). Εδώ όμως εμπλέκονται οι επικρατούσες τροφικές συνθήκες, τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές, οι οποίες μπορούν να εξηγήσουν τις μεγάλες διαφορές που συναντάμε. Έχουμε λοιπόν συναντήσει γουρούνες 45 Kg παρθένες και άλλες 35 - 40 Kg να έχουν ήδη τεκνοποιήσει. Οπότε και η αφθονία της τροφής δεν αρκεί πάντα. Να φθάσει στο προβλεπόμενο σωματικό βάρος την κατάλληλη εποχή του έτους. Αν έχει γεννηθεί Φεβρουάριο και δεν έχει υποφέρει από σκληρές χειμερινές συνθήκες και η μητέρα της ήταν απόλυτα υγιής μιας κάποιας ηλικίας και το κυνήγι δεν την άφησε ορφανή, τότε αυτή η θηλυκιά θα έχει πολλές πιθανότητες να συμμετάσχει στην αναπαραγωγή από το προσεχές φθινόπωρο ή χειμώνα, όταν θα είναι 8 - 10 μηνών. Αντίθετα αν έχει γεννηθεί στο τέλος της άνοιξης, μέχρι τον Νοέμβριο - Ιανουάριο δεν θα έχει αναπτυχθεί αρκετά και έτσι δεν θα συμμετάσχει στην αναπαραγωγή. Το αν μια γουρούνα λοιπόν ωριμάσει σεξουαλικά από τον 8ο μήνα της ζωής της εξαρτάται από την ημερομηνία γέννησης και από τις επικρατούσες κλιματικές και τροφικές συνθήκες, οι οποίες μπορούν να καθυστερήσουν την σωματική της ανάπτυξη. Ετσι οι θηλυκές που θα μπουν στη διαδικασία του ζευγαρώματος από το πρώτο φθινόπωρο της ζωής τους είναι λίγες. Οι περισσότερες θα ζευγαρωθούν την ερχόμενη άνοιξη ή το επόμενο φθινόπωρο όταν το βάρος τους θα φθάσει τα 50 - 60 Kg. 
Στα νεαρά αρσενικά η σεξουαλική ωρίμανση σχετίζεται άμεσα με το βάρος των όρχεων. Έτσι αυτά θα είναι σεξουαλικά ώριμα όταν το βάρος των όρχεών τους φθάσει τα 50 gr. Η ηλικία τους την στιγμή αυτή υπό καλές συνθήκες θα είναι οι 10 μήνες. Μπορούν λοιπόν να ζευγαρώσουν από το πρώτο φθινόπωρο ή χειμώνα της ζωής τους υπό την προϋπόθεση όμως ότι έχουν γεννηθεί αργά τον χειμώνα η νωρίς την άνοιξη. Μόλις έρθει η σεξουαλική ωρίμανση στα αρσενικά, αυτά εκδιώκονται από το μητρικό τους κοπάδι. Εχει παρατηρηθεί όμως ότι μερικές φορές κάποια αρσενικά παραμένουν στο κοπάδι μέχρι και το ερχόμενο καλοκαίρι και το εγκαταλείπουν στην περίοδο του οργασμού του προσεχούς φθινοπώρου. Ο οίστρος στα θηλυκά αγριογούρουνα δεν παρουσιάζει ετήσια περιοδικότητα, ωστόσο εμφανίζεται περισσότερες από μια φορά το χρόνο. Ο κύκλος αυτός έχει περίοδο 21 ημέρες, από τις οποίες μόνο οι 2 είναι «γόνιμες». Αυτός ο κύκλος διακόπτεται όταν το ζώο κυοφορεί, όταν βρίσκεται σε γαλουχία και στη διάρκεια του καλοκαιριού (Ιούνιος - Αύγουστος). Ανάλογα λοιπόν με τις συνθήκες του περιβάλλοντος και κυρίως με την διαθεσιμότητα της τροφής, μπορεί ζευγαρώσει από τον Οκτώβριο μέχρι τον Μάιο και να γεννήσει από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Οι κυρίαρχες θηλυκές (αρχηγοί), κρίνοντας από την διαθεσιμότητα της τροφής, έρχονται σε οίστρο και συμπαρασύρουν και τις υπόλοιπες και ιδιαίτερα τις «πρωτάρες». Πολύ σημαντικό στοιχείο στην αναπαραγωγή του αγριόχοιρου είναι το ότι οι «πρωτάρες» αν δεν συμπαρασυρθούν από έμπειρες θηλυκές δεν έρχονται ποτέ σε οίστρο και παραμένουν στείρες εφόρου ζωής. Τις ημέρες που αρχίζει ο οίστρος του κοπαδιού οι θηλυκές σημαδεύουν τον ζωτικό τους χώρο με οσμές που αφήνουν τρίβοντας τους αδένες τους στα δέντρα, στο έδαφος κ.α. για να προσελκύσουν κάποιον κάπρο της περιοχής. Πολλοί κάπροι θα πλησιάσουν, αλλά μετά από αιματηρές μάχες μεταξύ τους, ένας θα καταφέρει να φθάσει στο κοπάδι και αφού τον εγκρίνει η αρχηγός θα ζευγαρώσει διαδοχικά με όλες. 
Η κυοφορία διαρκεί 115 ημέρες (3 μήνες, 3 εβδομάδες και 3 μέρες). Όσο πιο μεγάλο είναι το ζώο τόσα πιο πολλά έμβρυα θα φέρει. Συνήθως γεννά από 2 έως 8 νεογνά. Ανάλογα με τις συνθήκες του περιβάλλοντος μια γουρούνα μπορεί να μπει στην αναπαραγωγική διαδικασία από 8 μηνών, ενώ μια άλλη στα 2 της χρόνια. Γενικά ισχύει: Στα θηλυκά ηλικίας μικρότερης του ενός έτους κυοφορεί το 1 στα 3. Στα θηλυκά μεταξύ 1 και 2 ετών το 80% Και στα θηλυκά ηλικίας μεγαλύτερης των 2 ετών το 90% Βέβαια εδώ πρόκειται για μέσους όρους, οπότε κατά τόπους και χρόνους τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να αλλάξουν πολύ. Ο αριθμός των εμβρύων εξαρτάται από το βάρος και την ηλικία της θηλυκιάς και από την διαθεσιμότητα της τροφής. Αφού η περίοδος του οργασμού του αγριόχοιρου είναι 21 ημέρες, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι μια θηλυκιά μπορεί να κυοφορήσει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου. Ας δούμε όμως τι πραγματικά συμβαίνει μεταξύ δύο διαδοχικών ετών: Μια θηλυκιά ζευγαρώνει τον Ιανουάριο και είναι έγκυος μέχρι τα τέλη Απριλίου: 4 μήνες. Τον Μάϊο και τον Ιούνιο βρίσκεται σε γαλουχία: 2 μήνες περίπου. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο βρίσκεται σε άνοιστρο λόγω καλοκαιρινής περιόδου: 2 μήνες. Από τον Σεπτέμβριο και μετά μπορεί να έρθει η νέα περίοδος οργασμού η οποία διαρκεί 21 ημέρες. Το πότε θα έρθει η ώρα του οργασμού δηλ. αρχές Σεπτεμβρίου, τέλη Σεπτεμβρίου ή τον Οκτώβριο εξαρτάται από την διαθέσιμη τροφή και τις επικρατούσες κλιματικές συνθήκες. Το φθινόπωρο και τον χειμώνα κυοφορεί: 4 μήνες. Tον Μάρτιο και τον Απρίλιο βρίσκεται σε γαλουχία: 2 μήνες. Τον Μάϊο ξαναμπαίνει σε οργασμό και κυοφορεί μέχρι τον Σεπτέμβριο: 4 μήνες. Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο βρίσκεται σε γαλουχία: 2 μήνες. Από τον Νοέμβριο έως τον Ιανουάριο του τρίτου έτους ξαναμπαίνει σε οίστρο. Τον πρώτο χρόνο λοιπόν η γουρούνα έκανε μια γέννα και τον δεύτερο δύο. Αυτό βέβαια συμβαίνει υπό την προϋπόθεση ότι και στα δύο διαδοχικά χρόνια οι συνθήκες τροφής είναι πολύ καλές, οι καιρικές συνθήκες ήπιες και η ηλικιακή δομή των κοπαδιών πυραμιδοειδής. 
Πιο σωστό λοιπόν είναι να λέμε ότι ο ώριμος θηλυκός αγριόχοιρος κυοφορεί τρεις φορές στα δύο χρόνια. Τα μικρά γεννιούνται με ανοιχτά μάτια και είναι σε θέση μετά από λίγες ώρες να στέκονται στα πόδια τους. Το τρίχωμά τους είναι κοκκινωπό και κατά μήκος των πλευρών σχηματίζονται επιμήκεις στενές λωρίδες ανοιχτού χρώματος με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία τέλεια χρωματική προσαρμογή με το περιβάλλον. Λόγω του ότι το σώμα των μικρών είναι καλυμμένο με αραιό τρίχωμα τις πρώτες μέρες, αυτά απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα. Αυτή εξασφαλίζεται με τη συνεχή παραμονή τους στη φωλιά και το πλάγιασμα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι το ένα δίπλα στο άλλο και κοντά στη μητέρα, η οποία κατά τις πρώτες μέρες παραμένει συνεχώς στη φωλιά. Μετά την έβδομη μέρα, η μητέρα και τα μικρά βγαίνουν για λίγο, πάντα όμως διανυκτερεύουν στη φωλιά τους. Μετά την δεύτερη τρίτη εβδομάδα αρχίζουν την αναζήτηση τροφής, αν και ο θηλασμός διαρκεί μέχρι 2-3 μήνες περίπου. Στην ηλικία των 6 μηνών το χρώμα των μικρών γίνεται καφέ και οι ραβδώσεις ατονούν. Με τη συμπλήρωση του πρώτου χρόνου αποκτούν το χρωματισμό του ενήλικου. Κατά την ηλικία αυτή τα άτομα γίνονται ανεξάρτητα. Η σεξουαλική τους ωριμότητα επέρχεται σε ηλικία 9-18 μηνών. Σε χρόνια με ευνοϊκές συνθήκες διατροφής το 50% των θηλυκών ηλικίας κάτω του ενός έτους αναπαράγεται. Σε μέσες συνθήκες το ποσοστό αυτό είναι 10%. Όταν όμως υπάρχει έλλειψη τροφής τα άτομα ηλικίας κάτω του ενός έτους δεν αναπαράγονται. Σε πολύ ευνοϊκά χρόνια μπορεί να έχουμε δύο γέννες το χρόνο, μία τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο και μία κατά το δεύτερο μισό του Ιουλίου με αρχές Αυγούστου.
Πηγή : http://kynoclub.gr/2014/11/03/πότε-ζευγαρώνουν-και-πότε-γεννούν-οι-α/
http://www.kynigi-drama.gr/thiramatologia/75-anaparagwgh-agrioxoirou.html

Η εκτροφή γουρουνιών στην Ελλάδα (Μέρος Α') : Η Ιστορία της παραδοσιακής χοιροτροφίας στα χωριά της Ελλάδας

Ο χοίρος, κοινώς γουρούνι, είναι οικόσιτο θηλαστικό με ογκώδες σώμα, προτεταμένο ρύγχος (μύτη), και σκληρό τρίχωμα. Πρόγονός του είναι ο αγριόχοιρος (το αγριογούρουνο). Εκτρεφόταν στην Κίνα από την Τρίτη χιλιετηρίδα π.χ. και από τα μέσα της τρίτης χιλιετηρίδας, άρχισε να γίνεται η εξημέρωση και η διατροφή του και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα ήταν ένα από τα βασικότερα οικόσιτα ζώα και εξασφάλιζε το κρέας (παστό) της οικογένειας για δύσκολες μέρες του χρόνου, αλλά και την έβγαζε «ασπροπρόσωπη» στον απρόσμενο επισκέπτη «μουσαφίρη» της. Το γουρούνι είναι ζώο παμφάγο και αδηφάγο, η δε η εκτροφή του ήταν σχετικά εύκολη και χωρίς πολλά έξοδα. Αγορά του γουρουνιού-Ευνουχισμός. Οι Αρτικαίοι, όταν έπαιρναν τα χρήματα από την πώληση της σταφίδας, η πρώτη τους φροντίδα ήταν να αγοράσουν ένα μικρό χοιρινό (γουρουνόπουλο) για να το εκθρέψουν (μεγαλώσουν). Το αγόραζαν συνήθως στο πανηγύρι του Κοπανακίου, στις 26 Σεπτεμβρίου. Το διάλεγαν ώστε να είναι καλό, δηλαδή να έχει μακρύ σκελετό, ψηλά πόδια και μακριά μύτη, να είναι αρσενικό, βάρους έως 6 οκάδες (7 κιλά και 200 γραμμάρια) και χρώματος, συνήθως, μαύρου ή σκούρου. Τα χοιρινά ράτσας, όταν μεγάλωναν, μπορούσαν να φτάσουν και τις 200 οκάδες, το δε κρέας τους ήταν πολύ καθαρό (χωρίς πολύ λίπος). Σε ελάχιστες περιπτώσεις, κάποιοι Αρτικαίοι εξέτρεφαν και θηλυκά γουρούνια (γουρούνες). Για αυτές τις λίγες περιπτώσεις, ένας εξέτρεφε αρσενικό «καπρί» στο οποίο πήγαιναν τα θηλυκά για αναπαραγωγή. Το χοιρινό που αγόραζαν από το πανηγύρι ή το παζάρι, για να το μεταφέρουν στο σπίτι τους, το έβαζαν μέσα σε ένα σακί (τσουβάλι), αφ΄ ενός μεν για να μπορέσουν να το μεταφέρουν με το ζώο τους, αφ΄ ετέρου δε για να μην το δουν κατά την μεταφορά και τους το ματιάσουν. Από αυτό και η φράση: «Γουρούνι στο σακί να μην αβασκαθεί (ματιασθεί)». 
Κάποιοι το τσουβάλι με το χοιρινό το έβαζαν μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι (κοφίνι) για να μην ταλαιπωρείται κρεμασμένο το ζώο, αλλά και να μην αγριεύει το μουλάρι ή το γαϊδούρι κατά την μεταφορά του. Το μικρό αρσενικό γουρούνι, λίγες μέρες μετά την αγορά του, το «ευνουχούσαν» (μουνούχαγαν) και για να παχαίνει περισσότερο, αλλά και για να μην μυρίζει το κρέας του όταν θα μεγάλωνε. Η διαδικασία του ευνουχισμού ήταν ένα είδος χειρουργικής επεμβάσεως και πολύ λίγοι ήξεραν να την κάνουν. Το γουρούνι υπέφερε αρκετά κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας και όλο το χωριό αναστατωνότανε από το «σκούξιμό του». Η απολύμανση με «μπόλικο» οινόπνευμα, εθεωρείτο απαραίτητη για να αποφευχθεί η μόλυνση, δεδομένου ότι το χοιρινό ζούσε σε όχι καθαρούς χώρους. Το γουρούνι για λίγες μέρες μετά την επέμβαση, δεν είχε όρεξη για να φάει, αλλά σιγά-σιγά, με το θρέψιμο της πληγής, του ερχόταν η όρεξη και τρεφόταν κανονικά. Τότε, συνήθως, του περνούσαν στη μύτη ένα χοντρό σύρμα (χαλκά) για να μην σκάβει τις αυλές και τους κήπους. Το χοιροστασιο. Ήταν ένας περιφραγμένος χώρος, περίπου 10 τετραγωνικών μέτρων, κάπου κοντά στην αυλή του σπιτιού, μέσα στον οποίο ζούσε και μεγάλωνε το χοιρινό. Σε ένα κομμάτι αυτού του χώρου έκτιζαν μικρό καλύβι (2Χ2 και ύψους 1,5 μέτρα) για να μην βρέχεται το χοιρινό το χειμώνα αλλά και για να προφυλάσσεται από τον ήλιο το καλοκαίρι. Στον έξω χώρο του καλυβιού, το χοιρινό περπατούσε, έτρωγε και λιαζόταν. Τους καλοκαιρινούς μήνες, στο χώρο που κυκλοφορούσε το χοιρινό, έσκαβαν μια λακκούβα στην οποία έριχναν νερό, για να κυλιέται το χοιρινό στις λάσπες και να δροσίζεται. Πολλοί στο Αρτίκι δεν είχαν ειδικό χώρο για το χοιρινό, δηλαδή χοιροστάσιο, και το χοιρινό το σταύλιζαν στο υπόγειο του σπιτιού τους (το κατώϊ), αφού προηγουμένως το έδεναν από το λαιμό ή από το πόδι. Εκτροφή. Το μικρό χοιρινό που αγόραζαν το έβαζαν για κάποιο διάστημα σε ξεχωριστό χώρο από το μεγάλο που ήταν έτοιμο για σφάξιμο, επειδή το κυνηγούσε και πολλές φορές το τραυμάτιζε. 
Η εκτροφή του χοιρινού δεν ήταν δύσκολη και διαρκούσε περίπου ενάμισι χρόνο. Το βασικό του φαγητό ήταν τα υπολείμματα «αποφάγια» των τροφών της οικογένειας, το «πλύμα» και το «λιοκόκκι»(ελαιοπυρήνας). «Το πλύμα» το παρασκεύαζαν με ζεστό νερό, όπου μέσα έριχναν πίτουρο και το ανακάτευαν καλά. Το λιοκόκκι το αναμείγνυαν με ζεστό νερό και πίτουρο. Το παρασκεύασμα το άδειαζαν σε ένα ξύλινο ή τενεκεδένιο δοχείο ή σε πέτρινο ή τσιμεντένιο «κορύτο». Το χοιρινό ορμούσε με μεγάλη βουλιμία για να το φάει και υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού, γι΄ αυτό η νοικοκυρά το άδειαζε στο δοχείο, όταν το χοιρινό δεν ήταν κοντά. Όταν, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν άρεσε το φαγητό στο ζώο, τότε το έσπρωχνε με τη μύτη του και το έχυνε. Πρόσεχαν πολύ όταν το τάιζαν να μην πέσει μέσα στο πλύμα καμιά μύγα, γιατί τότε μπορούσε να σκάσει το χοιρινό. Όταν πεινούσε γρύλιζε και έσκουζε που πολλές φορές σήκωνε τη γειτονιά στο πόδι με τις φωνές του, πως «έλεγαν». Αγαπημένο του φαγητό ήταν και τα φραγκόσυκα που ήταν πολύ παχυντικά και που υπήρχαν σε αφθονία στο Αρτίκι. Όπου υπήρχε δυνατότητα, το χοιρινό το άφηναν ελεύθερο όλη μέρα και το έβαζαν μέσα το βράδυ. Όποιος ξέρει από χωριό, θα έχει δει τη διαδικασία από το λιώσιμο του χοιρινού.
Πηγή : https://kopanakinews.wordpress.com/2009/02/25/33-3/

Οι παγκόσμιοι κατακλυσμοί στην παγκόσμια και ελληνική ιστορία

Ένας από τους μύθους που διηγείται ο Ησίοδος στο πρώτο μέρος είναι αυτός των γενών: πέντε γένη ή είδη ανθρώπων διαδέχονται στη διάρκεια του ...