Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Απόσπληνος η Δενδρολίβανο : Το αρχαίο τονωτικό της μνήμης και ιερό βότανο αγιασμού των υδάτων

Το δενδρολίβανο (Απόσπληνος), γνωστό και ως αρισμαρί, στην Κύπρο είναι γνωστό με το όνομα λασμαρί, είναι αρωματικός, αειθαλής θάμνος ο οποίος ανήκει στο γένος Ροσμαρίνος και στην οικογένεια των Χειλανθών. Tο γένος Rosmarinus περιλαμβάνει, εκτός του γνωστού (R. officinalis) που αναφέρεται και ως λιβανωτίς (Διοσκ.) και ως δενδρολίβανον το φαρμακευτικόν, και μερικά άλλα είδη, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Ροσμαρίνος ο εριοκάλυξ (R. eriocalyx) και Ροσμαρίνος ο γναφαλώδης (R. tomentosus). Η λατινική ονομασία του φυτού Rosmarinus σημαίνει δροσιά της θάλασσας και είναι σύνθετη από τις λέξεις ros (δροσιά) και marinus (θαλάσσιος), γιατί πιστευόταν ότι το φυτό μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα, αρκούμενο μόνο στην υγρασία που έρχεται από τη θάλασσα. Γνωστό φυτό στην αρχαιότητα όταν οι Αρχαίοι Έλληνες το χρησιμοποιούσαν σε διάφορες θρησκευτικές τελετές και γιορτές, σε στολισμούς κτηρίων, ναών και ως καύσιμο για θυμίαμα. Η καταγωγή του είναι από τις περιοχές της Μεσογείου αλλά σήμερα εκτός από τις περιοχές αυτές καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τα ωραία κυανά άνθη του σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και τις εύκρατες περιοχές της Αμερικής. Περιέχει τανίνη και αιθέριο έλαιο, το οποίο εξάγεται με απόσταξη κυρίως από τις κορυφές των ανθοφόρων βλαστών. Τα άνθη του προτιμώνται από τις μέλισσες και γίνονται πηγή για την παραγωγή μελιού.

Είναι πυκνόφυλλος και πολύκλαδος θάμνος με ύψος που δε ξεπερνά τα 2 μέτρα. Τα φύλλα του είναι δερματώδη, μικρά , γραμμοειδή και μοιάζουν με πευκοβελόνες. Η πάνω επιφάνεια των φύλλων έχει χρώμα σκούρο πράσινο και η κάτω επιφάνεια είναι ελαφρώς χνουδωτή με χρώμα λευκό ή αχνά γκριζωπό. Τα άνθη βρίσκονται κατά ομάδες και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων. Το χρώμα τους είναι μοβ, κυανόλευκο ή και λευκό. Δεν έχει ιδιαίτερη ανάγκη από πότισμα και μπορεί να φυτρώσει και σε βραχώδεις ορεινές περιοχές. Οι βλαστοί έχουν ένα ευχάριστο άρωμα που μοιάζει με αυτό του τσαγιού και η γεύση τους είναι ελαφρώς πικρή και λίγο καυτερή. Το δεντρολίβανο αποτελούσε ένα εξαιρετικό καρύκευμα και φυσικό φάρμακο για χιλιετίες. Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε η πεποίθηση ότι τονώνει και ενισχύει τη μνήμη, κάτι που πιστεύεται ακόμα και σήμερα στην παραδοσιακή ιατρική. Οι μαθητές στην αρχαία Ελλάδα τοποθετούσαν στα μαλλιά τους ένα κλωνάρι δεντρολίβανο κατά τη διάρκεια του διαβάσματος και επιπλέον οι αρχαίοι Έλληνες το τοποθετούσαν στον τάφο του νεκρού, ως ένδειξη μνήμης. Οι αρχαίοι Έλληνες το θεωρούσαν δώρο της θεάς Αφροδίτης στους ανθρώπους και διακοσμημένα αγάλματα των Θεών με αυτό. Οι Ρωμαίοι, κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών, κρατούσαν πάντα ένα κλαδί δενδρολίβανο, διότι θεωρούσαν ότι εξασφαλίζουν ευλογημένη ζωή και ειρήνη μετά το θάνατο. Για τον Χριστιανισμό, θεωρήθηκε ως ιερό φυτό με το οποίο εκτελούνται οι αγιασμοί των υδάτων. Για πρώτη φορά εξάγεται τον 14ο αιώνα, όπου το έλαιο του χρησιμοποιήθηκε για να κάνουν στην Βασίλισσα της Ουγγαρίας ένα πολύ δημοφιλές καλλυντικό. Το δενδρολίβανο απαιτεί ήλιο και για τον λόγο αυτό οι γραμμές της καλλιέργειας θα πρέπει να είναι προσανατολισμένες από την ανατολική προς την δυτική πλευρά του αγρού. Σε κεκλιμένα εδάφη ο προσανατολισμός της καλλιέργειας θα πρέπει να γίνεται με νοτιοδυτική κατεύθυνση. Το δενδρολίβανο δεν αναπτύσσεται καλά σε βαριά αργιλώδη εδάφη. Εάν το ποσοστό αργίλου είναι πολύ υψηλό απαιτείται η διόρθωση της δομής του εδάφους με προσθήκη φυσικού υλικού κατάλληλης κοκκομετρίας. Επίσης προσθήκη οργανικών σκευασμάτων θα λειτουργήσουν ευεργετικά για την καλλιέργεια. Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι αρωματικά φυτά που καλλιεργούνται σε εδάφη που κατεργάζονται και βελτιώνονται με ορθές φυσικές πρακτικές βελτίωσης αποδίδουν αιθέρια έλαια υψηλής ποιότητας και μεγάλης ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο.  Μια βασική εφαρμογή λιπασμάτων που περιέχουν άζωτο, φώσφορο, κάλιο και θείο μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται ετησίως, σύμφωνα πάντα με τα αποτελέσματα ανάλυσης του εδάφους. Το δενδρολίβανο ανταποκρίνεται καλά σε πρόσθετες προσθήκες αζώτου όταν αυτές γίνονται μετά από κάθε συγκομιδή για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Το δενδρολίβανο είναι ευάλωτο στον τετράνυχο, στις αφίδες, σε διάφορους αλευρώδεις και στους θρύπες. Προβλήματα μυκητιάσεων ενδέχεται να προκύψουν όταν τα φυτά αρδεύονται με ποσότητα νερού μεγαλύτερη από αυτή που πραγματικά χρειάζεται η καλλιέργεια. Ωίδιο και σηψιρριζίες εμφανίζονται όταν το έδαφος είναι πολύ υγρό και δεν στραγγίζει. Στην καλλιέργεια του δενδρολίβανου συνήθως έχουμε μια ή δύο συγκομιδές το έτος, ανάλογα με τις συνθήκες και ανάλογα με το αν η συλλογή του γίνεται για παραγωγή ξηρής δρόγης ή για την παραγωγή αιθέριου ελαίου. 

Τόσο φρέσκα όσο και τα αποξηραμένα φύλλα του, χρησιμοποιούνται στην παραδοσιακή κουζίνα. Έχουν μια πικρή, στυφή γεύση και αρωματίζουν εξαιρετικά τα φαγητά, όπως το ψωμί, το μοσχάρι, το αρνί, το κυνήγι, το ψάρι, τα θαλασσινά, τις ομελέτες, τις σούπες, τις σάλτσες και τα λαχανικά. Ξεπλύνετε το δεντρολίβανο κάτω από δροσερό τρεχούμενο νερό και στεγνώστε το. Οι περισσότερες συνταγές απαιτούν τα φύλλα του δενδρολίβανου, τα οποία μπορούν να αφαιρεθούν εύκολα από το στέλεχος. Εναλλακτικά, μπορείτε να προσθέσετε ολόκληρο το κλαδάκι σε σούπες, μαγειρευτά ή κρεατικά και στη συνέχεια, να το αφαιρέσετε πριν το σερβίρισμα. Το έλαιο του δεντρολίβανου, το οποίο είναι πλούσιο σε φαινολικά συστατικά, όπως τα φαινολικά οξέα και τα φλαβονοειδή, χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων και καλλυντικών, καθώς και στην αρωματοθεραπεία. Χρησιμοποιείται για αρωματικά σώματος ή δωματίου ή σε σαμπουάν και προϊόντα καθαρισμού Ως καλλυντικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μορφή ατμού για βαθύ καθαρισμό του προσώπου και ενίσχυση του δέρματος. Η κομπρέσα από δεντρολίβανο βοηθά τα πρησμένα μάτια, ενώ συνιστάται και για τα λιπαρά μαλλιά, καθώς χαρίζει λάμψη, βελτιώνει το σκούρο χρώμα τους και δρα κατά της πιτυρίδας. Το δεντρολίβανο έχει αντιοξειδωτικές και τονωτικές ιδιότητες, ιδιαίτερα για τη βελτίωση του ανοσοποιητικού, του κυκλοφορικού και του πεπτικού συστήματος. Το δενδρολίβανο περιέχει επίσης αντιφλεγμονώδη συστατικά που το καθιστούν χρήσιμο για τη μείωση της σοβαρότητας των κρίσεων άσθματος. Το δεντρολίβανο έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τη ροή του αίματος στο κεφάλι και τον εγκέφαλο και βοηθάει στη βελτίωση της συγκέντρωσης. Επιπλέον, έχει βακτηριοκτόνο δράση, αφού βρέθηκε ότι αναστέλλει έξι μικροοργανισμούς που αλλοιώνουν συνήθως το κρέας και αντιμυκητησιακή δράση, καθώς και την παραγωγή τοξινών από διάφορους μύκητες. Το δενδρολίβανο έχει υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο, ασβέστιο και βιταμίνη Β6.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Δενδρολίβανο
http://www.mydiatrofi.gr/trofi/trofima/votana-baxarika/dentrolivano-oi-thavmatourges-tou-idiotites
http://www.e-geoponoi.gr/index.php/2015-10-07-10-52-00/item/68-i-kalliergeia-tou-dendrolivanou

Θύμος ο κοινός ή Θυμάρι : Το βότανο που χαρίζει πνευματική διαύγεια και απωθεί ασθένειες

Το θυμάρι ή θύμιο (Θύμος ο κοινός, Thymus vulgaris) είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό, το οποίο ανήκει στην τάξη των Σωληνανθών (Tubiflorae) και στην οικογένεια των Χειλανθών (Labiatae). Είναι θάμνος μικρού ύψους (έως 30 εκατοστά), με όρθιους βλαστούς, εξαιρετικά ανθεκτικός, αναδύει πολύ ευχάριστο άρωμα. Απαντάται στις νότιες και μεσογειακές περιοχές της Ευρώπης σε διάφορες περιοχές της Ασίας και καλλιεργείται στη βόρεια Αμερική. Τα φύλλα του θυμαριού, όταν ξεραθούν, αποκτούν καφεπράσινο χρώμα και αναδύουν το άρωμα τους όταν θρυμματιστούν. Η γεύση τους είναι πολύ δυνατή, ελαφρώς καυστική και πλούσια. Μαζί με τους αποξηραμένους ανθούς χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό για τον αρωματισμό διαφόρων φαγητών σε ψάρια, κρέατα, σε διάφορες σάλτσες, σούπες κ.λ.π. Είναι ένα από τα βασικά συστατικά του λικέρ βενεδικτίνη. Το θυμάρι είναι ιδιαίτερα αγαπητό στις μέλισσες και το θυμαρίσιο μέλι είναι εξαιρετικής ποιότητας. Το Θυμάρι μαζεύεται τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη. 
Οι Σουμέριοι, πριν από 5.500 χρόνια, είναι οι πρώτοι, απ’ ότι γνωρίζουμε, που χρησιμοποίησαν το θυμάρι ως καρύκευμα και φάρμακο, ενώ οι Αιγύπτιοι το ονόμασαν θαμ και το μεταχειρίζονταν για την μουμιοποίηση. Ετυμολογικά, το θυμάρι ή θύμος όπως το ονόμαζαν οι αρχαίοι, προέρχεται από τη λέξη «θύω», η οποία αρχικά είχε την σημασία του «βγάζω καπνούς» και αργότερα του «θυσιάζω». Από την ίδια ρίζα προέρχονται και οι λέξεις θυμίαμα και θυμιατίζω, ενώ στενή φαίνεται πως είναι και η σχέση με τον θυμό. Και θυμός στους αρχαίους δεν σημαίνει την οργή, αλλά τη ζωτική δύναμη, τη βούληση, όπως μας επιβεβαιώνουν λέξεις σαν το λιπόθυμος, εύθυμος, πρόθυμος κ.α. Για τον Πλάτωνα, μάλιστα, ο θυμός αποτελεί ένα από τα τρία μέρη της ψυχής, την κινητήρια δύναμη της ανδρείας. Ήδη από την εποχή του Ομήρου, το θυμάρι ή για να είμαστε πιο ακριβείς τα αρκετά είδη του που ευδοκιμούν στη χώρα μας, εκτός από ήδυσμα για διάφορα εδέσματα αποτελούσε σύμβολο δύναμης και ανδρείας. Και αν το περίφημο θυμαρίσιο μέλι του Υμηττού ήταν περιζήτητο και πουλιόταν ακριβά, ακόμα και οι πιο φτωχοί μπορούσαν να απολαύσουν το τονωτικό μίγμα από θυμάρι, απλό μέλι και ξίδι. «Τρώω το ίδιο θυμάρι με τον αφέντη μου», λέει κάποιος σκλάβος στην κωμωδία Πλούτος του Αριστοφάνη, εννοώντας ότι βρίσκονται στην ίδια κατάσταση φτώχειας. Το θυμάρι ήταν, άφθονο και φθηνό, έχαιρε όμως μεγάλης εκτίμησης λόγω των ιδιοτήτων του. Οι ηλικιωμένοι έπιναν τακτικά έγχυμα από θυμάρι για να διατηρήσουν τις πνευματικές τους δυνάμεις, ενώ πολύ δυναμωτικό θεωρείτο ένα ποτό που παρασκευαζόταν με το σιγοβράσιμο σύκων και θυμαριού σε νερό ή κρασί. Το θυμάρι ήταν φυτό αφιερωμένο στη θεά του έρωτα Αφροδίτη και κανείς δεν αμφισβητούσε πως προκαλεί ή ενισχύει τον πόθο. Ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος ο Πρεσβύτερος, ξακουστός στην εποχή του (τέλη του 4ου αι. π.Χ.) για τα συμπόσια που διοργάνωνε, υποστήριζε ότι έφτανε να σκορπίσει στις αίθουσες φρεσκοκομμένο θυμάρι για να κυριευθούν οι καλεσμένοι του από ερωτική διάθεση. Αλλά και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης συνδέθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, απέκτησε μάλιστα ένα γιο μαζί με μια εταίρα, το όνομα της οποίας ήταν Ερπυλλίς, παραπέμπει στο άγριο θυμάρι και την ερωτική αναζωογόνηση που προκαλεί. Ο Ιπποκράτης, στο σύγγραμμά του «Περί Διαίτης», αναφέρει πως το θυμάρι είναι θερμαντικό, υπακτικό και διουρητικό, αποβάλλει το φλέγμα, ενώ στο «Περί Νούσων» το προτείνει ενάντια στη φθίση του λάρυγγα. Ο Διοσκουρίδης, στο τρίτο βιβλίο του συγγράμματος «Περί Ύλης Ιατρικής», περιγράφει λεπτομερώς τρία είδη θυμαριού. Πρώτο, αναφέρει το Thymus capitatus ή κατ’ άλλους Coridothymus capitatus της σύγχρονης φυτολογίας: «Θυμάρι: το ξέρουν όλοι. Είναι ένας χαμηλός θάμνος με τη μορφή φρύγανου, καλυμμένος από πολλά στενά φυλλαράκια, ο οποίος έχει πορφυρόχρωμες ανθισμένες κορυφές και φυτρώνει σε πετρώδη και άγονα εδάφη. Όταν πίνεται με αλάτι και ξίδι, αποβάλλει το φλέγμα από την κοιλιά. Το αφέψημά του με μέλι βοηθά όσους έχουν ορθόπνοια, άσθμα ή ελμινθίαση, διευκολύνει την έμμηνο ρύση και τη γέννα• είναι, επίσης, διουρητικό, ενώ ανακατεμένο με μέλι συμβάλλει στην απόχρεμψη.»
Όταν ενέσκηψαν οι μεγάλες επιδημίες, με χειρότερη απ’ όλες την πανούκλα, οι εντριβές με ξίδι μέσα στο οποίο είχε μουλιάσει θυμάρι ή απλώς το κάψιμο του μέσα στους χώρους θεωρούνταν αποτελεσματικά προστατευτικά μέτρα. Σε πολλές σλαβικές χώρες, εξακολουθούν μέχρι τις μέρες μας να θυμιατίζουν το σπίτι και το στάβλο με θυμάρι για να κρατήσουν μακριά τις μολυσματικές ασθένειες. Το θυμάρι - ή θύμος, όπως το ονόμαζαν οι αρχαίοι- προέρχεται από το ρήμα θύω, το οποίο, μεταξύ άλλων, σήμαινε θυμιατίζω και θυσιάζω. Οι αρχαίοι Έλληνες, λόγω της έντονης οσμής του, το χρησιμοποιούσαν ως θυμίαμα στους βωμούς, κατά τη διάρκεια τελετών θυσίας. Ο Μέγας Αλέξανδρος έκανε μπάνιο σε νερό με θυμάρι για να απαλλαγεί από τις ψείρες, ενώ το ίδιο έκαναν και οι ρωμαίοι πολεμιστές πριν από τη μάχη για να αποκτήσουν θάρρος, δύναμη και ενεργητικότητα. Η θεραπευτική του δράση στους πνεύμονες και στους βρόγχους έγινε γνωστή τον Μεσαίωνα. Τα μέρη του θυμαριού που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς είναι τα φύλλα και οι ανθοφόρες κορυφές, που συλλέγονται από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο. Το πιο γνωστό προϊόν του είναι το εξαιρετικής ποιότητας θυμαρίσιο μέλι. Το θυμάρι συνήθως δεν προσβάλλεται από έντομα καθότι το πτητικό έλαιο του λειτουργεί απωθητικά. Ωστόσο έχουν παρατηρηθεί προσβολές από αλευρώδεις και τετράνυχο. Γενικά το θυμάρι δεν παρουσιάζει προβλήματα ασθενειών. Ωστόσο σε περιοχές με υψηλό ποσοστό βροχοπτώσεων και σε εδάφη με κακή αποστράγγιση προσβάλλεται από ασθένειες της ρίζας , του λαιμού αλλά και του υπέργειου τμήματος. Οι μύκητες που έχουν εντοπισθεί στην καλλιέργεια ανήκουν στα γένη Armillaria, Rhizoctonia ακόμη και Botrytis.

Έχει έντονη και ελαφρώς πικάντικη γεύση, γι’ αυτό καλό είναι να χρησιμοποιείται με φειδώ. Ξερό το χρησιμοποιούμε ως μπαχαρικό για να αρωματίσουμε κρέατα, ψάρια, πίτες, ζυμαρικά, σούπες, διάφορες σάλτσες (π.χ. ντομάτας) και τυριά (κυρίως τα κρεμώδη). Πολλοί τοποθετούν ολόκληρα τα κλωνάρια του σε μπουκάλια με λάδι ή ελιές για επιπλέον άρωμα.  Είναι προτιμότερο να καταναλώνεται φρέσκο. Ωστόσο, μπορεί να αποθηκευτεί και ξερό. Κόψτε τα φύλλα, δέστε τα σε ματσάκια και κρεμάστε τα ανάποδα σε ζεστό και σκοτεινό μέρος με καλό εξαερισμό. Όταν ξεραθούν, θρυμματίστε τα φύλλα και φυλάξτε τα σε αεροστεγή δοχεία. Όσο ευεργετικές είναι οι θεραπευτικές του ιδιότητες, άλλο τόσο προσεκτική πρέπει να είναι η συχνότητα της χρήσης του. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του θηλασμού δεν πρέπει να λαμβάνεται οποιαδήποτε θεραπευτική δόση θυμαριού και αιθέριου ελαίου. Επίσης, πρέπει να αποφεύγεται από ανθρώπους με καρδιακή ανεπάρκεια ή υψηλή αρτηριακή πίεση, ενώ η χρήση του δεν ενδείκνυται σε περιπτώσεις τραυματισμών στο δέρμα. Το θυμάρι περιέχει αιθέριο έλαιο σε ποσοστό 1-2%. To κύριο συστατικό του αιθέριου έλαιου του θυμαριού κατά 20-54% είναι η θυμόλη ή, αλλιώς, καμφορά του θυμαριού, έχει χρήσεις στην αρωματοποιία και στην οδοντιατρική. Η θυμόλη έχει αντισηπτική δράση και αποτελεί το κυρίως συστατικό πολλών εμπορικών σκευασμάτων για την πλύση του στόματος, όπως η Listerine. Πριν την έλευση των σύγχρονων αντιβιοτικών, το αιθέριο έλαιο θυμαριού χρησίμευε για την επάλειψη των γαζών. Η θυμόλη έχει αποδειχτεί επίσης αποτελεσματική στην καταπολέμηση των μυκητων που συχνά μολύνουν τα νύχια των ποδιών. Αποτελεί επίσης ενεργό συστατικό σε κάποια φυτικά σκευάσματα χωρίς οινόπνευμα, για την απολύμανση των χεριών. Το ρόφημα από θυμάρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία του βήχα και της βρογχίτιδας. Για να παρασκευάσουμε έγχυμα βάζουμε 1 κουταλιά του γλυκού ξηρό ή 2 κουταλιές του γλυκού φρέσκο βότανο, χωρίς κοτσάνι, σε 1 φλιτζάνι βραστό νερό, το σκεπάζουμε για 10 λεπτά και μετά το σουρώνουμε. Συνιστάται ως φυσικό τονωτικό του ανοσοποιητικού και νευρικού συστήματος. Βοηθά στη διαύγεια πνεύματος και παράλληλα στη μείωση του άγχους και της κατάθλιψης. Ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της αϋπνίας. Παρουσιάζει ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, χάρη στα συστατικά της θυμόλης και της καρβακρόλης που περιέχει. Γαργάρες και στοματικές πλύσεις με θυμάρι βοηθούν στην καλή στοματική υγιεινή και δρουν κατά της ουλίτιδας και της κακοσμίας του στόματος. Καταπραΰνει τις φλεγμονές της αναπνευστικής οδού και το άσθμα. Ως σιρόπι ηρεμεί τον επίμονο βήχα (λειτουργεί ως αποχρεμπτικό), τη βρογχίτιδα, την φαρυγγίτιδα και την αμυγδαλίτιδα. Χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση γυναικολογικών μυκητιάσεων, καθώς το αιθέριο έλαιο του θυμαριού έχει ισχυρές αντισηπτικές, αντιβακτηριδιακές και μυκητοκτόνες ιδιότητες.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Θυμάρι
http://www.vita.gr/mindandbody/alternative/article/24038/sto-enallaktiko-mikroskopio-to-thymari/
http://www.ftiaxno.gr/2013/08/i-kalliergeia-kai-i-xrisi-toy-thimarioy.html

Πιστακία η γνησία ή Φιστικιά : Η ελληνική ποικιλία, η καλύτερη στον κόσμο και τα οφέλη στην υγεία

Η φιστικιά (Πιστακία η γνησία, Pistacia vera) είναι δίοικο φυλλοβόλο δέντρο του γένους Πιστακία και της οικογένειας των Ανακαρδιοειδών. Η καταγωγή της είναι από το Ιράν και σήμερα καλλιεργείται ευρύτατα από την Ασία μέχρι τις Μεσογειακές χώρες και την Αμερική για τον καρπό της, το φιστίκι. Το ύψος του δέντρου φτάνει τα 10 μέτρα με πλούσια διακλάδωση με κλαδιά που έχουν χρώμα σταχτί. Τα φύλλα του είναι δερματώδη και σύνθετα. Οι ταξιανθίες της φιστικιάς σχηματίζουν τσαμπιά από μικρά άνθη. Οι φιστικιές είναι αρσενικά και θηλυκά δέντρα, με τα αρσενικά να ανθίζουν νωρίτερα. Έτσι η γύρη συλλέγεται και συντηρείται σε ψυγεία, και ρίχνεται αργότερα στα θηλυκά άνθη με τη μορφή ραντίσματος (τεχνητή επικονίαση). Ο καρπός του δέντρου έχει μήκος 1-2 εκατοστά και το περικάρπιο είναι δερματώδες και έχει πράσινο χρώμα, ενώ το εσωτερικό (ενδοκάρπιο) είναι ξυλώδες και σκληρό. Όταν ωριμάσει το περικάρπιο τότε γίνεται ωχρό, σχίζεται και πέφτει αφήνοντας το ενδοκάρπιο που με τη σειρά του ανοίγει αφήνοντας να φανεί η εσωτερική ψίχα. Αυτή έχει χρώμα πράσινο και περιβάλλεται από λεπτό φλοιό ρόδινου χρώματος (περισπέρμιο). Οι καρποί της φιστικιάς σχηματίζουν ολόκληρα τσαμπιά. Η φιστικιά είναι δέντρο που δεν αντέχει την πολλή υγρασία. Αναπτύσσεται καλύτερα σε κρύο και σύντομο χειμώνα χωρίς πολλές βροχές και μακρύ και ζεστό καλοκαίρι. Οι ρίζες της μπαίνουν βαθιά μέσα στο έδαφος και έτσι είναι εξαιρετικά ανθεκτική στην ξηρασία, περισσότερο ακόμα και από την ελιά. Πάντως χρειάζεται και πότισμα κατά καιρούς και ειδικά όταν η ξηρασία είναι παρατεταμένη. Το χώμα που προτιμά είναι αμμοπηλώδες με πολύ ασβέστιο. Η φιστικιά πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό και σπορά. Ο καρπός μαζεύεται, στεγνώνεται και φυλάσσεται για λίγο καιρό μέχρι να φυτευτεί. Το έδαφος χρειάζεται αρκετά φρεζαρίσματα έτσι ώστε να εξαφανιστούν τα ζιζάνια για εξοικονόμηση της υγρασίας. Χρειάζεται λίπανση κυρίως με αζωτούχα λιπάσματα όταν το δέντρο είναι μικρό. Η απόδοση του δέντρου με κανονική καρποφορία αρχίζει τον 4ο χρόνο μετά από τη φύτευση του. Σήμερα η συγκομιδή γίνεται με σύγχρονες μεθόδους, με ειδικούς ηλεκτρικούς δονητές που τινάζουν τους καρπούς από τα δέντρα. Στη συνέχεια τα φιστίκια συγκεντρώνονται, ξεφλουδίζονται, πλένονται με ειδικό διάλυμα, στεγνώνονται και ξηραίνονται σε σκιερό μέρος. Μετά, μπαίνουν για να ψηφθούν σε αλατούχο διάλυμα για λίγη ώρα και στη συνέχεια σε φούρνους στους 80 βαθμούς, μέχρι να απομακρυνθεί η υγρασία που έχει παραμείνει (περίπου μισή ώρα). Μετά φουρνίζονται ξανά για 40 λεπτά στους 120 βαθμούς. Στη συνέχεια γίνεται διαλογή - διαχωρισμός των φιστικίων σε ανοιχτά και κλειστά φιστίκια. 
Τα φιστίκια είναι από τους καλύτερους ποιοτικά και πιο νόστιμους ξηρούς καρπούς. Είναι μεγάλης θρεπτικής αξίας, πλούσια σε βιοτίνη, πρωτεΐνες και ανόργανα άλατα. Καταναλώνονται ψημένα με αλάτι, είτε νωπά ανάλατα. Χρησιμοποιούνται και στη ζαχαροπλαστική. Στην Ελλάδα καλλιεργείται μία από τις καλύτερες ποικιλίες στον κόσμο, η Αιγινίτικη με τα περίφημα φιστίκια Αιγίνης. Σε μικρότερο βαθμό καλλιεργείται η ποικιλία Νυχάτη. Η καλλιέργεια της φιστικιάς τα τελευταία χρόνια εκτός από την Αίγινα, την Σαλαμίνα και τα Μέγαρα, που ήταν παραδοσιακά φιστικοπαραγωγές περιοχές, επεκτάθηκε στη Φθιώτιδα, Θεσσαλία, Βοιωτία και Εύβοια. Το Ιράν έχει τη μεγαλύτερη παραγωγή στον κόσμο. Ακολουθούν οι Η.Π.Α., η Τουρκία και η Συρία. Η Ελλάδα είναι πρώτη στην Ευρώπη και έκτη στον κόσμο με 9.500 τόνους ετησίως. Τα φυστίκια περιέχουν αντιοξειδωτικές ουσίες όπως οι πολυφαινόλες και η ρεσβερατρόλη. Οι αντιοξειδωτικές ουσίες μειώνουν την οξείδωση της χοληστερόλης στο αίμα προστατεύοντας έτσι το κυκλοφορικό σύστημα από τις καταστροφικές συνέπειες της αθηρωμάτωσης. Τα φιστίκια έχουν τη δυνατότητα να μειώνουν στο αίμα την κακή χοληστερόλη και να προστατεύουν την καρδία από τη στεφανιαία νόσο. Τα φιστίκια είναι πλούσια σε μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Τα λιπαρά αυτά οξέα βοηθούν εναντίον της αθηρωμάτωσης και της στένωσης των αρτηριών. Ανάλογα οξέα περιέχονται στα ψάρια και στο ελαιόλαδο. Τα φιστίκια είναι πλούσια σε θερμίδες και για αυτό επιβάλλεται προσοχή. Εάν μπορούσαμε να τρωμε μόνο μια χούφτα φιστικιών, τότε θα ήταν καλά. Το πρόβλημα είναι στις μεγάλες ποσότητες που έχουμε τάση να καταναλώνουμε όταν αρχίζουμε με τα φιστίκια. Το αλάτι που προστίθεται στα φιστίκια είναι επικίνδυνο για την υγεία. Πλούσιο περιεχόμενο των φιστικιών σε βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, πρωτεϊνες και φυτικές ίνες. Τα φιστίκια είναι πλούσια σε βιταμίνες Ε, Β6, θειαμίνη (βιταμίνη Β1), ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β2), νιακίνη (βιταμίνη Β3), μαγνήσιο, κάλιο, ψευδάργυρο, φωσφόρο και χαλκό. Οι πρωτείνες των φιστικιών είναι καλής ποιότητας και οι φυτικές ίνες βοηθούν κατά της δυσκοιλιότητας.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Φιστικιά
https://medlook.net/site_content/122-2013-08-06-13-58-18/430

Αλόη η Γνησια ή Aloe Vera : Το φυτό της αθανασίας με την εύκολη καλλιέργεια και την φαρμακευτική χρήση

Την Αλόη αποκαλούν «φυτό της αθανασίας» και τη θεωρούν ελιξίριο μακροζωίας, αν και η ονομασία της, που πιθανότατα προέρχεται από την αραβική λέξη alloeh, σημαίνει «πικρή και γυαλιστερή ουσία». Είναι από τα φυτά που χρησιμοποιήθηκαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς, όχι μόνο από διαφορετικούς πολιτισμούς, αλλά και σε διαφορετικές εποχές.Η χρήση της αλόης ξεκινά περίπου το 2200 π.X. με τα οφέλη της να είναι γνωστά στην Περσία, στην Αίγυπτο, στην αρχαία Ελλάδα, στη Ρώμη, στην Ινδία και στην Αφρική. Σύμφωνα με μύθους, υπήρξε το μυστικό ομορφιάς της Κλεοπάτρας και της Νεφερτίτης, ενώ ο Νικόδημος τη χρησιμοποίησε για την περιποίηση του λειψάνου του Χριστού. Στο δυτικό κόσμο και στην Αμερική, η διάδοσή της οφείλεται κατά μέγα μέρος στους ισπανούς Ιησουΐτες που τη φύτευαν στις αποικίες. Ωστόσο, μόλις το 1930 άρχισαν να μελετώνται επιστημονικά, κυρίως από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, οι ιδιότητες του φυτού και η δυνατότητα χρήσης του στη δυτική ιατρική. Σήμερα, διεξάγονται όλο και περισσότερες έρευνες για τη θεραπευτική της δράση και σε πολλές περιπτώσεις τα αποτελέσματα είναι θεαματικά. Σήμερα η αλόη βέρα καλλιεργείται σε όλο τον κόσμο λόγω της σημασίας των θεραπευτικών ιδιοτήτων της. Ενας μύκητας που ονομάζεται Arbascular Mycorrhiza (δενδρόμορφη μυκόρριζα) αναπτύσσεται στην επιφάνεια του φυτού και το βοηθά στην αύξηση της εξαγωγής καλίου και άλλων χρήσιμων στοιχείων από το έδαφος. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος το φυτό έχει τόσο μεγάλη θεραπευτική σημασία. Η αλόη βέρα (Aloe Vera) μοιάζει με μικρό κάκτο, αλλά ανήκει στην οικογένεια των κρινοειδών, όπως το σπαράγγι, το κρεμμύδι και το σκόρδο. Περιέχει πάνω από 150 συστατικά, όπως λιγνίνη, σαπωνίνες, ανθρακινόνες, βιταμίνες, ασβέστιο, σίδηρο, χαλκό, ψευδάργυρο, αμινοξέα, ένζυμα, πολυσακχαρίτες, στερόλες, λεκτίνες κ.ά. Η φυτεία είναι δυνατόν να δώσει ικανοποιητική ποσότητα aloe vera από το πρώτο κιόλας έτος. Αυτό βέβαια εξαρτάται και από το μέγεθος των φυτών που θα φυτευτούν. Ομως το να παράγει κανείς αλόη βέρα είναι μια κουραστική διαδικασία. Το μεγαλύτερο μέρος της σποράς, της συγκομιδής και της επεξεργασίας γίνεται χειρωνακτικά. Κάθε φυτό αλόης βέρα ξεκινά σαν βλαστάρι που χωρίζεται από τη ρίζα ενός ώριμου φυτού και μεταφυτεύεται για να γίνει ένα νέο αυτόνομο φυτό. Επειτα από 2 ολόκληρα χρόνια προσεκτικής καλλιέργειας τα εξωτερικά φύλλα του νέου φυτού είναι έτοιμα για συγκομιδή. Τότε τα ώριμα φύλλα κόβονται προσεκτικά με το χέρι. Οι εργάτες κάνουν μια μικρή τομή στη βάση τους και τα αφαιρούν προσεκτικά για να μην καταστρέψουν τα νεότερα φύλλα. Τα φυτά της αλόης βέρα παραμένουν παραγωγικά για 3 με 4 χρόνια αφού ωριμάσουν, παράγοντας το καθένα πάνω από 50 φύλλα στη διάρκεια της ζωής του. 
Ή αλόη βέρα πρέπει να φυτευτεί σε μέρος που το βλέπει ο ήλιος συνεχώς ή πολλές ώρες την ημέρα. Μπορεί να καλλιεργηθεί μόνο σε περιοχές που δεν υπάρχουν παγωνιές και πολύ χαμηλές θερμοκρασίες τον χειμώνα. Επειδή το φυτό είναι σαρκώδες και αποτελείται κατά 95% από νερό, η παγωνιά το καταστρέφει. Η αλόη βέρα, επειδή χρειάζεται ήλιο και λίγο πότισμα, αναπτύσσεται καλά σε άγονες, ξερικές ή ημιξερικές περιοχές. Αναπτύσσεται καλά σε εδάφη που είναι φτωχά σε θρεπτικά συστατικά. Για εμπορική καλλιέργεια όμως προτιμούνται εύφορα εδάφη ή ελαφρώς αμμώδη που είναι καλά αποστραγγιζόμενα και με pH μέχρι 8,5. Η προετοιμασία του εδάφους για την καλλιέργεια της αλόης είναι απλή και εύκολη. Το ζελέ της Aloe Vera περιέχει πάνω από 75 γνωστά συστατικά, η συνέργεια των οποίων οδηγεί στην ενίσχυση της δράσης τους. Η Aloe Vera είναι πηγή βιταμινών, με κυριότερες τις Β, C, Ε και β-καροτίνη (πρόδρομο της βιταμίνης Α). Περιέχει μέταλλα και ιχνοστοιχεία, κυρίως μαγνήσιο, μαγγάνιο, ψευδάργυρο, ασβέστιο, σίδηρο και σελήνιο, αλλά και αμινοξέα, που είναι οι «οικοδομικοί λίθοι» των πρωτεϊνών. Επίσης, είναι πλούσια σε σακχαρίτες, ένζυμα που βοηθούν στη διάσπαση της τροφής, στερόλες, ανθρακινόνες (παυσίπονες ουσίες) και σαλικυλικό οξύ. Χάρη στα συστατικά της και τη συνέργειά τους, η αλόη διεισδύει βαθιά στο δέρμα, το καθαρίζει και αποτελεί φυσικό αναισθητικό. Ενισχύει την ανάπτυξη νέων κυττάρων, βελτιώνει τη λειτουργία των ιστών και επουλώνει τα τραύματα. Έχει αντιβιοτική, αντιμυκητιακή και αντιφλεγμονώδη δράση, τονώνει το ανοσοποιητικό, ηρεμεί το νευρικό σύστημα, καθαρίζει τα έντερα και αποτοξινώνει τον οργανισμό.
http://www.ethnos.gr/epaggelmatikes_eukairies/arthro/fleba_xrysou_apo_tin_kalliergeia_tis_alois-63762273/
http://www.vita.gr/mindandbody/alternative/article/4799/aloh-ena-farmakeio-se-glastra/

Συκιά ή Συκη η Καρικη : Το προϊστορικό δένδρο της Ελλάδας με την ευρεία φαρμακευτική δράση

Η συκιά (Συκή η καρική και Συκή η κοινή, Ficus carica) είναι δικοτυλήδονο φυτό που ανήκει στο γένος Συκή και στην οικογένεια Μορεοειδή. Είναι δέντρο πολύ κοινό στην Ασία, στη Μέση Ανατολή και στις Μεσογειακές χώρες. Η καλλιέργειά της εισήχθη και στην Αμερική τον 18ο-19ο αιώνα. Είναι η συκέη ή συκή των αρχαίων. Ευδοκιμεί σε περιοχές με θερμό και δροσερό κλίμα και σε υψόμετρα μέχρι 1700μ. Οι καρποί της τρώγονται νωποί ή ξεροί. Το δέντρο ήταν γνωστό από τους προϊστορικούς χρόνους. Στην περιοχή του Παρισιού βρέθηκαν απολιθώματα φύλλων και καρπών συκιάς από την Πλειστόκαινο εποχή της Τεταρτογενούς Περιόδου. Αυτό πιστοποιεί ότι το φυτό υπήρχε ήδη από τα προϊστορικά χρόνια στην Ευρώπη. Στον προϊστορικό οικισμό Πολιόχνη, στο νησί της Λήμνου, έχουν βρεθεί απανθρακωμένα σύκα. Στον ελλαδικό χώρο καλλιεργείται πριν από την Ομηρική εποχή. Στην αρχαιότητα ήταν ευρέως γνωστή και φημισμένη για την ποιότητά της, η ποικιλία "Βασιλική" η οποία καλλιεργείτο κυρίως στην Αττική. Κατά τον Ηρόδοτο, δεν καλλιεργούνταν ούτε στη Λυδία ούτε στην Περσία. Ο ιστορικός της αρχαιότητας αναφέρει μάλιστα ότι βασικός λόγος της εκστρατείας του βασιλιά της Περσίας Ξέρξη, ήταν η κατάκτηση της Αττικής, ώστε να έχει την δυνατότητα να τρώει όχι μόνο αποξηραμένα αλλά και νωπά σύκα. Η συκή, στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του Διονύσου, ένα προσωνύμιο του οποίου ήταν Συκίτης. Η καλλιέργεια της συκιάς ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη στην νεότερη Ελλάδα, έπαιζε σημαντικό ρόλο στην διατροφή του πληθυσμού και αποτελούσε βασικό εξαγώγιμο προϊόν. Πριν τον Β' ΠΠ αντιπροσώπευε το 20% της αξίας των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων. Το σύκο, από βοτανική άποψη, δεν είναι τυπικός καρπός αλλά μια κοίλη ανθοδοχή που ονομάζεται ταξιανθία. Η ανθοδόχη περιέχει έναν μεγάλο αριθμό ανθέων που συνήθως ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες. Το είδος και ο αριθμός των ανθέων διαφοροποιούνται σημαντικά στους δύο βασικούς τύπους δέντρου της συκιάς που είναι: Η άγρια συκιά (αρρενοσυκιά) η οποία είναι δένδρο μόνοικο διότι οι ταξιανθίες του περιέχουν και αρσενικά και θυλυκά άνθη. Η θηλυκή η οποία είναι δένδρο δίοικο διότι έχει μόνο θηλυκά άνθη τα οποία για να γονιμοποιηθούν απαιτείται μεταφορά γύρης απο τα αρσενικά άνθη της αρρενοσυκιάς. Η συκιά, Ficus carica, ήταν το σημαντικότερο οπωροφόρο δένδρο των αρχαίων Ελλήνων. Τα νωπά σύκα είναι από τους πλέον εύγευστους και θρεπτικούς καρπούς. Τα ξερά σύκα είναι από τις πλέον υγιεινές και θρεπτικές τροφές για τους μαθητές στα σχολεία και τις εκδρομές. Θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα διάφορα βιομηχανικά "σνακ" που είναι επιβλαβή για την υγεία.  Η συκιά ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμη και σε ξηροθερμικές περιοχές, με ασβεστούχα εδάφη και pH μέχρι 8. Επειδή η ποιότητα των παραγόμενων σύκων εξαρτάται, περισσότερο από κάθε άλλο είδος οπωροφόρου, από το εδαφοκλιματικό περιβάλλον, θα πρέπει να προσδιοριστεί η καταλληλότερη ποικιλία για κάθε τύπο εδάφους και μικροκλίματος. 
Όλες οι ποικιλίες συκιάς φυτεύονται ως αυτόρριζες, χωρίς να εφαρμόζεται εμβολιασμός. Ο εμβολιασμός των ποικιλιών όμως σε επιλεγμένα υποκείμενα, από ορισμένες ποικιλίες, που προσαρμόζονται καλύτερα στα διάφορα εδάφη, βελτιώνει την παραγωγικότητα των δένδρων και την ποιότητα των καρπών. Για να εφαρμοστεί ο εμβολιασμός, θα πρέπει να επιλεγούν οι ποικιλίες εκείνες, που ευδοκιμούν καλύτερα ως υποκείμενα και να αναπτυχθεί η τεχνική αυτού.Οι κυριότεροι εχθροί της συκιάς στη χώρα μας οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στην παραγωγή και να υποβαθμίσουν ποιοτικά το παραγόμενο προϊόν είναι ο κηροπλάστης ή ψώρα της συκιάς, η ψύλλα, η λογχαία ή μαύρη μύγα των σύκων και τέλος η μύγα της Μεσογείου . Πρόβλημα στις συκιές μπορεί να προκαλέσουν και οι νηματώδεις, γιατί τα δένδρα της συκιάς παρουσιάζουν μεγάλη ευαισθησία. Στην Μεσόγειο τα σύκα κάνουν θραύση και αποτελούν το σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού, ενώ οι πραγματικοί λάτρεις τους, τα καταναλώνουν όλη τη χρονιά στην αποξηραμένη τους μορφή. Λόγω της απαλής τους φλούδας, τον τραγανών σπόρων και της γευστικής σάρκας τους, τα σύκα έχουν πλούσια υφή και γεύση. Περιέχουν θρεπτικά συστατικά, βιταμίνες Α, Β1 και Β2 και μέταλλα όπως ασβέστιο, σίδηρο, φώσφορο, μαγγάνιο, νάτριο, κάλιο κ.ά. Μπορείτε να τα καταναλώσετε σκέτα, αλλά και να τα προσθέσετε στο επιδόρπιο ή τη σαλάτα σας για να της δώσετε έξτρα γεύση, αποκομίζοντας ταυτόχρονα όλα τα οφέλη που οι ειδικοί υπόσχονται ότι μας προσφέρει η κατανάλωσή τους. Έρευνα 8 χρόνων που διεξάχθηκε σε περισσότερες από 50 χιλιάδες εμμηνοπαυσιακές γυναίκες στη Σουηδία, έδειξε ότι όσες κατανάλωναν τις περισσότερες φυτικές ίνες από φρούτα (τα πλουσιότερα είναι τα σύκα, τα μήλα, τα αχλάδια, τα δαμάσκηνα) μείωσαν τον κίνδυνο κατά 34% σε σχέση με αυτές που κατανάλωναν τις λιγότερες. Τα φύλλα της συκιάς, σύμφωνα με μελέτες, φαίνεται πως έχουν αντιδιαβητική δράση και μπορούν να μειώσουν την ποσότητα ινσουλίνης που λαμβάνουν οι διαβητικοί μέσω ενέσεων. Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σε ζώα έχουν αποδείξει ότι η κατανάλωση του λαχταριστού αυτού φρούτου μπορεί να ρίξει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στο αίμα και κατ’ επέκταση να αποτρέψει μακροπρόθεσμα την εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων. Παρά τα οφέλη τους, αν το παρακάνετε με τα σύκα, υπάρχει πιθανότητα διάρροιας, ενώ θα πρέπει να τα αποφεύγετε αν έχετε πρόβλημα στα νεφρά ή την χοληδόχο κύστη.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Συκιά
http://www.agronews.gr/?pid=156&aid=75669
http://www.clickatlife.gr/your-life/story/5193

Σιτάρι και Ζεα : Το πιο δημοφιλές δημητριακό στον κόσμο, η καλλιέργεια και η γλουτένη στην διατροφή

Το σιτάρι ή στάρι ή σίτος (Triticum spp), είναι ένα φυτό που καλλιεργείται σε όλο τον κόσμο. Είναι το δεύτερο παγκοσμίως σε συγκομιδή δημητριακό, μετά τον αραβόσιτο, με τρίτο το ρύζι. Ο καρπός του σίτου είναι μια βασική τροφή, που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αλευριού, ζωοτροφών και ως πρώτη ύλη στην παρασκευή αλκοολούχων ποτών και καυσίμων. Ο φλοιός του μπορεί να αποσπαστεί από τον καρπό και να αλεστεί, δίνοντας το λεγόμενο πίτουρο. Ο σίτος καλλιεργείται επίσης για τη βοσκή των ζώων, καθώς και για το άχυρο, τον κορμό του φυτού, που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή ή υλικό κατασκευών. Το σιτάρι, όπως και τα άλλα δημητριακά, η βρώμη, η σίκαλη, το κριθάρι, περιέχουν μία πρωτεΐνη, τη γλουτένη, στην οποία πολλοί άνθρωποι είναι δυσανεκτικοί (αλλεργικοί), εκδηλώνοντας τη λεγόμενη κοιλιοκάκη, ένα είδος εντερυγρασίας. Τα σιτηρά είναι από τα πρώτα φυτά τα οποία καλλιέργησε ο άνθρωπος και τα ίχνη των περισσότερων απ`αυτά χάνονται στο βάθος της ιστορίας. Από τις αρχές της ανθρώπινης ιστορίας η σπουδαιότητα των σιτηρών για το ανθρώπινο γένος υπήρξε σημαντική. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι αρχαίοι πολιτισμοί ήκμασαν σε περιοχές όπου καλλιεργούνταν κάποιο σιτηρό. Έτσι, οι πολιτισμοί των Βαβυλωνίων και Αιγύπτιων βασίστηκαν στο σιτάρι, των Κινέζων στο ρύζι, των Ίνκας, Μάγιας και Αζτέκων στον αραβόσιτο. Σήμερα, τα σιτηρά εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια γεωργία και τα προϊόντα τους αποτελούν τη βάση της διατροφής του πληθυσμού του πλανήτη μας. Πλήθος προϊόντων διατροφής έχουν ως βάση κάποιο σιτηρό. Και δεν είναι μόνο εκείνα τα φαγητά και εν γένει σκευάσματα όπως ο άρτος, το ρύζι, τα ζυμαρικά ή πολλά άλλα προϊόντα που είναι γνωστά στο ευρύ κοινό ότι προέρχονται από τα φυτά αυτά, αλλά και πλήθος άλλων προϊόντων όπως η μπύρα, το ουίσκι και άλλα έχουν ως πρώτη ύλη κάποιο σιτηρό. Η μεγάλη σημασία των σιτηρών παγκόσμια οφείλεται στο ότι σε εκτατικές συνθήκες καλλιέργειας παράγουν περισσότερο από όλες τις άλλες κατηγορίες φυτών, παρουσιάζουν μεγάλη προσαρμοστικότητα σε διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος, αποτελούν την κυριότερη πηγή τροφίμων, αποθηκεύονται εύκολα γιατί περιέχουν μικρό ποσοστό υγρασίας. Το σιτάρι έχει ταξιανθία στάχυ. Αποτελείται από ένα κύριο αρθρωτό άξονα (τη ράχη), που έχει εναλλάξ μικρούς ποδίσκους (ραχίδια), οι οποίοι φέρουν τα σταχύδια. Κάθε σταχύδιο περιβάλλεται από δύο βράκτια φύλλα που ονομάζονται εξωτερικά λέπυρα, σε αντιδιαστολή προς τα εσωτερικά λέπυρα που περιβάλλουν κάθε άνθος. Στον καρπό, το ενδοσπέρμιο συμφύεται με το περικάρπιο. Το ενδοσπέρμιο αποτελείται από μεγάλα παρεγχυματικά κύτταρα, γεμάτα με αμυλόκοκκους, εκτός από το εξωτερικό στρώμα όπου αφθονούν οι αλευρόκοκκοι. Αλευρόκοκκοι βρίσκονται και στο εσωτερικό του ενδοσπερμίου αλλά σε μικρότερη αναλογία. Το σιτάρι δεν ευδοκιμεί στα θερμά ή υγρά κλίματα εκτός εάν διαθέτουν μια περίοδο σχετικά δροσερή που να ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών και να επιβραδύνει τη δράση των παρασιτικών ασθενειών. Η κύρια καλλιέργεια του σιταριού βρίσκεται στην Εύκρατη ζώνη. Επιστρέφει και υπόσχεται κέρδη το δίκοκκο σιτάρι. Δεν χρειάζεται λιπάσματα, προσφέρει ικανοποιητικές αποδόσεις και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμα και σε άγονα και φτωχά εδάφη με προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας δίνει η μεταποίηση του. Μία ξεχασμένη εδώ και δεκαετίες καλλιέργεια επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο. Ο λόγος για το δίκοκκο σιτάρι ή ευρέως γνωστό ως ζέα, ένα σιτηρό με μεγάλη προϊστορία στον ελλαδικό χώρο, που μπορεί να αξιοποιήσει εγκαταλελειμμένες ορεινές και ημιορεινές περιοχές με ελάχιστο κόστος παραγωγής, προσφέροντας ένα ικανοποιητικό συμπλήρωμα στο οικογενειακό εισόδημα.
Το δίκοκκο σιτάρι, σύμφωνα με τους ειδικούς, θεωρείται ιδανικό για ήπιας μορφής και αειφόρα γεωργία. Δεν χρειάζεται λιπάσματα και φυτοφάρμακα, είναι άριστη τροφή και η μεταποίησή του δίνει υψηλής διατροφικής αξίας προϊόντα. Παρέχει τη δυνατότητα διατήρησης σπόρων για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο, προσαρμόζεται εύκολα σε άγονα εδάφη και η καλλιέργειά του είναι εφικτή ακόμη και σε πετρώδη εδάφη έως και 1.500 μ. υψόμετρο. Λυσίνη, κυτταρίνη, μαγνήσιο και πολλά άλλα ιχνοστοιχεία και ένζυμα το κατατάσσουν δικαίως σε υψηλής διατροφικής αξίας προϊόν. Καλλιεργείται από την αρχαιότητα Το είδος αυτό του σιταριού είναι πολύ παλιό είδος, συγκομιζόταν και χρησιμοποιούνταν από τους ανθρώπους πριν από την έναρξη της γεωργίας. Ονομάζεται επίσης και ζειά ή ζέα. Είναι ένα σιτάρι που χαρακτηρίζεται από σπόρους που έχουν προσκολλημένα τα λέπυρα του σταχυού επάνω τους. Για πολλούς αιώνες οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν αυτόν μόνο τον τύπο σιταριού. Τα τελευταία χρόνια άρχισε να καλλιεργείται πάλι το δίκοκκο σιτάρι λόγω των πολύτιμων ιδιοτήτων που έχει. Η καλλιέργειά του είναι σημαντική, επειδή δίνει καλές παραγωγές ακόμη και σε άγονα, ξηρικά και φτωχά εδάφη, σε αντίθεση με τα γυμνόσπερμα σιτάρια που σήμερα καλλιεργούνται, αλλά και επειδή είναι ανθεκτικό σε πολλές μυκητολογικές ασθένειες όπως είναι η σκωρίαση, ειδικά σε υγρές περιοχές. Γι' αυτόν τον λόγο μπορεί πολύ εύκολα να καλλιεργηθεί ως βιολογικό. Με αυτό το σιτάρι έκαναν ψωμί οι Αρχαίοι Έλληνες.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Σιτάρι
http://www.ethnos.gr/epaggelmatikes_eukairies/arthro/epistrefei_kai_yposxetai_kerdi_to_dikokko_sitari-63838068/Φ

Αμπέλι ή Κλήμα : Το ιερό δένδρο του θεού Διονύσου και ο οίνος του στην μακροζωία των μεσογειακών λαών

Το αμπέλι, ή κλήμα είναι αγγειόσπερμο φυτό, ανήκει δε στην τάξη των Ραμνωδών και στην οικογένεια των Αμπελοειδών, με πολλές ποικιλίες που καλλιεργούνται στις εύκρατες περιοχές της γης. Το αμπέλι καλλιεργείται κυρίως για τον καρπό του, το σταφύλι, ενώ και τα φύλλα του χρησιμοποιούνται στη μαγειρική (ντολμάδες). Τα σταφύλια μπορούν να καταναλωθούν ως έχουν ή να χρησιμοποιηθούν είτε για γλυκίσματα (γλυκό του κουταλιού) είτε για την παρασκευή σταφίδων, κρασιού, άλλων οινοπνευματωδών ποτών όπως το τσίπουρο και τελικά οινοπνεύματος (αιθανόλης). Ο Στάφυλος ήταν γιος του Διονύσου και της Αριάδνης. Σε άλλο μύθο ο Στάφυλος ήταν βοσκός του βασιλέα της Αιτωλίας Οινέα. Καθώς έβοσκε τις κατσίκες του, παρατήρησε ότι μια από αυτές τρώγοντας συνέχεια ένα συγκεκριμένο καρπό πάχαινε περισσότερο από τις άλλες. Μάζεψε τότε αρκετούς και τους πρόσφερε στον βασιλιά του. Εκείνος παρασκεύασε ένα χυμό τον οποίο ονόμασε "οίνο", στον δε καρπό έδωσε το όνομα του βοσκού του (σταφύλι). Σύμφωνα με τον Κλέαρχο τον Σολέα, ο πρώτος που ανακάλυψε την τέχνη της οινοποιίας ήταν ο Μάρωνας, ο γιος του Ευάνθη, τον οποίο τιμούσαν στη Μαρώνεια της Θράκης. Τα πρώτα δείγματα αμπελοκαλλιέργειας στον ελλαδικό χώρο έχουν βρεθεί στην ανατολική Μακεδονία. Κοντά στις Κρηνίδες της Καβάλας βρέθηκαν σπόροι σταφυλιού που ανάγονται στα τέλη της προϊστορικής περιόδου. Σπόροι σταφυλιών έχουν βρεθεί, επίσης, στις ανασκαφές στην Τούμπα του Φωτολίβου της Δράμας (Νεολιθική εποχή), καθώς και σε άλλη ανασκαφή κοντά στο χωριό Σιταγροί Δράμας, σε περιοχή που υδρευόταν με τεχνητό τρόπο (3000 π.Χ.). Πρώτη αμπελουργική περιοχή στην Ελλάδα θεωρούνται οι Φίλιπποι στην ανατολική Μακεδονία ήδη από την περίοδο 2800-2200 π.Χ. Άλλωστε, σύμφωνα με μία παράδοση, ο Διόνυσος γεννήθηκε στο Παγγαίο όρος και έζησε εκεί λατρευόμενος από τους Ηδωνούς, μια θρακική φυλή. Ο Όμηρος αναφέρεται στο αμπέλι και το κρασί με τις ονομασίες οίνη, Οινόη, οινιάδα και άλλα. Στη συνέχεια οι Έλληνες και οι Φοίνικες μετέφεραν αμπέλια στην Ιταλική χερσόνησο και η Σικελία έγινε κέντρο παραγωγής σταφυλιών. Γύρω στο 600 π.Χ. Έλληνες διέδωσαν την καλλιέργεια του αμπελιού στη Γαλλία και την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το αμπέλι φτάνει στη Βρετανία. Το 13ο αιώνα μ.Χ. οι Άραβες προωθούν την καλλιέργεια του αμπελιού στην Ισπανία και την Πορτογαλία και μέχρι το 17ο αιώνα το αμπέλι ήταν γνωστό σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Στην συνέχεια μεταφέρθηκαν Ευρωπαϊκά αμπέλια στην Αμερική αλλά καταστράφηκαν μετά από μεγάλη επιδημία φυλλοξήρας, ενός εντόμου του εδάφους που προσβάλλει τις ρίζες του φυτού με αποτέλεσμα αυτό να ξεραίνεται. Συνέπεια αυτού ήταν να καλλιεργηθούν άγριες ποικιλίες ντόπιων αμπελιών ανθεκτικών στο έντομο, οι οποίες στις αρχές του 18ου αιώνα έφτασαν να καλλιεργούνται στην Αγγλία και στη Γαλλία. Όμως τα αμπέλια αυτά προσβλήθηκαν από διάφορες άλλες ασθένειες που κατέστρεψαν το 70% των καλλιεργειών. Η λύση δόθηκε με τον εμβολιασμό άγριων αμερικάνικων αμπελιών και τη δημιουργία ανθεκτικών υβριδίων.

Το αμπέλι είναι πολυετές φυτό και αναπτύσσεται γρήγορα. Ο κορμός του έχει πολλαπλές διακλαδώσεις και αρκετούς βραχίονες και βλαστάρια. Ο φλοιός των ξυλωδών τμημάτων βγαίνει σε λωρίδες και αποχωρίζεται. Οι βλαστοί στην πορεία του χρόνου γίνονται ξυλώδεις βραχίονες που ονομάζονται βέργες, κληματόβεργες ή κληματίδες. Το κλήμα έχει βλαστούς και κληματίδες διαφόρων ηλικιών. Κάθε βλαστός έχει τη βάση και την κορυφή που αυξάνεται, διάφορους κόμπους, φύλλα αλλά και τα βασικά διακριτικά του αμπελιού που είναι οι έλικες, με τη βοήθεια των οποίων μπορεί να αναρριχάται. Ακόμα τους μεσοκάρδιους βλαστούς και τις ταξιανθίες που εξελίσσονται σε σταφύλια. Τα φύλλα του αμπελιού είναι μεγάλα, παλαμοειδή και φύονται από το βλαστό με ένα μίσχο. Το σχήμα τους είναι χαρακτηριστικό και παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με την ποικιλία και το είδος, όπως διαφορές παρουσιάζει το χρώμα, το χνούδι στην κάτω επιφάνεια και το μέγεθος. Ο τρύγος είναι η τελευταία φάση της δραστηριότητας της αμπελοκομίας και αφορά το μάζεμα των σταφυλιών. Ο καθορισμός του χρόνου του τρύγου έχει μεγάλη σημασία για την ποιότητα των σταφυλιών. Σε γενικές γραμμές ο τρύγος γίνεται τους μήνες Αύγουστο-Σεπτέμβριο. Τα σταφύλια που είναι έτοιμα για μάζεμα πρέπει να είναι ώριμα και ο βαθμός ωριμότητας βρίσκεται είτε εμπειρικά με το μάτι, ή με δοκιμή στη γεύση, είτε με χημικές μεθόδους όπως είναι η πυκνομέτρηση (γραδάρισμα), όταν έχουμε να κάνουμε με σταφύλια που προορίζονται για παραγωγή κρασιού. Παραδοσιακά τα τρυγημένα σταφύλια συγκεντρώνονται σε ειδικά κοφίνια (τρυγοκόφινα) χωρητικότητας 20 κιλών. Για την κοπή των τσαμπιών χρησιμοποιούνται ειδικοί σουγιάδες, ψαλίδια ή λεπίδες. Στην ελληνική ύπαιθρο ο τρύγος, μαζί με το πάτημα των σταφυλιών που τον ακολουθούσε, ήταν μια από τις σημαντικότερες αγροτικές εργασίες και γινόταν αφορμή για γιορτή, συνοδευόμενος από τα ανάλογα έθιμα. Οι μεσογειακοί λαοί ζουν περισσότερο και έχουν ως κύρια πηγή πρόσληψης αλκοόλ το κρασί. Το γεγονός αυτό ώθησε ερευνητές από όλο τον κόσμο εδώ και χρόνια να μελετήσουν τα συστατικά του και τη συσχέτισή τους με το επίπεδο υγείας του πληθυσμού. Η μέτρια κατανάλωση κόκκινου κρασιού προσφέρει ευεργετικά αποτελέσματα, μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Αυτό οφείλεται στα 2 κυριότερα συστατικά του, δηλαδή στο αλκοόλ και στις διάφορες αντιοξειδωτικές του ουσίες, όπως η τυροσόλη, η ρεσβερατρόλη και άλλες φαινολικές ενώσεις. Οι αντιοξειδωτικές ουσίες βρίσκονται σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στα κόκκινα κρασιά που έχουν ζυμωθεί σε δρύινα βαρέλια, ενώ αυξάνονται κατά τη συντήρησή τους σε αυτά με το πέρασμα του χρόνου.

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Αμπέλι
http://www.vita.gr/diatrofi/eating-healthy/article/18608/8-apories-gia-to-krasi/

Δεκαοχτούρα και Καρακάξα : Τα άγρια πτηνά κυρίαρχοι των ουρανών των ελληνικών πόλεων

Κατά τα λεγόμενα του κ. Σταύρακα, 150 είδη πουλιών παρατηρούνται στο κέντρο. Στον Λυκαβηττό έχουν καταγραφεί γύρω στα 90, στον Εθνικό Κήπο γ...