Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018

Τα αρχαία ελληνικά αγροκτήματα της Μακεδονίας μέσα από τις σύγχρονες ελληνικές ανακαλύψεις

Τα μεγάλα οδικά έργα που γίνονται τα τελευταία χρόνια στη Μακεδονία για τη διάνοιξη της Εγνατίας, της νέας Εθνικής Οδού αλλά και για τη νέα σιδηροδρομική γραμμή φέρνουν στο φως κατάλοιπα αρχαίων αγροτικών εγκαταστάσεων. Πρόκειται για αρχαιότητες που δύσκολα θα μπορούσαν να εντοπιστούν χωρίς αυτή την αναμόχλευση των χωμάτων που γίνεται σε τεράστια μήκη για την κατασκευή των δρόμων. Και όπως οι σύγχρονοι δρόμοι ανοίγονται αναπόφευκτα επάνω σε παλαιά περάσματα ­ για να πούμε την αλήθεια, δεν υπάρχουν και άλλα σε μια χώρα σαν και τη δική μας όπου τα βουνά είναι το κυρίαρχο στοιχείο, ήταν σχεδόν αναμενόμενο ότι τα έργα θα «έπεφταν» επάνω σε αρχαίους δρόμους και σε αρχαίες εγκαταστάσεις. Αυτή τη φορά δεν βρέθηκαν πόλεις, μνημεία, ναοί ή τάφοι και νεκροταφεία. Αυτή τη φορά βρέθηκαν αρχαία αγροκτήματα, μεγάλες ιδιοκτησίες προφανώς γαιοκτημόνων που είχαν εγκατασταθεί επάνω ή κοντά στους αρχαίους δρόμους. Η αγροτική οικονομία, η ζωή στην ύπαιθρο δηλαδή, είναι μια πτυχή του αρχαίου κόσμου που έχει κατά κάποιον τρόπο παραμεληθεί από την αρχαιολογία καθώς ελάχιστα κατάλοιπά της έχουν ως τώρα αποκαλυφθεί στην ελληνική ύπαιθρο. Γνωρίζουμε για τους πολέμους στην αρχαιότητα, για την αστική, πολιτική και θρησκευτική ζωή, αλλά δεν ξέρουμε πολλά, π.χ., για τις καλλιέργειες ή την κτηνοτροφία. Ξέρουμε τα ονόματα των ηγεμόνων ή των στρατηγών και πώς παρατάσσονταν οι στρατοί τους για τη μάχη, αλλά έχουμε ελάχιστες πληροφορίες για τα είδη των καλλιεργειών και της κτηνοτροφίας και γενικότερα για το πώς και πού ζούσαν οι αγρότες. 
Είναι χαρακτηριστικό ότι πληροφορίες για αυτό το θέμα αντλούνται από τις μοναδικές δύο αγροικίες που βρέθηκαν στην Αττική τη δεκαετία του 1970. Αυτή τη φορά όμως τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά. Σε τρεις διαφορετικές περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας ήρθαν στο φως, χάρη στα σύγχρονα οδικά έργα, πολύ ενδιαφέροντα συγκροτήματα αρχαίων αγροικιών που καλύπτουν ένα διάστημα 900 χρόνων, από τον 5ο αι. π.Χ. ως τον 6ο αι. μ.Χ. Πρόκειται για μεγάλα συγκροτήματα κτισμένα γύρω από μια κεντρική αυλή, σε ορισμένα υπήρχαν και πύργοι πιθανώς για να ελέγχονται οι γύρω εκτάσεις, ενώ στους χώρους βρέθηκαν πολλά κατάλοιπα από τις καλλιέργειες, τα εργαλεία και την κεραμική της οικοσκευής. Οι αγροικίες βρέθηκαν κοντά σε αρχαίους δρόμους. Τις ανασκαφές ανέλαβε η ΙΣτ´ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στη Θεσσαλονίκη και ευρήματα και στοιχεία από οκτώ αγροικίες που αποτελούν ένα πολύ ενδιαφέρον εκθεσιακό σύνολο παρουσιάζονται σε μια σημαντική έκθεση αρχαίας αγροικίας που λειτουργεί στην Κρυπτή Στοά της Αρχαίας Αγοράς στη Θεσσαλονίκη. Η αλήθεια είναι πως η ίδια η έκθεση δεν είναι όσο εντυπωσιακή θα περίμενε κανείς. Κι αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι η στοά είναι στενή και δεν επιτρέπει την ανάπτυξη των εκθεμάτων με περισσότερη φαντασία. Το θέμα όμως είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και σ' αυτό πρέπει να εστιαστεί η προσοχή του επισκέπτη. Εναυσμα για τον σχεδιασμό αυτής της έκθεσης υπήρξε ένα εντυπωσιακό σύνολο πιθαριών κρασιού που αποκαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή μιας οινοπαραγωγικής μονάδας στη Νότια Πιερία. Πρόκειται για πιθάρια τεράστιου ύψους που βρέθηκαν στον χώρο αποθήκευσης κρασιού, σε μια κάβα δηλαδή των ελληνιστικών χρόνων. Εκεί βρέθηκαν θραύσματα από περίπου 40 τεράστια πιθάρια. Οταν συγκολλήθηκε ένα από αυτά, διαπιστώθηκε ότι είχε ύψος περίπου 2,5 μ. και χωρητικότητα που υπολογίζεται περίπου στα 2.000 λίτρα κρασιού! Τώρα εκτίθεται μόνο του στην είσοδο της έκθεσης, αξιοθαύμαστη προμετωπίδα μιας νέας πτυχής της αρχαιολογίας που παρουσιάζεται στη στοά. «Πρόκειται για μοναδικό δείγμα της κεραμοπλαστικής των ελληνιστικών χρόνων αλλά και της κλίμακας της οινοπαραγωγής που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή» λέει ο διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης καθηγητής κ. Δ. Γραμμένος, ο οποίος πριν από τον πρόσφατο διαχωρισμό μουσείου - εφορείας ήταν ταυτόχρονα και προϊστάμενος της ΙΣτ' Εφορείας Αρχαιοτήτων και με τη διπλή ιδιότητα διηύθυνε τις ανασκαφές και διοργάνωσε την έκθεση. «Με τα ευρήματα αυτών των ανασκαφών» συνεχίζει ο κ. Γραμμένος «θίγονται πολλά θέματα και η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πρωταρχικά στάδια όσον αφορά τη διαχείριση της γης, την οικονομία και την παραγωγή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ως τώρα είχαμε μελετήσει μόνο αρχαίες πόλεις. Η ζωή στην ύπαιθρο είναι μια άλλη, νέα υπόθεση. 
Στην έκθεση μπορεί να δει κανείς την αυτάρκεια των αγροικιών, όπου οι κάτοικοί τους ήταν μεγαλογαιοκτήμονες και ζούσαν με πολυτέλεια όπως οι αστοί. Εχουν βρεθεί στις αγροικίες σιδερένιες σφραγίδες για να σφραγίζονται τα κοπάδια των βοοειδών και τα άλογα, όπως ακριβώς γινόταν ως πρόσφατα στην αμερικανική Αγρια Δύση, καθώς και πολυτελή αντικείμενα οικοσκευής». Τα αρχαία αγροκτήματα αποκαλύφθηκαν σε περιοχές της Μακεδονίας που απέχουν αρκετά μεταξύ τους. Ενα σύνολο αγροικιών βρέθηκε στην περιοχή του Στρυμονικού κόλπου στην πεδινή έκταση ανάμεσα από το Κερδύλλιο όρος και τον οικισμό Ασπροβάλτα που βρίσκεται στην ακτή. Αλλα αγροτικά συγκροτήματα βρέθηκαν στη Νότια Πιερία ανάμεσα στις ανατολικές παρυφές του μακεδονικού Ολύμπου και στη θάλασσα και, τέλος, τέσσερις αγροτικές επαύλεις εντοπίστηκαν στην εύφορη πεδιάδα του Λαγκαδά βορειοανατολικά της Θεσσαλονίκης, σε μια περιοχή που ελεγχόταν από την αρχαία πόλη Λητή. Τα δύο πρώτα συγκροτήματα αγροικιών βρέθηκαν επάνω σε γνωστά αρχαία περάσματα. Για την περιοχή του Στρυμονικού κόλπου η υπεύθυνη της ανασκαφής κυρία Πολυξένη Αδάμ Βελένη λέει ότι εδώ «διαδραματίστηκαν γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενώ από την εποχή του Φιλίππου Β´και εξής η περιοχή προσαρτάται οριστικά στο μακεδονικό βασίλειο. Τότε φαίνεται ότι ο μακεδόνας βασιλιάς μοίρασε γη και εγκατέστησε σε μεγάλα αγροτικά συγκροτήματα πλούσιους εταίρους, οι οποίοι ταυτόχρονα με την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου και του εύφορου εδάφους ασκούσαν και διαρκή έλεγχο και προστασία από ενδεχόμενους εξ Ανατολών εχθρούς». Δυτικότερα, στην περιοχή του Λαγκαδά, κατά τη διάνοιξη της Εγνατίας εντοπίστηκαν τέσσερις αγροτικές εγκαταστάσεις των ρωμαϊκών χρόνων πολύ κοντά η μια στην άλλη και λόγω της πυκνότητάς τους η ανασκαφέας κυρία Κατερίνα Τζαναβάρη συμπεραίνει ότι θα πρέπει από εκεί να περνούσε κάποιος σημαντικός δρόμος. Πρόκειται για πολύ μεγάλες επαύλεις που μόνο οι χώροι κατοίκησής τους φθάνουν τα 500-800 τ.μ. και είναι κτισμένοι γύρω από μια εσωτερική αυλή. Βρέθηκαν χώροι υποδοχής, εστίασης, διαμονής των ιδιοκτητών, χώροι εργασίας, αλέσματος σταριού, ετοιμασίας γαλακτοκομικών προϊόντων και χώροι αποθήκευσης γύρω από την εσωτερική αυλή. Νοτιότερα, οι ανασκαφές που έγιναν από την κυρία Εφη Πουλάκη στην περιοχή κοντά στον Πλαταμώνα αποκάλυψαν τους αρχαίους «δρόμους του κρασιού» στους πρόποδες του Ολύμπου. Οπως αναφέρει η ίδια, «πρόκειται για αγροικίες μεγάλων διαστάσεων, ιδιοκτησίες προφανώς γαιοκτημόνων της περιοχής, που είχαν ως κύρια παραγωγή την οινάμπελο και το μαγικό της ποτό, το κρασί». 
Σε μια από τις ανασκαφές που έγιναν κοντά στον Πλαταμώνα (αρχαίο Ηράκλειο), και συγκεκριμένα στην ύπαιθρο της αρχαίας πόλης των Λειβήθρων, βρέθηκε μια μεγάλη αγροικία των ελληνιστικών χρόνων (τέλος 4ου - αρχές 3ου αι. π.Χ.) και ένα αρχαίο οινοποιείο. Το κυρίως συγκρότημα με την οικία ήταν κτισμένο γύρω από μια τετράγωνη αυλή και είχε έκταση περίπου ένα στρέμμα. Βρέθηκαν χώροι εργασίας και χώροι διαμονής των γαιοκτημόνων και του βοηθητικού προσωπικού και πιθανώς και των ζώων. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη αγροτική εγκατάσταση όπου εκτός από την πληθώρα των οικιακών σκευών και των εργαλείων βρέθηκε μεγάλη ποσότητα αρχαίου βοτανολογικού υλικού, κυρίως γίγαρτα, πυρήνες σταφυλιού δηλαδή, που η μελέτη τους αναμένεται να δώσει πολλές πληροφορίες για τον τρόπο ζωής στην ύπαιθρο, τις διατροφικές συνήθειες αλλά και τον τρόπο λειτουργίας μιας μεγάλης οινοπαραγωγικής μονάδας στα ελληνιστικά χρόνια. Η έκθεση. Στην έκθεση παρουσιάζονται τα πιο χαρακτηριστικά από τα ευρήματα οκτώ αγροικιών που η έρευνά τους δίνει πλούσια στοιχεία για τις αγροτικές ενασχολήσεις της περιοχής και της εποχής, για την κοινωνική θέση των ιδιοκτητών των αγροκτημάτων και γενικότερα για την παραγωγή και την αγροτική οικονομία κατά την αρχαιότητα. Τα εκθέματα συμπληρώνονται από πίνακες με φωτογραφίες, σχέδια και πλούσια πληροφόρηση για τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία που αναπτύχθηκε από τους πρώτους μακεδόνες «φεουδάρχες» που προηγήθηκαν και δεν υστερούσαν από εκείνους που βρίσκουμε αργότερα στην Κεντρική Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα.
Πηγή: http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=150005

Δήμητρα και Περσεφόνη : Η Θέα προστάτιδα της γεωργίας και η αρπαγή της κόρης της

Η Δήμητρα είναι μια από τις μεγαλύτερες και παλαιότερες θεές του αρχαίου ελληνικού πανθέου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, αδερφή του Δία, του Ποσειδώνα, του Πλούτωνα, της Ήρας και της Εστίας. Όπως φανερώνει και το όνομά της, η Δήμητρα είναι η μάνα Γη. Η Δήμητρα είναι η θεά της γονιμότητας, η προστάτιδα της γεωργίας και των καλλιεργειών γενικότερα, η θεά της βλάστησης και συνήθως απεικονίζεται να κρατάει κάποιο στάχυ και σε ορισμένες περιπτώσει δάδα.  Η Δήμητρα είναι μια θεά που αφιέρωσε όλη σχεδόν την ζωή της στους ανθρώπους. Σχεδόν τον πιο πολύ καιρό ήταν κάτω στην γη και τους μάθαινε πώς να οργώνουν, πώς να θερίζουν, πώς να ποτίζουν και πώς να τρέφουν τα κατοικίδια ζώα. Στα χέρια της κράταγε πάντα έναν χρυσό δρεπάνι που συμβόλιζε τους γεμάτους στάχυα αγρούς. Απ’ όπου πέρναγε οι πολιτείες πλούταιναν κι η γη γέμιζε καρπούς, τα λιβάδια πρασίνιζαν και τα ζώα πλήθαιναν. Σύντροφό της αχώριστο είχε πάντα τον γιο της Πλούτο που ‘ταν πάντα πρόθυμος να σκορπίσει αφθονία. Μαζί με τον Δία έκανε ένα παιδί την Περσεφόνη, την πολυαγαπημένη της κόρη. Όπως φανερώνει και το όνομά της, η Δήμητρα είναι η μάνα Γη. Δεν θα πρέπειαπό τον χαρακτηρισμό αυτό να την συγχέουμε με την γιαγιά της την Γαία. ΗΔήμητρα είναι η θεά της γονιμότητας, η προστάτιδα της γεωργίας και των καλλιεργειών γενικότερα, η θεά της βλάστησης και συνήθως απεικονίζεται νακρατάει κάποιο στάχυ και σε ορισμένες περιπτώσει δάδα. Κόρη του Κρόνου και τηςΡέας και η Δήμητρα από νωρίς είχε την ίδια μοίρα με τα αδέλφια της καταλήγονταςστο στομάχι του πατέρα της έως ο Δίας να τους απελευθερώσει. Η τύχη της ξανθιάς και όμορφης κόρης της Ρέας, με το που ήρθε στο φως, ήταν σκληρή. Η μικρή Δήμητρα -όπως και τα αδέλφια της- κατέληξε στο στομάχι του άκαρδου πατέρα της κι απελευθερώθηκε μόνο όταν ο μικρότερος αδερφός της Δίας μ' ένα του τέχνασμα κατόρθωσε να τον ξεγελάσει. Η Δήμητρα ως θεά διέφερε σημαντικά από τις άλλες γυναικείες θεότητες. Έξυπνη κι ελκυστική, είχε από την αρχή απαρνηθεί τη θεϊκή κατοικία. Δεν κατοικούσε ποτέ στον Όλυμπο, αλλά στους ειδικά γι' αυτήν αφιερωμένους ναούς, κοντά σ' αυτούς που την πίστευαν και τη λάτρευαν. Η θεά της γεωργίας, διακριτική έως απόμακρη, σεμνή και αρκετά συνεσταλμένη, είχε από πολύ νωρίς κερδίσει τη συμπάθεια και την εύνοια των υπόλοιπων Ολυμπίων θεών. Οι δυνατότητες, τα προσόντα και η αξία της είχαν απ' όλους αναγνωριστεί, ενώ η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας της απαιτούσαν ιδιαίτερη προσέγγιση-αντιμετώπιση, ξεχωριστή διάθεση κατανόησης και σεβασμό.
Πολλοί οι μύθοι που συνδέονται με την θεά Δήμητρα. Ο γνωστότερος όλων η απαγωγή της κόρης της Περσεφώνης από τον Πλούτωνα. Η Δήμητρα ήταν μια πιστή και αφοσιωμένη στην κόρη της μητέρα. Τρυφερή και γλυκιά, έτρεφε για την Περσεφόνη μια ιδιαίτερη αδυναμία που αντικατοπτριζόταν στη μεταξύ τους σχέση. Μετα απο την απαγωγη και τις ακαρπες προσπαθειες της θεας να βρει την κορη της αγανακτά κι αποφασίζει να μην επιστρέψει στον Όλυμπο για να ζητήσει εξηγήσεις. Κατά τις περιπλανήσεις της κανείς δεν μπορεί να την αναγνωρίσει. Η κούραση και η εξάντληση είχαν αλλοιώσει τη θεϊκή της υπόσταση έτσι ώστε κανείς και τίποτα να μην μπορεί να την αντιληφθεί. Η Δήμητρα απογοητευμένη και αγανακτισμένη από τις συμφορές που τη βρήκαν κι από τις αντίξοες καταστάσεις που μέχρι τώρα βίωσε και βιώνει στέλνει σ' ολόκληρο τον κόσμο τη μεγαλύτερη δυστυχία που θα μπορούσε ποτέ να του έρθει. Αναγκάζει τους σπόρους να μείνουν κρυμμένοι μέσα στο χώμα και καθιστά τη γη άγονη κι ανίκανη να βλαστήσει. Ο Δίας βλέποντας την ανθρωπότητα να κινδυνεύει με αφανισμό, αναγκάζεται να ευαισθητοποιηθεί. Στέλνει πρωταρχικά τη χαριτωμένη Ίριδα στην Ελευσίνα για να πείσει τη Δήμητρα να επιστρέψει στον Όλυμπο, αλλά μάταια. Η θεά αποφασισμένη να μην αλλάξει στάση και συμπεριφορά, τη στέλνει πίσω άπραγη κι αυτήν όπως κι όλους τους υπόλοιπους μακάριους θεούς που πήγαν με τα δώρα τους για να την επισκεφτούν και να τη μεταπείσουν. Ο πατέρας των θεών βλέποντας τις προσπάθειές του να αποβαίνουν άκαρπες βρίσκεται σε πραγματικό αδιέξοδο. Μην μπορώντας να σκεφτεί τίποτε άλλο αποτελεσματικότερο αποφασίζει ο ίδιος να μεσολαβήσει· στέλνει τον Ερμή στον Πλούτωνα και καταφέρνει να τον πείσει ν' αφήσει την Περσεφόνη ελεύθερη να επιστρέψει στη μητέρα της. Ο Πλούτωνας υπακούει στα λόγια του μικρότερου αδερφού του και δέχεται να απελευθερώσει την όμορφη γυναίκα του, δεν αποκαλύπτει όμως τις ειλικρινείς του προθέσεις. Αποχαιρετώντας την Περσεφόνη ο αδίστακτος θεός του Κάτω Κόσμου της προσφέρει να φάει το γλυκό σπόρο κάποιου ροδιού έτσι ώστε να μη θελήσει ποτέ να επιστρέψει μόνιμα στη μητέρα της. Μετά τα αποχαιρετιστήρια, ο Ερμής παίρνει την όμορφη κόρη, ζεύει το άρμα του και την πηγαίνει στη μητέρα της στην Ελευσίνα. Η Δήμητρα αντικρίζοντας τη χαμένη της κόρη πέφτει στην αγκαλιά της πλημμυρισμένη από χαρά. Δεν μπορεί να πιστέψει τον ερχομό της κόρης της, όπως και δεν μπορεί να φανταστεί κάποια τίμια συναλλαγή μεταξύ των δύο αδερφών της. Γνωρίζοντας την εμμονή του Πλούτωνα κι έχοντας συναίσθηση του εγωισμού και του πείσματος που τον διακρίνει, ρωτά την κόρη της αν ο αδερφός της φεύγοντας της έδωσε τίποτα να φάει. Η Περσεφόνη, αθώα καθώς ήταν, περιγράφει στη μητέρα της με λεπτομέρειες το περιστατικό με το ρόδι. Ή Δήμητρα στενοχωρημένη καταλαβαίνει τη σημασία του γεγονότος και δηλώνει στην κόρη της ότι τώρα πια θα είναι υποχρεωμένη να μένει το ένα τρίτο του χρόνου κοντά στον άντρα της και τα υπόλοιπα δύο τρίτα κοντά της. Το αποτέλεσμα χωρίς να είναι το αναμενόμενο για μάνα και κόρη δεν τις αφήνει δυσαρεστημένες. Χαρούμενες που βρίσκουν μετά από τόση περιπέτεια και δυστυχία η μια την άλλη, δέχονται στο μεταξύ την επίσκεψη της Ρέας ύστερα από αίτημα του Δία. 
Η μητέρα των θεών ευχαριστημένη και ικανοποιημένη από το τελικό αντάμωμα, προτείνει ως μεσολαβητής του γιου της την επιστροφή και των δύο (Δήμητρας και Περσεφόνης) στον Όλυμπο. Κανείς τελικά δεν αρνιέται το συμβιβασμό. Η Δήμητρα δέχεται την πρόσκληση και εισακούει την παράκληση του Δία να θέσει τέρμα στις συμφορές που βρήκαν τη γη. Με την επιστροφή τους τα πάντα γίνονται όπως πριν και η φύση στο σύνολό της ανθίζει και καρποφορεί. Η Δήμητρα ευτυχισμένη πια δε στέκεται μόνο στο επίπεδο της φύσης και της ευφορίας της, αλλά επιπλέον αναλαμβάνει να διδάξει στους βασιλιάδες τις ιερές τελετές και να τους μυήσει στις μυστηριακές λατρείες. Ως προστάτιδα της καλλιέργειας και της γεωργίας η Δήμητρα λατρευόταν κυρίως σε αγροτικές περιοχές. Ήταν η προστάτιδα των γεωργών και αυτή την τιμούσαν όπως της άξιζε. Η λατρεία της θεάς Δήμητρας συνδέεται επίσης και με πολλές μυστηριακές τελετές του αρχαίου κόσμου, όπως τα Ελευσίνια μυστήρια, τελετές που είχαν ως σκοπό την κάθαρση και την εξύψωση της ανθρώπινης υπόστασης. 
Πηγή: http://www.agrocapital.gr/Category/Afieromata/Article/12270/-i-thea-tis-gewrgias-kata-tin-elliniki-mythologia-

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Η ιστορία του δέντρου της Ελιάς στην Αρχαία Ελλάδα (Μέρος Β') : Οι ποικιλίες του δέντρου και η χρήση του ξύλου

Ποικίλες ήταν οι χρήσεις του λαδιού για θρησκευτικούς σκοπούς. Με λάδι έκαναν σπονδές στους βωμούς, άλειφαν επιτύμβιες στήλες ή έσπενδαν πάνω σε ιερές πέτρες. Η αρχαία χρήση του λαδιού και του κρασιού στην ταφική τελετουργία έχει διατηρηθεί και στη χριστιανική θρησκεία.  Οι βρώσιμες ελιές αποτελούσαν βασικό στοιχείο της διατροφής, κυρίως όσων γευμάτιζαν εκτός σπιτιού εργαζόμενοι στην ύπαιθρο, σε ταξίδια, ή σε εκστρατείες. Οι ελιές προσφέρονται για τέτοια χρήση αφού μεταφέρονται εύκολα, δεν αλλοιώνονται και έχουν μεγάλη θρεπτική αξία. Σε διάφορες ανασκαφές έχουν βρεθεί κουκούτσια από ελιές που αποτελούν τροφικά κατάλοιπα. Οι αρχαίοι συγγραφείς σώζουν πληροφορίες για τη μεγάλη ποικιλία βρώσιμων ελιών. Θλασταί ελαίαι ήταν πιθανόν οι τσακιστές μαύρες ελιές, οι οποίες αναφέρεται ότι ήταν εύπεπτες. Κολυμβάδες ονομάζονταν οι ελιές που έπλεαν σε άλμη. Η κατανάλωσή τους ήταν διαδεδομένη. Οι αλμάδες ήταν παραπλήσια ποικιλία με τις προηγούμενες. Ισως πρόκειται για κολυμβάδες στο πρώτο στάδιο της επεξεργασίας τους με αλάτι. Γογγύλαι ονομάζονταν οι σφαιρικές ελιές, πιθανόν οι σημερινές καρυδοελιές. Δρυπετείς ήταν οι υπερώριμες ζαρωμένες ελιές, οι οποίες καταναλώνονταν χωρίς επεξεργασία. Οι μέλαιναι αναφέρεται από τον Αθήναιο ότι ήταν δύσπεπτες. Οι πιτυρίδαι ήταν μικρές, είχαν το χρώμα του πίτουρου και συλλέγονταν προτού ωριμάσουν. Οι στεμφυλίδες ήταν μαύρες ελιές από τις οποίες γινόταν το στέμφυλον, πολτός από τριμμένες ελιές, ο οποίος μαζί με μυρωδικά, λάδι και ξίδι έκανε το επίτυρον, το οποίο προφανώς καταναλωνόταν με τυρί. Η επεξεργασία μερικών ειδών ελιών για κατανάλωση δεν διέφερε από τη σημερινή. Μετά το ξεπίκρισμα με νερό και αλάτι παρέμεναν μερικές ώρες στο ξίδι και τελικά αποθηκεύονταν μέσα σε λάδι. Για άλλα είδη, αντίθετα, χρησιμοποιούσαν υλικά που είναι ασυνήθιστα για τη σημερινή πρακτική, δηλαδή μετά το ξεπίκρισμα αναφέρεται ότι τις έβαζαν σε ξίδι, βρασμένο κρασί και μέλι, προσθέτοντας διάφορα μυρωδικά, μάραθο, κύμινο, απήγανο, μέντα, κορίανδρο. 
Εκτός από το λάδι και τις ελιές, το ξύλο της ελιάς χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη, για ξυλοδεσιές στην αρχιτεκτονική, για εμπόλια στη σύνδεση κιόνων, για στειλεούς αγροτικών και άλλων εργαλείων, αλλά και για την κατασκευή ξοάνων θεών και άλλων ξύλινων αγαλμάτων.  Τα φύλλα και οι κλάδοι της ελιάς χρησιμοποιούνταν για στρώματα. Σε τέσσερις τάφους των Φερών του τέλους του 5ου αι. π.Χ., στους οποίους σώθηκαν πολλά οργανικά αντικείμενα, οι νεκροί είχαν τοποθετηθεί σε παχύ στρώμα από κλώνους ελιάς. Προφανώς αυτό συνέβαινε και σε άλλους τάφους στους οποίους τα οργανικά υλικά δεν διατηρήθηκαν. Στις Συρακούσες, σε περιπτώσεις ψηφοφορίας για εξοστρακισμό, το όνομα αυτού που ήθελαν να εξοριστεί γραφόταν με μελάνι πάνω σε φύλλα ελιάς (πεταλισμός). Σε κάποιες περιπτώσεις οστρακισμού, με φύλλα ελιάς ψήφιζαν και στη Βουλή των Αθηνών (εκφυλλοφορία).  Είναι επομένως σαφές ότι η ελιά ? για το λάδι, τις βρώσιμες ελιές, το ξύλο ακόμη και τα φύλλα της ? είχε κυρίαρχη παρουσία στην ιδιωτική και δημόσια ζωή των Ελλήνων. Αλλά και η ελληνική ύπαιθρος στην οποία κυριαρχούσαν τα ελαιόδενδρα αποτελούσε το θαυμάσιο σκηνικό της ζωής τους, το οποίο αναμφι βήτητα επέδρασε στην απέριττη και αρμονική αισθητική που ανέπτυξαν. Αυτή η εποχή του έτους είναι η εποχή συγκομιδής του καρπού, κατά την οποία ο πληθυσμός της ελληνικής υπαίθρου εργάζεται σκληρά στους ελαιώνες, όπως και οι πρόγονοί του από την αρχαιότητα ως σήμερα, θερμαίνοντας τις ψυχρές ημέρες με τις φωνές τους, τους ήχους των ραβδιών και των πριονιών και την ασταμάτητη μουσική του πολύτιμου καρπού που πέφτει στα πανιά. Οι αρχαίοι Έλληνες αγάπησαν την ελιά, θεοποίησαν την καταγωγή της και, όπως μας σώζει ο Αριστοτέλης, τιμωρούσαν με θάνατο όποιον την ξερίζωνε ή την κατέστρεφε. Ήταν σύμβολο ειρήνης και όποιος προσέφερε το κλαδί της γινόταν δεκτός με σεβασμό. Έτσι, το κρατούσαν στο χέρι τους οι απεσταλμένοι αγγελιαφόροι, για να ζητήσουν ανακωχή στα αντιμαχόμενα στρατεύματα και όποιος άλλος επιζητούσε συμφιλίωση και συνδιαλλαγή. Το λάδι ήταν βασικό είδος διατροφής στην Αττική από τον 6ο π.Χ. αιώνα και μετά. Ο νομοθέτης Σόλωνας με μια σειρά μέτρων εξασφάλισε θεαματική αύξηση της παραγωγής. Όσο αναπτύσσεται ο πολιτισμός, τόσο το ελαιόδεντρο γίνεται πολυτιμότερο και λαμβάνονται μέτρα για τη διαφύλαξή του. Ιδιαίτερα αυστηρή ήταν η ποινή σε όποιον τολμούσε να πειράξει ελιά και ιδιαίτερα τις «μορίες», τις ιερές ελιές που πίστευαν ότι προέρχονταν από την ελιά της θεάς Αθηνάς. «Κι αν κανείς ξερίζωνε ή απέκοπτε κάποια μορία ελιά δικαζόταν από τον Άρειο Πάγο κι αν ήταν ένοχος τον καταδίκαζαν σε θάνατο…» (Αριστοτέλης, Αθηναίων πολιτεία). Ακόμη κι αν το δέντρο ξεραινόταν κι έμενε μόνο ο κορμός, κανένας δεν μπορούσε να το πειράξει. 
Η διαδικασία παραγωγής του λαδιού γινόταν ως εξής: αρχικά, έλιωναν τις ελιές σε πέτρινο γουδί που είχε τρύπα στο πάτο για να φεύγει η αμόργη. Έπειτα τοποθετούσαν τον πολτό σε σακιά και τα μετέφεραν στο πιεστήριο. Η έκθλιψη γινόταν με τη βοήθεια ενός βάρους αναρτημένου με σκοινιά στην άκρη ενός δοκού. Το λάδι έτρεχε από σωλήνα σε πήλινο σκεύος. Το λάδι της πρώτης πίεσης προοριζόταν για τροφή, το δεύτερο για αλοιφές και το τρίτο για τα λυχνάρια. Στα κλασικά χρόνια ελαιώνες υπήρχαν κυρίως στην Κρήτη, στα νησιά του Ιονίου, στην Άμφισσα, στην Εύβοια, στη Λέσβο, στη Δήλο και τη Σάμο. Πολύ γνωστή είναι και η σχέση της ελιάς με αθλητικούς αγώνες και τελετές της αρχαίας Ελλάδας. Οι αθλητές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, το οποίο αφαιρούσαν όταν τελείωνε το αγώνισμα με τη βοήθεια μιας μεταλλικής «λεπίδας», την οποία ονόμαζαν στλεγγίδα. Το μοναδικό βραβείο για τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων ήταν ένα στεφάνι φτιαγμένο από τον «κότινο», δηλαδή την άγρια ελιά. Ο κότινος καθιερώθηκε ως έπαθλο ύστερα από χρησμό του μαντείου των Δελφών. Τον κότινο έκοβε πάντα από την «Καλλιστέφανο» ελιά ένα μικρό αγόρι, του οποίου ζούσαν και οι δύο γονείς. Έκοβε με χρυσό ψαλίδι τόσα κλαδιά, όσα ήταν και τα αγωνίσματα και τα πήγαινε στο ναό της Ήρας. Από εκεί τα έπαιρναν οι ελλανοδίκες, έφτιαχναν στεφάνια και τα πρόσφεραν στους νικητές. Το στεφάνι της ελιάς ήταν η μεγαλύτερη διάκριση για κάθε αθλητή αλλά και για κάθε απλό πολίτη, σύμβολο γαλήνης, γονιμότητας και ειρήνης.
Πηγή: http://www.kairatos.com.gr/elia.htm
http://eliagymamf.blogspot.gr/p/blog-page_8512.html

Η ιστορία του δέντρου της Ελιάς στην Αρχαία Ελλάδα (Μέρος Α') : Η μυθολογία και οι θεραπευτικές ιδιότητες στην υγεία

Σύμφωνα με τη μυθολογία την ελιά έφερε στους Ελληνες η Αθηνά, η οποία δίδαξε και την καλλιέργειά της. Είναι χαρακτηριστικό το γνωστό επεισόδιο της φιλονικίας της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα για το όνομα της Αθήνας. Στην Ακρόπολη υπήρχε η ιερή ελιά της Αθηνάς, η πρώτη ελιά που η θεά χάρισε στους Ελληνες, και στην Ακαδημία οι 12 ιερές ελιές, οι μορίαι, και ο ιερός ελαιώνας από τον οποίο προερχόταν το λάδι που δινόταν ως έπαθλο στους νικητές των Παναθηναίων. Ενδεικτικό της σημασίας της ελιάς για την Αθήνα είναι ότι οι Αθηναίοι στα νομίσματά τους απεικόνιζαν την Αθηνά με στεφάνι ελιάς στο κράνος της και έναν αμφορέα με λάδι ή ένα κλαδί ελιάς. Μια άλλη παράδοση αναφέρει ότι ο Ηρακλής (του οποίου το ρόπαλο ήταν από αγριελιά) έφερε βλαστάρι ελιάς από τη χώρα των Υπερβορείων (μυθικός λαός που οι Ελληνες πίστευαν ότι κατοικούσε πέρα από τον Βορρά ή κατά άλλη ερμηνεία στον ουρανό) και το φύτεψε στην Ολυμπία. Με τα κλαδιά του κοτίνου, της αγριελιάς αυτής, στεφανώνονταν οι ολυμπιονίκες. Με κλάδους ελιάς ήταν στεφανωμένο και το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία, έργο του Φειδία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Το λάδι αποτελούσε σημαντικότατο παράγοντα της αρχαίας ελληνικής οικονομίας. Οι Σπαρτιάτες εισβάλλοντας στην Αττική κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο κατέστρεψαν τους ελαιώνες της, αλλά και οι Αθηναίοι με τον Περικλή έκοψαν τα ελαιόδενδρα των πεδιάδων της Κυνουρίας και της Αργολίδος. Οι αρχαίες πηγές αναφέρουν αρκετές παρόμοιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εχθρικός στρατός με την καταστροφή των ελαιοδένδρων έπληττε την οικονομία του τόπου για πολλά χρόνια έως ότου ξανααναπτυχθεί ο ελαιώνας. Κάποιες φορές η μεγάλη παραγωγή λαδιού δεν ήταν ευλογία για τον τόπο. Στην περίπτωση της Θυρεάτιδος ο πλούτος της πεδιάδας σε λάδι φαίνεται ότι αποτέλεσε μία από τις αιτίες συγκρούσεων μεταξύ Σπάρτης και Αργους επί εννέα αιώνες. 
Το πλεόνασμα της παραγωγής αποθηκευόταν σε μεγάλους πήλινους πίθους ή διακινούνταν μέσω χερσαίου και θαλασσίου εμπορικού δικτύου, με κύριο προορισμό την αγορά του Ευξείνου Πόντου. Για τη χερσαία μεταφορά του, χρησιμοποιούσαν ασκούς φορτωμένους σε υποζύγια, ενώ για τη θαλάσσια το συσκεύαζαν σε οξυπύθμενους αμφορείς. Φημισμένο ήταν το ανοιχτόχρωμο λάδι της Σάμου και των Θουρίων της Μεγάλης Ελλάδας. Σε κακές χρονιές όμως οι περιοχές που παρήγαν λάδι όχι μόνο δεν είχαν πλεόνασμα να εμπορευτούν, αλλά υπήρχε τόση έλλειψη, ώστε θεωρούσαν ευτυχές το να βρουν λάδι στην αγορά για την κάλυψη των αναγκών τους. Σε ψήφισμα του 2ου αι. π.Χ. οι Αθηναίοι τίμησαν έναν έμπορο λαδιού που είχε σταθμεύσει στον Πειραιά, γιατί δέχθηκε να πουλήσει σ' αυτούς το φορτίο των 56.000 λίτρων λαδιού που προόριζε αρχικά για τον Βόσπορο. Το λάδι αποτελούσε από την αρχαιότητα βασικό στοιχείο της ελληνικής διατροφής. Τρεις ήταν οι ποιότητες λαδιού. Ωμοτριβές ή ομφάκινον ονομαζόταν το αρίστης ποιότητας και εξαγόταν από ελιές αγουρωπές, χωρίς ξεθέρμισμα. Το δεύτερον γεύματος ήταν το καλής ποιότητας λάδι. Χυδαίον έλαιον χαρακτήριζαν το κατώτερης ποιότητας λάδι από ελιές υπερώριμες ή χτυπημένες. Το λάδι εκτός από βασική τροφή αποτελούσε απαραίτητη καύσιμη ύλη για φωτισμό, αφού με λάδι έκαιγαν οι λύχνοι. Αυτή η χρήση του επιβιώνει σήμερα στα καντήλια. Διαδεδομένη επίσης ήταν η χρήση του στη σωματική υγιεινή. Επάλειψη του σώματος με λάδι προστάτευε από τον ήλιο ή το ψύχος. Μετά το λουτρό γινόταν επάλειψη του σώματος και της κόμης με αρωματικό λάδι, καθώς αυτό ήταν το βασικό συστατικό πολλών αρωμάτων. Η παραγωγή αρωματικού λαδιού στην Ελλάδα μαρτυρείται στη μυκηναϊκή εποχή από τις πινακίδες Γραμμικής Β' της Πύλου. Επίσης ο Θεόφραστος στο έργο του Περί Οσμών και ο Διοσκουρίδης σώζουν πληροφορίες για τα υλικά και τις συνταγές παραγωγής αρωματικού λαδιού. 
Το λάδι χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα και για τις θεραπευτικές ιδιότητές του. Στον Ιπποκράτειο Κώδικα αναφέρονται περισσότερες από 60 φαρμακευτικές χρήσεις του. Ηταν κατάλληλο για τη θεραπεία δερματικών παθήσεων, ως επουλωτικό και αντισηπτικό σε τραύματα, εγκαύματα και γυναικολογικές ασθένειες. Πιθανόν χρησίμευε και ως μέσον αντισύλληψης. Επίσης το χρησιμοποιούσαν ως εμετικό αλλά και για προβλήματα των αφτιών. Ως τροφή βοηθούσε την αντιμετώπιση καρδιακών παθήσεων. Εκτός από το λάδι, για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες χρησιμοποιούσαν και τα φύλλα και άνθη της ελιάς, από τα οποία παρασκεύαζαν αφέψημα που το χρησιμοποιούσαν ως κολλύριο, για την αντιμετώπιση της φλόγωσης των ούλων και του έλκους του στομάχου. Το λάδι χρησιμοποιούνταν επίσης και ως λιπαντικό, π.χ. σε μετάλλινους μηχανισμούς ή ξύλινα εξαρτήματα. Για τη συντήρηση του ελεφαντοστού, του δέρματος και του μετάλλου χρησιμοποιούσαν αλοιφή με βάση το λάδι. Η συντήρηση του χρυσελεφάντινου αγάλματος του Διός στην Ολυμπία, σύμφωνα με πληροφορίες των πηγών, γινόταν με
λάδι.
Πηγή : http://www.kairatos.com.gr/elia.htm

Η αγροτική ζωή στην Αρχαία Ελλάδα (Μέρος Β') : Τα δημητριακά και τα δέντρα

Aπό την 7η χιλιετία στην Ανατολική Μεσόγειο εμφανίζονται πολιτισμοί οι οποίοι στηρίζουν την οικονομία τους στη γεωργία, με τα δημητριακά να κατέχουν ιδιαίτερα σημαντική θέση στις διατροφικές προτιμήσεις των ανθρώπων, αποτελώντας το θεμέλιο της διατροφικής πυραμίδας. Η λέξη δημητριακά γενικά δήλωνε το καθετί αλεσμένο, αλλά κατά κύριο λόγο τα παράγωγα του σίτου, από την κατάλληλη επεξεργασία του οποίων προέρχονταν τα άλευρα. Στην περιοχή αυτή της Μεσογείου συνηθέστερα δημητριακά ήταν ο σίτος ως μονόκοκκος, απόγονος αυτοφυούς μορφής - triticummonococcum - ως δίκοκκος και σκληρός - triticumdicoccum και triticumdurum - και τέλος ως σπελτοειδής και κοινός - triticum spelta και triticumaestivum L. - καθώς και η δίστοιχη ή εξάστιχη κριθή Τα είδη αυτά ενδείκνυνται για ξηρά εδάφη και δεν απαιτούν βαθύ σκάψιμο, γεγονός που είχε άμεση σχέση και με το αρχαίο ελληνικό άροτρο που ουσιαστικά σβάρνιζε το έδαφος του αγρού. Στην αρχαία Ελλάδα το κριθάρι το οποίο για μεγάλο διάστημα χρησιμοποιούνταν ως τροφή για ζώα και ανθρώπους, χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή της λεγόμενης μάζας, δηλαδή για την παρασκευή ενός είδους γλυκίσματος σε μορφή αρτοσκευάσματος. Γενικά το κριθάρι δεν ήταν τόσο κατάλληλο όσο το σιτάρι για την παρασκευή ψωμιού, καθώς τα έλυτρα που περιέχονταν στον καρπό του δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν στο αλώνισμα. Το κριθάρι επίσης υφίστατο ένα είδος ψησίματος πριν το ξεφλούδισμά του, γεγονός που κατέστρεφε σημαντικά τη γλουτένη του καρπού του, καθιστώντας το ακατάλληλο για ψωμί με προζύμι. Έτσι το κριθαρένιο ψωμί θεωρούνταν, κατώτερης ποιότητας ψωμί και κατά συνέπεια ήταν το "ψωμί για τους σκλάβους" όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αθήναιος (7, 304 b). 
Tα δέντρα κατά καιρούς ανανεώνονταν και φυτεύονταν νέα. Ο Θεόφραστος αναφέρει ότι εάν το μόσχευμα δεν είχε ρίζες ή το κάτω τμήμα του κορμού, το ξύλο θα έπρεπε να σχίζεται και να φυτεύεται βάζοντας πάνω του μία πέτρα. Τα δέντρα τα οποία φυτεύονταν με κομμάτια από το στέλεχος, έπρεπε να έχουν μήκος τουλάχιστον μία σπιθαμή, να διατηρούν το φλοιό τους και να φυτεύονται με το κομμένο μέρος προς τα κάτω. Από τα κομμάτια αυτά αναπτύσσονταν βλαστοί που χρειάζονταν, καθώς μεγάλωναν, νέο χώμα μέχρι την πλήρη ανάπτυξή τους. Ο Ξενοφών συστήνει το σκάψιμο βαθιών λάκκων για την ελιά και το δέσιμο των βλασταριών σε υποστηρίγματα. Για να γίνει ένα άγριο δέντρο ήμερο, χρησιμοποιούνταν δύο είδη μπολιάσματος, το ενοφθαλμίζειν; και το φυτεύειν. Η πρακτική του φυτέματος των πυρήνων αποφεύγονταν γιατί αργούσε πολύ να αναπτυχθεί το νέο δέντρο, ενώ ήταν και κατώτερο από το παλιό. Η κοπριά που χρησιμοποιούνταν ήταν ή ζωικής προέλευσης ή φυτικής, από άχυρα, φύλλα, χόρτα και λάσπη. Κάποια δέντρα απαιτούσαν ελαφριά κοπριά και κάποια καυστική. Ο Θεόφραστος αναφέρει πως η ελιά, η μυρτιά και η ροδιά απαιτούσαν την πιο καυστική κοπριά και το περισσότερο νερό. Η καλύτερη κοπριά θεωρούνταν του ανθρώπου, δεύτερη των χοίρων και έπειτα των αιγοπροβάτων, των βοδιών και των υποζυγίων. Επειδή η κοπριά έκαιγε τα σπαρτά, πιθανόν στην περίπτωση αυτή να χρησιμοποιούνταν φυτική κοπριά και στις δεντροκαλλιέργειες να χρησιμοποιούνταν ζωική. 
Ο καθηγητής Αρχαιολογίας Π. Φάκλαρης παραθέτει σειρά στοιχείων που μαρτυρούν την παρουσία του ελαιόδενδρου στον ελλαδικό χώρο από τη Νεολιθική ακόμη εποχή και αποδεικνύουν την κυρίαρχη σημασία που είχαν για τους Ελληνες το ελαιόλαδο, η βρώσιμη ελιά, το ξύλο, ακόμη και τα φύλλα του δένδρου. Η εξέταση των αρχαιολογικών στοιχείων που αφορούν τη χρήση και τη σημασία της ελιάς στην αρχαιότητα επιβεβαιώνει ότι αυτή αποτελούσε ένα από τα χρησιμότερα και πιο αγαπητά δέντρα των Ελλήνων, λόγω της ιερότητός της, της οικονομικής σημασίας της και των ποικίλων χρήσεων των προϊόντων της στην καθημερινή και στη θρησκευτική ζωή. Παλαιότερα είχε υποστηριχθεί εσφαλμένα ότι η καλλιέργειά της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Παλαιστίνη. Νεότερα στοιχεία που προέκυψαν από ανάλυση γύρης μαρτυρούν την παρουσία της στον ελλαδικό χώρο από τη νεολιθική εποχή. Συστηματική καλλιέργειά της πιστοποιήθηκε και στη μυκηναϊκή περίοδο σε διάφορα σημεία της Ελλάδας. Αλλά και οι πινακίδες της Γραμμικής Β' από τα αρχεία των ανακτόρων Κνωσού, Πύλου και Μυκηνώνν μαρτυρούν την οικονομική σημασία της κατά τον 14ο και τον 13ο αι. π.Χ. Στην Κνωσό και στις Αρχάνες βρέθηκαν μέσα σε αγγεία κουκούτσια από ελιές, ενώ στη Ζάκρο βρέθηκαν ολόκληρες ελιές με τη σάρκα τους, που χρονολογούνται περί το 1450 π.Χ. Επίσης κουκούτσια ελιάς βρέθηκαν σε τάφους της Μεσαράς, ενώ σε άλλα σημεία της Κρήτης βρέθηκαν ελαιοπιεστήρια υστερομυκηναϊκής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου (1450-1200 π.Χ.). Ελιές απεικονίζονται και σε έργα τέχνης της εποχής αυτής. Μια τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού του 16ου αι. π.Χ. αποτελεί θαυμάσια απεικόνιση ελαιώνα, ενώ τα χρυσά ποτήρια από τον μυκηναϊκό τάφο του Βαφειού Λακωνίας (16ος αι. π.Χ.). 
κοσμούνται με παράσταση ελαιοδένδρων.
Πηγή : http://www.tmth.gr/sciencerelated/64-arxaia-elliniki-technology/386-agrotiki-kalliergeia
http://www.kairatos.com.gr/elia.htm

Η αγροτική ζωή στην Αρχαία Ελλάδα (Μέρος Α') : Η οικονομία και οι μέθοδοι

Η οικονομία της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας ήταν μεικτή, βασιζόμενη στην καλλιέργεια των αγρών, καθώς και στην ενασχόληση με την κτηνοτροφία. Η καλλιέργεια και η συγκομιδή των δημητριακών, αλλά και η συλλογή των καρπών και των φυτών, άγριων και καλλιεργημένων, παράλληλα με την άσκηση της κτηνοτροφίας συνέθεταν την οικονομία της αρχαίας ελληνικής πόλης. Η ιδιοκτησία της γης άλλωστε καθόριζε και την πολιτική διοίκησή της, όπως συνέβαινε για παράδειγμα στην Αθήνα του Σόλωνα, όπου οι Αθηναίοι χωρίζονταν σε τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους που υπολογιζόταν σε μεδίμνους σιτηρών, με βάση δηλαδή τη μονάδα χωρητικότητας των στερεών και ιδίως του σιταριού (πεντακοσιομέδιμνοι, τριακοσιομέδιμνοι, διακοσιομέδιμνοι). Η αγροτική καλλιέργεια, καθώς και οι μέθοδοι βάσει των οποίων ο γεωργός καλλιεργούσε ανέκαθεν τη γη, καθορίζονταν από διάφορους παράγοντες όπως το έδαφος, το κλίμα, αλλά και το υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό. Η σταδιακή αύξηση του πληθυσμού ήταν αυτή που με τον καιρό οδήγησε στην εντατικότερη καλλιέργεια της γης, καθώς και στην εξημέρωση των προϊόντων της. Οι αρχαίοι γεωργοί που καλλιεργούσαν τα μικρά σχετικά χωράφια τους με τη βοήθεια των μελών της οικογένειάς τους, είχαν στη διάθεσή τους συνήθως έναν ή δύο σκλάβους και ελάχιστα σχετικά εργαλεία, με ένα από τα κυριότερα από αυτά να είναι το άροτρο. Η οργάνωση της αγροτικής εργασίας ήταν άμεσα εξαρτώμενη από το εποχιακό ημερολόγιο. Το έτος χωριζόταν σε τρεις εποχές, στο χειμώνα που διαρκούσε από το Νοέμβριο έως το Φεβρουάριο, την άνοιξη που κρατούσε μέχρι τον Ιούνιο και το καλοκαίρι που διαρκούσε έως τον Οκτώβριο.

Τα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούνταν για την αρχαία αγροτική καλλιέργεια παρέμειναν μέσα στα χρόνια βασικά τα ίδια, χωρίς ιδιαίτερα σημαντικές εξελίξεις. Κάποιες από τις διαφοροποιήσεις όμως που σημειώνονται σε σχέση με αυτά, αντικατοπτρίζουν τη συνθετότητα των εργασιών που έπρεπε να υλοποιηθούν, την ανάγκη για πιο γρήγορη εκτέλεση της εργασίας ή και τις διάφορες τοπικές προτιμήσεις. Οι αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν ως προστάτιδα της καλλιέργειας της γης τη θεά Δήμητρα. Θεωρούσαν πως η θεά στεκόταν δίπλα τους από τη στιγμή που άρχιζαν να οργώνουν το χωράφι μέχρι και τη στιγμή που συγκέντρωναν τον καρπό στις αποθήκες. Η Δήμητρα ήταν η θεά των σιτηρών και αυτή που διαχώριζε το σιτάρι από το άχυρο. Η αρχαία ελληνική γραμματεία μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες σε σχέση με το όργωμα, τη σπορά, το θερισμό, το αλώνισμα και το λίχνισμα, σε αντίθεση με την αρχαία αγγειογραφία η οποία σπάνια απεικονίζει σχετικές σκηνές αγροτικής ζωής. Aπό τα ομηρικά έπη και στο πλαίσιο του ιδεώδους της αυτάρκειας του οίκου, γίνεται αντιληπτό πως οι άνθρωποι ασκούσαν μεικτή οικονομία με καλλιέργεια αμπελιών, σιτηρών, ελιών και άλλων οπωροφόρων, παράλληλα με την κτηνοτροφία. Όλα τα απαραίτητα προϊόντα έπρεπε να παραχθούν στα πλαίσια του οίκου με τη συμμετοχή των μελών της οικογένειας. Βασικό ρόλο έπαιζε η καλλιέργεια του σιταριού και συμπληρωματική αξία είχε η καλλιέργεια των οπωροφόρων και των λαχανικών. Γενικά η καλλιέργεια της γης ήταν στην αρχαιότητα μία παράμετρος εξαιρετικά σημαντική, καθώς το 80% των κατοίκων σε μία συνήθη πόλη κράτος ήταν γεωργοί. Στην κλασική περίοδο για παράδειγμα σχεδόν 300.000 άτομα ζούσαν στην περιοχή της Αττικής και της Αθήνας, ενώ με βάση το Θουκυδίδη (2.16) η πλειοψηφία αυτών ζούσε στην ύπαιθρο. Η καλλιεργημένη γη στην αρχαιότητα ονομαζόταν αγρός σε αντίθεση με το άστυ. Πίονες αγροί ονομάζονταν αυτοί που σχετίζονταν περισσότερο με τη βοσκή των ζώων παρά με τη γεωργία. Τα όρια των αγρών ορίζονταν με τους όρους, ενώ μονάδα μέτρησης ήταν το πλέθρο, ίσο με 100 πόδες. 
Ο κήπος προορίζονταν για τα οπωροφόρα δέντρα ή τα αμπέλια, η πρασίη ήταν μικρός οριοθετημένος χώρος για την καλλιέργεια των λαχανικών και ο λειμών προορίζονταν για τη βοσκή των ζώων. Τα εδάφη που καλλιεργούνταν χωρίζονταν στα δύο. Το ένα τμήμα ήταν αυτό που καλλιεργούνταν και το άλλο αυτό που παρέμενε σε αγρανάπαυση. Νειός αποκαλούνταν το χωράφι αυτό το οποίο θα σπέρνονταν πρώτη φορά μετά την αγρανάπαυση. Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι το χωράφι στο διάστημα μεταξύ του τελευταίου θερισμού και της επόμενης σποράς το όργωναν τρεις με τέσσερις φορές την άνοιξη και το καλοκαίρι. Η άροση γενικά ήταν μία δύσκολη εργασία που κατά τον Ησίοδο γινόταν από έμπειρο γεωργό περίπου 40 ετών, χωρίς διακοπές, σε ευθείες σειρές. Την όλη διαδικασία βοηθούσε δούλος που ακολουθούσε από πίσω και σκέπαζε τους σπόρους με τη μάκελλα. Τα ζώα τα οποία ζεύονταν στο άροτρο ήταν κατά προτίμηση ταύροι εννέα ετών, αν και στην αγγειογραφία απεικονίζονται και ημιόνοι.
Πηγή : http://www.tmth.gr/sciencerelated/64-arxaia-elliniki-technology/386-agrotiki-kalliergeia

Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων (Μέρος ΣΤ') : Το απαραίτητο μέλι, τα αγαπημένα φρούτα και το κρέας από κυνήγι

Μια και η ζάχαρη ήταν άγνωστη στους αρχαίους, το μέλι ήταν κάτι από τα απαραίτητα για την καθημερινή διατροφή τους και βέβαια για τα γλυκίσματά τους που ήταν αγαπητά σε όλους. Το μέλι ήταν γι’ αυτούς θείο δώρο, αφού πίστευαν πως έπεφτε από τον ουρανό, με την πρωινή δροσιά, πάνω στα λουλούδια και στα φύλλα και από εκεί το μάζευαν οι μέλισσες. Την άποψη αυτή, σήμερα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε αφελή, τότε όμως το μέλι ήταν τόσο πολύτιμο και απαραίτητο γι’ αυτούς, που κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφθεί κάτι τέτοιο. Τις θρεπτικές ιδιότητες του μελιού, δεν τις αγνοούσε φυσικά κανένας, γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, όλο έπαινοι ακούγονταν. Κι εξυμνούσαν, κυρίως, το μέλι της Αττικής, το περίφημο θυμαρίσιο μέλι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως μόνο στην Αττική υπήρχε μέλι. Η μελισσοκομία ανθούσε σε πολλά μέρη, στα νησιά και στην Αίγυπτο. Το μέλι ήταν τόσο σημαντικό για τους αρχαίους, που αρκετές φορές γέμιζαν μεγάλους αμφορείς με αυτό και τ’ ανακάτευαν με κρασί για να κάνουν τις σπουδές, τόσο στους θεούς που τιμούσαν, όσο και στις ψυχές των νεκρών. Μετά από αυτό, πόσο πολύτιμη θεωρούσαν την αξία του. Η αγάπη των αρχαίων για τα φρούτα θεωρείται φυσικά αναμφισβήτητη, αφού ήταν απαραίτητα για τη διατροφή τους. Για να υπάρχουν όμως τα φρούτα απαραίτητο ήταν το γλυκό μεσογειακό κλίμα που ευνοούσε την ανάπτυξη όλων σχεδόν των δέντρων. Παρόλα αυτά, ορισμένα φρούτα, όμως, όπως είναι τα πορτοκάλια, τα βερίκοκα, τα μανταρίνια, τα ροδάκινα, τα τζάνερα και άλλα ήταν άγνωστα στο διαιτολόγιο των αρχαίων. Έτσι η πληθώρα των φρούτων, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές, ήταν βέβαια κάτι το αδιανόητο για αυτούς. 
Η αγάπη για τα φρούτα όμως έπεισε πολλούς ποιητές, ότι αξίζει ν’ αφιερωθούν μερικοί στίχοι σ’ αυτά. Ακόμη, οι αρχαίοι συγγραφείς έλεγαν κάρυα όλους τους καρπούς με τον σκληρό φλοιό. Η Δαμασκός της Συρίας, αναφέρουν κάποιοι πως ονομάστηκε έτσι από τα καλά δαμάσκηνα που έβγαιναν στα μέρη της. Οι Ρόδιοι και οι Σικελοί έλεγαν τα δαμάσκηνα «βράβυλα», άλλοι τα έλεγαν «κοκκύμπλα», ενώ ένας ποιητής-συγγραφέας ο Θεόφραστος ο Συρακόσιος μιλάει για «δαμάσκηνα και σποδιάς», ένα είδος από άγρια δαμάσκηνα. Τα μήλα ήταν επίσης γνωστά στους αρχαίους, όχι όμως με την πλούσια ποικιλία που παρουσιάζονται σήμερα στην αγορά. Τα γλυκά μήλα τα έλεγαν «Ορβικλάτα» και τα πιο ζουμερά «σητάνια» ή «πλατάνια». Περίφημα ήταν τα μήλα της Κορίνθου, που παλαιότερα λέγονταν και Εφύρη ή Εφύρα. Πάντως, η πορτοκαλιά, που πατρίδα της θεωρείται η νοτιοανατολική Ασία, ήταν άγνωστη για τους αρχαίους αφού έγινε γνωστή στην Ευρώπη το 16ο αιώνα. Ένα άλλο φρούτο που υπήρχε, όμως, στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα κυδώνια που τα έλεγαν «στρουθία» και «κοδύματα». Τα ροδάκινα που ήταν γνωστά στους Πέρσες ονομάζονταν «κοκκύμπλα», με το ίδιο όμως όνομα αναφέρονται και τα δαμάσκηνα. Από τα πιο περιζήτητα φρούτα ήταν βέβαια τα σταφύλια, αλλά όσοι τα καλλιεργούσανε τα βλέπανε περισσότερο σαν κρασί. Το πιο αγαπημένο φρούτο των αρχαίων ήταν όμως τα σύκα. Και τα πιο περίφημα ήταν τα σύκα της Αττικής, κάτι που ύμνησαν αρκετοί. Γι’ αυτό και ο Ίστρος (ένας γραμματικός, ποιητής και ιστορικός από την Κυρήνη) λέει στα «Αττικά» ότι «τα σύκα της Αττικής, που θεωρούνται και τα καλύτερα, δεν πρέπει να εξάγονται, ώστε να τα απολαμβάνουν μόνο οι Αθηναίοι...». Ακόμη αναφέρει, πως πολλοί όμως έκαναν μυστικά την εξαγωγή. 
Η αγάπη και η εκτίμηση των αρχαίων για τα σύκα ασφαλώς μας εντυπωσιάζει, αφού πολλοί ποιητές και συγγραφείς έχουν αναφερθεί με πολύ μεγάλο θαυμασμό σ’ αυτά. Τα σύκα υπήρχαν σε αφθονία και σε μεγάλη, για εκείνη την εποχή, ποικιλία. Τα πιο γνωστά ήταν τα χελιδώνια σύκα, οι αγριοσυκιές γενικά, οι λευκοαγριοσυκιές, οι φιβαλέους και οι οπωροβασιλίδας. Γνωστά επίσης ήταν τα ασπρόσυκα τα οποία τα έλεγαν «λευκερινεά» και μερικά που είχαν ξινή γεύση «οξάλια». Φημισμένα ήταν και τα ροδίτικα σύκα, που ο Σαμιώτης κωμωδιογράφος Λυγκεύς τα συγκρίνει, στις «Επιστολές» του, με τα σύκα της Αττικής. Αλλά και τα σύκα της Πάρου τα σύγκριναν με άλλα αγριόσυκα για να φανεί η νοστιμάδα τους. Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν διάφορα είδη σύκων. Ο Φιλήμων, στις «Αττικές λέξεις», αναφέρεται στα βασιλικά σύκα. Στην Αχαΐα ήταν συκιές που ωρίμαζαν το χειμώνα και οι καρποί τους λέγονταν «κοδώνια σύκα». Μερικές συκιές καρποφορούσαν δύο φορές το χρόνο, και λέγονταν «δίφορες». Μερικοί μάλιστα συζητούσαν και για τρίφορη συκιά (φρούτα τρεις φορές το χρόνο) που έβγαινε όμως μόνο στη νήσο Κέα. Το σύκο ήταν τόσο αγαπητό στους αρχαίους αλλά και στους απογόνους τους, που έχουν πάρει το όνομα του αρκετά χωριά στην εποχή μας. Το κυνήγι, κυρίως με τα τόξα, το αγαπούσαν όλοι οι... πολεμιστές, αφού ήταν άφθονο στην αρχαία εποχή και υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις όπου δεν πατούσε ανθρώπινο πόδι. Τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν ήταν κυρίως μικρά πιτσούνια και τυφλωμένα περιστεράκια! Οι αρχαίοι έτρωγαν όχι μόνο τα περιστέρια αλλά όλα τα πετούμενα, ακόμη και τα μικρά σπουργίτια, εκτός απ’ τα κοράκια, με το σκληρό και στυφό κρέας τους. Απέφευγαν όμως να τρώνε και τα ορτύκια, αφού τα φυλάγανε για τις αξιολάτρευτες ορτυκομαχίες τους μια και το χρήμα είχε και αυτό την τιμητική του θέση στην κοινωνία. Τα προϊόντα του κυνηγιού ήταν ακόμη, κυρίως, τσίχλες, συκοφάγοι, κοτσύφια, πέρδικες, ψαρόνια, αγριόπαπιες, χήνες κ.λ.π. Αλλά από τα πιο ζηλευτά θηράματα ήταν οι αγριόχοιροι, τα ελάφια και τα ζαρκάδια, που ζούσαν τότε σ’ όλα τα ελληνικά βουνά. Τέλος, τα αγαθά του κυνηγιού θεωρούνταν βέβαια από τους αρχαίους ως τα πιο νόστιμα. Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων όπως φαίνεται ήταν πλήρης αν αναλογιστούμε τις τροφές που υπήρχαν τότε. Και οι Έλληνες δείχνουν να ήταν περισσότερο καλοφαγάδες παρά λιτοδίαιτοι, αφού στα συμπόσια τους τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από πλήθος διαφόρων τροφών, και γευμάτων. Εξάλλου, οι αρχαίοι έλεγαν πως ένα υγιές και καλό μυαλό πρέπει να βρίσκεται μέσα σε ένα υγιές σώμα. Δηλαδή όσο σημαντικό θεωρούσαν την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, τόσο σημαντικό θεωρούσαν και την καλή και σωστή διατροφή του. Η εργασία αυτή με βοήθησε αρκετά να μάθω περισσότερα απ’ όσα γνώριζα για το διαιτολόγιο των προγόνων μας. Ήταν για μένα αρκετά σημαντική αφού μου πρόσφερε αρκετές πληροφορίες και γνώσεις για τη ζωή, γενικά, των αρχαίων Ελλήνων.
Πηγή : http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2013/06/blog-post_9468.html

Δεκαοχτούρα και Καρακάξα : Τα άγρια πτηνά κυρίαρχοι των ουρανών των ελληνικών πόλεων

Κατά τα λεγόμενα του κ. Σταύρακα, 150 είδη πουλιών παρατηρούνται στο κέντρο. Στον Λυκαβηττό έχουν καταγραφεί γύρω στα 90, στον Εθνικό Κήπο γ...