Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Κρι Κρι :Το αγρίμι της Κρήτης που υπάρχει 10 χιλιάδες χρόνια

Επιστημονική Ονομασία: Capra aegagrus cretica
Κατανομή : Κρήτη και κάποια μικρά κοντινά νησιά.
Διατροφή: Φυτοφάγο. Φύλλα θάμνων και δέντρων, χόρτα.
Βιότοπος:  Απόκρημνες ορεινές περιοχές
Βάρος: αρσενικό:  45-90 κιλά, θηλυκό:  25-55 κιλά
Διαστάσεις: 1,29-1,52μ. ύψος 55-90εκ
Κυοφορία:  Κυοφορία 150-160 μέρες, 1-2 μικρά
Διάρκεια ζωής: ~22
Κοινωνική δομή: ομάδες 5-25 ατόμων με ένα αρσενικό και πολλά θηλυκά και τα μικρά τους.
Πληθυσμός στη Ελλάδα: ~2.000
Κατάσταση IUCN στην Ελλάδα:  Κινδυνεύον
Απειλές: Διασταύρωση με οικόσιτα κατσίκια και παράνομο κυνήγι.
Γνωρίζετε ότι: Είναι ενδημικό είδος της Κρήτης όπου το συναντάμε στα Λευκά Όρη και σε κάποια μικρά νησιά γύρω από την Κρήτη. Επίσης, έχει εισαχθεί σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας. Το κρι-κρι εισήχθη τη Νεολιθική Εποχή από την Ασία στην Κρήτη και αργότερα διασταυρώθηκε με οικόσιτα κατσίκια. Ωστόσο, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα άγρια χαρακτηριστικά των συγγενικών του ειδών της Ασίας.


Το αγρίμι της Κρήτης είναι αυτό το πανέμορφο, γρηγορότατο και περήφανο ζώο που κινδύνευσε να εξαφανιστεί. Στη δεκαετία του 1960 υπολογίζετο ότι ζούσαν γύρω στα 200 ζώα. Την εποχή εκείνη υπηρετούσε στα Χανιά ως εισαγγελέας εφετών ο Γεώργιος Γιαννακόπουλος και αφύπνισε για τη διάσωση του θησαυρού των Λευκών Ορέων. Ύστερα από τις ενέργειες του ανθρώπου αυτού, καθώς και τις επαρχίας Σφακίων, με το Β.Δ. 781/1962 ανακηρυχθηκε εθνικός δρυμός μια έκταση 48500 στρέματα . Στην εποχή μας ο αριθμός αυτού του ζώου φτάνει τις 2000. Υπολογίζεται ότι το φαράγγι της Σαμαριάς, όπου απαντάται το αγρίμι δημιουργήθηκε πριν 14000000 χρόνια. Τώρα έχει πλουσιότατη βλάστηση και τοπία που μοιάζουν με ζωγραφικούς πίνακες.Το μήκος του είναι μέχρι 1,30-1,40 μέτρα και το αρσενικό φτάνει τα 40 κιλά. Το θηλυκό γίνεται μικρότερο και τα νύχια του είναι όπως της κατσίκας, με την οποία συγγενεύει και με την οποία διασταυρώνεται. Έχουν χρώμα καφετί, το οποίο, κατά την εποχή του ζευγαρώματος τον Οκτώβριο και Νοέμβριο, γίνεται ανοιχτότερο. Στα 10 χρόνια, εποχή κατά την οποία αρχίζει το γήρας το χρώμα τους ανοίγει και πάλι. Έχουν μεγάλο γένι. Το αγρίμι μπορεί να πηδήξει και πάνω από 8 μέτρα.
Είναι φυτοφάγο μηρυκαστικό, αρτιοδάχτυλο. Τα κέρατα του αρσενικού φτάνουν το 1 μέτρο. Στη ράχη τους έχουν μια σκούρα καφετί γραμμή από το κεφάλι μέχρι την ουρά. Η κύησή τους κρατά 5 μήνες. Το αγρίμι της Κρήτης, το επονομαζόμενο κρι-κρι, είναι το πιο χαρακτηριστικό ζώο της κρητικής πανίδας και αποτέλεσε από αρχαιοτάτων χρόνων σύμβολο κρητικής λεβεντιάς. Στην Κρήτη το συναντάμε σε απόκρημνους βράχους και γκρεμούς φαραγγιών, όπου σκαρφαλώνοντας βρίσκει χόρτα και χαμόδεντρα από τα οποία διατρέφεται.


Παλαιοί βοσκοί λένε ότι ο ιδανικότερος τόπος για τ’ αγρίμι, είναι το φαράγγι της Αγίας Ειρήνης. Έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται και από πλευράς χρώματος με το φυσικό του περιβάλλον. Παρά το πολυγαμικό του χαρακτήρα του, το αρσενικό παρουσιάζει μοναχική συμπεριφορά κατά την εποχή του ζευγαρώματος. Ο αίγαγρος θεωρείτε πρόγονος της κατσίκας, την ξεπερνά όμως σε μέγεθος φτάνοντας το 1,5 μέτρο μήκος και τα 80 κιλά βάρος.Χαρακτηριστικά είναι τα μεγάλα τοξοειδή κέρατα που φτάνουν μέχρι 1,20μ. μήκος. Δυστυχώς το κυνήγι του, αν και απαγορεύεται, έχει φέρει τους πληθυσμούς του ζώου αυτού σε οριακή κατάσταση. Τώρα πια το είδος του είναι κάτω από την κρατική προστασία στους Εθνικούς δρυμούς, όπως είναι το φαράγγι της Σαμαριάς.Tο αγρίμι δεν αφανίστηκε, κακοποιήθηκε, όμως, το όνομά του με το παρατσούκλι «κρι-κρι». Η ονομασία Κρι-Κρι λέγεται ότι του δόθηκε από τους Αμερικάνους όταν το 1950 ένας Κρητικός, πρόεδρος της κοινότητας Επανοχωρίου, έπιασε ένα μικρό αγρίμι και θέλησε να το κάνει δώρο στον πρόεδρο των Η.Π.Α. Τρούμαν. Το μικρό αγρίμι αποτέλεσε στολίδι του ζωολογικού κήπου της αμερικανικής πρωτεύουσας, όπου και μεταφέρθηκε με αεροπλάνο.


Αναπαραστάσεις σε ανάγλυφα του μινωικού πολιτισμού πιστοποιούν την σε άλλες εποχές ευημερία του ζώου σε όλα τα μέρη της Κρήτης. Στα κέρατά του προσέδιδαν κάποια ιερότητα και έχουν έρθει στο φως μέσα από ανασκαφικές δραστηριότητες. Ο αίγαγρος είναι από τα ζώα που παρουσιάζουν έντονο φυλετικό διμορφισμό. Στην κοινωνική τους οργάνωση μελετητές συνάντησαν ιεραρχία, τα θηλυκά ζουν σε αγέλες μέχρι και 20 μέλη, ενώ τα αρσενικά ζουν μοναχικά.


Το κρι-κρι (Capra aegagrus creticus), μερικές φορές αποκαλούμενο κρητική αίγα, αγρίμι ή κρητικό αγριοκάτσικο, θεωρείται υποείδος του αγριοκάτσικου. Το κρι-κρι είναι ένα μεγάλο οπληφόρο θηλαστικό γηγενές της ανατολικής Μεσογείου το οποίο σήμερα βρίσκεται μόνο στην Κρήτη και τρία μικρά νησάκια κοντά της (νήσοι Δία, Θοδωρού, και Άγιοι Πάντες).


Το κρι-κρι έχει ανοιχτόχρωμη καφέ γούνα με μια πιο σκούρα λωρίδα γύρω από το λαιμό του. Έχει δύο κέρατα τα οποία διευθύνονται προς τα πίσω. Στο φυσικό τους τόπο είναι ντροπαλά και ξεκουράζονται στη διάρκεια της ημέρας. Αποφεύγουν τους τουρίστες και κάνουν μεγάλα πηδήματα ή ανεβαίνουν απότομες πλαγιές χωρίς πρόβλημα.
Το κρι-κρι δεν θεωρείται αυτόχθων της Κρήτης, αλλά εισήχθη στη Μινωική εποχή. Πάντως, δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού και συνεπώς θεωρείται ενδημικό είδος της Κρήτης. Παλιότερα ήταν κοινό σε όλο το Αιγαίο αλλά το τελευταίο του καταφύγιο είναι στις κορυφές των Λευκών Ορέων στη δυτική Κρήτη – ιδιαίτερα σε μία σειρά σχεδόν κατακόρυφων βράχων 900 μέτρων στο φαράγγι της Σαμαριάς. Το φαράγγι έχει ανακηρυχθεί Εθνικός Δρυμός για να προστατευθεί η σπάνια πανίδα και χλωρίδα του. Φιλοξενεί άλλα 14 ενδημικά ζωικά είδη και προστατεύεται από την UNESCO ως Απόθεμα της Βιόσφαιρας (Biosphere Reserve). Το 1960, το κρι-κρι ήταν απειλούμενο είδος με καταγεγραμμένα λιγότερα από 200. Ήταν η μόνη πηγή κρέατος για τους αντάρτες την εποχή της Κατοχής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η απειλή για το κρι-κρι ήταν ο κυριότερος λόγος ανακήρυξης της Σαμαριάς ως εθνικού δρυμού στις αρχές της δεκαετίας του '60. Υπάρχουν ακόμα μόνο περί τα 2000 ζώα στο νησί και θεωρούνται ακόμα απειλούμενα: τα βοσκοτόπια σπανίζουν και ασθένειες τα προσβάλλουν. Η ανάμειξη με την κοινή αίγα είναι όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Το κυνήγι τους απαγορεύεται αυστηρά στο νησί ενώ επιτρέπεται κατόπιν ειδικής αδείας από το δασαρχείο Ηρακλείου στο νησάκι Δία.


Αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν βρει διάφορες τοιχογραφίες του κρι-κρι. Κάποιοι ακαδημαϊκοί πιστεύουν πως το ζώο αυτό λατρεύτηκε στο νησί κατά την αρχαιότητα. Στα αρσενικά ακόμα και σήμερα δίνεται το όνομα «αγρίμι» ενώ το όνομα «σανάδα» χρησιμοποιείται για τα θηλυκά. Το κρι-κρι είναι ένα σύμβολο του νησιού και χρησιμοποιείται πολύ σε τουριστικά καταλύματα και επίσημες εκδόσεις παρά το γεγονός ότι ελάχιστοι τουρίστες, ακόμα και ντόπιοι, έχουν δει έστω και ένα.
Η μοριακή ανάλυση δείχνει πως το κρι-κρι δεν είναι ξεχωριστό υποείδος του αγριοκάτσικου, όπως αρχικά επικρατούσε. Αντίθετα είναι ένα άγριο κατσίκι καταγόμενο από τα πρώτα κοπάδια εξημερωμένων κατσικιών στη Μικρά Ασία και άλλα μέρη της ανατολικής Μεσογείου περί το 8.000 με 7.500 π.Χ. Ενώ αυτό μπορεί να επηρεάσει το νομικό καθεστώς προστασίας του, το κρι-κρι είναι ένα από τα εμβλήματα της Κρήτης, είχε τεράστια πολιτιστική σημασία στην ιστορία του νησιού και συνεπώς η προστασία αυτού που αντιπροσωπεύει ένα στιγμιότυπο σχεδόν 10.000 ετών της πρώτης εξημέρωσης της κατσίκας θα πρέπει να θεωρείται πολύτιμο από μόνο του.
Πηγή : 
http://www.crete.gr/el/pages/krikri.php
https://www.atticapark.com/el/animals/kri-kri.354.http://www.kritipoliskaihoria.gr/2012/04/blog-post_28.html

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019

Ζεολιθος : Το ορυκτό της Ελλάδας σαν λίπασμα για τους αγρούς και τους κήπους

Ο ζεόλιθος είναι ένα ορυκτό, που λόγω της μοριακής δομής του μπορεί να ρυθμίζει το pH του νερού και του εδάφους προς το ουδέτερο. Έχει την ιδιότητα να απορροφά το νερό έως και το 55% του βάρους του, αλλά και θρεπτικές ουσίες, που απελευθερώνει με συγκεκριμένο ρυθμό, ανάλογα με τις ανάγκες του φυτού και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Στο εμπόριο ο ζεόλιθος υπάρχει σε μορφή κόκκου και σε μορφή πούδρας. Ο κοκκώδης ζεόλιθος χρησιμοποιείται με ενσωμάτωση στο έδαφος, ενώ η πούδρα ζεόλιθου σε διάλυση με νερό, ψεκάζεται στα φυτά ως μέσο φυτοπροστασίας. Ο ζεόλιθος στην γεωργία εφαρμόζεται με την ενσωμάτωσή του στο έδαφος. Ο ζεόλιθος, δεν μπορεί να θεωρηθεί λίπασμα εκτός από τις περιπτώσεις όπου έχει τροποποιηθεί και εμπλουτιστεί με θρεπτικά στοιχεία, όπως σε αυτήν την διατριβή του πανεπιστημίου των Πατρών.  Επίσης, ο ζεόλιθος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σαν φυτοπροστατευτικό ή εντομοκτόνο μέσο. Είναι πάρα πολύ απλά, ένας άριστος διαχειριστής περιβάλλοντος και ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό φίλτρο. Καθαρίζει το νερό, βελτιώνει τα τρόφιμα, τα χωράφια και τη βενζίνη, ενισχύει τα απορρυπαντικά. Δεν είναι κάποια μαγική ουσία, είναι ο ζεόλιθος, ένα ορυκτό που υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες και στην Ελλάδα. Οι εσωτερικές κοιλότητες των ζεολίθων είναι αυτές που τους χαρίζουν τις ξεχωριστές τους ιδιότητες.
Η πρώτη παρατήρηση μιας «πέτρας» που κατά τη θέρμανση «έβραζε» παράγοντας υδρατμούς έγινε το 1756 από τον σουηδό ορυκτολόγο Axel Cronstedt, στον οποίο οφείλεται και η ταιριαστή αρχαιοπρεπής ονομασία ζεόλιθος (η πέτρα που βράζει). Από τότε αρκετά παρόμοια ορυκτά βρέθηκαν σε ηφαιστειογενείς περιοχές, σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και σχημάτων. Η δημιουργία τους αποδίδεται στην αντίδραση ενός αργιλοπυριτικού πετρώματος, του οψιδιανού, με το θαλασσινό νερό, σε θερμοκρασία γύρω στους 50 οC. Πρόκειται για μια βραδεία διαδικασία που για να ολοκληρωθεί απαιτούνται πολλά χρόνια, από 50 ως 50.000. 


Για καιρό οι ζεόλιθοι αποτελούσαν μια αξιοπερίεργη οικογένεια ορυκτών χωρίς καμία προφανή χρησιμότητα. Επρεπε να περάσουν πάνω από δύο αιώνες από την ανακάλυψή τους ώσπου να αρχίσει η συστηματική μελέτη των ιδιοτήτων τους και η αξιοποίησή τους σε μια πληθώρα εφαρμογών. Η δομική μονάδα των ζεόλιθων είναι ένα περιοδικό πλέγμα ατόμων πυριτίου που περιβάλλονται από τέσσερα άτομα οξυγόνου έτσι ώστε να σχηματίζονται τετράεδρα όπως στην καθαρή μορφή του διοξειδίου του πυριτίου, τον χαλαζία. Η διαφορά είναι ότι στους ζεόλιθους μερικά άτομα πυριτίου έχουν αντικατασταθεί από άτομα αλουμινίου, τα οποία έχουν ένα ηλεκτρόνιο λιγότερο από το πυρίτιο. Για να διατηρηθεί λοιπόν η δομή των τετραέδρων χρειάζεται ένα επιπλέον ηλεκτρόνιο. Το ηλεκτρόνιο αυτό το συνεισφέρει ένα άτομο νατρίου, το οποίο έτσι καθίσταται θετικά φορτισμένο και «εγκαθίσταται» μέσα στο αρχικό πλέγμα. Τα παραλλαγμένα έτσι τετράεδρα των ζεόλιθων διευθετούνται με ποικίλους τρόπους σε κυκλικές διατάξεις σχηματίζοντας κοιλότητες (πόρους) σε μια ποικιλία διαμέτρων και γεωμετρίας. Στις κοιλότητες αυτές παγιδεύονται ένα ή περισσότερα μόρια νερού, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται ένυδρα μόρια, όπου το νερό δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη αναλογία. Λόγω της πορώδους δομής τους οι ζεόλιθοι μοιάζουν με σφουγγάρια αλλά έχουν μηχανική αντοχή και σκληρότητα ανόργανων υλικών. Θα έλεγε κανείς ότι μοιάζουν με ελαφρόπετρα, μόνο που οι κοιλότητες του ζεόλιθου είναι χιλιάδες φορές μικρότερες από τις κοιλότητες της ελαφρόπετρας.
Οι ζεόλιθοι αποκαλούνται και «μοριακά κόσκινα» επειδή μέσω αυτών μπορούμε να «κοσκινίσουμε ανάποδα» ένα μείγμα μορίων: τα μικρότερα μόρια συγκρατούνται στις κοιλότητες των ζεόλιθων, ενώ τα μεγαλύτερα διέρχονται ελεύθερα. Ετσι μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως αφυγραντικά μέσα για την απομάκρυνση της υγρασίας π.χ. από το φυσικό αέριο. Επίσης συγκρατούν διάφορες αέριες ουσίες από βιομηχανικά απόβλητα δρώντας σαν αποσμητικά φίλτρα. Επειδή μάλιστα είναι τελείως αβλαβείς, προστίθενται σε ζωοτροφές για να δεσμεύουν τοξικές ουσίες μικρής μοριακής μάζας. 


Οι ζεόλιθοι διατηρούν την ικανότητα δέσμευσης μικρών μορίων ακόμη και μέσα στο νερό. Γι’ αυτό τοποθετούνται στα ενυδρεία για να συγκρατούν την αμμωνία που παράγεται από τον μεταβολισμό των ψαριών. Η ευκολία εισόδου ουσιών συνοδεύεται και από σχετική ευκολία εξόδου, με θέρμανση ή μεταβολή της πίεσης, οπότε οι ζεόλιθοι «αδειάζουν» και μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Ο ζεόλιθος με τις καλύτερες ιδιότητες είναι ο κλινοπτιλόλιθος ή ευλανδίτης, που δεσμεύει βακτήρια, μύκητες, αέρια, ανόργανες, οργανικές και οργανομεταλλικές ενώσεις και ρυθμίζει προς το ουδέτερο τα όξινα και αλκαλικά εδάφη. Στην Ελλάδα υπάρχει κλινοπτιλόλιθος πολύ καλής ποιότητας και σε μεγάλες ποσότητες στον Νομό Εβρου. Οι εφαρμογές των ζεόλιθων στηρίζονται στην ιδιότητά τους να ευνοούν ορισμένες χημικές αντιδράσεις (δράση που ονομάζεται κατάλυση) και στην ιδιότητά τους να κατακρατούν επιλεκτικά ορισμένα μόρια (δράση που ονομάζεται προσρόφηση). Η κυριότερη χρήση των ζεόλιθων είναι στη βιομηχανία των καυσίμων και των απορρυπαντικών. Στη βιομηχανία των καυσίμων εκμεταλλευόμαστε τις καταλυτικές ιδιότητες των ζεόλιθων για να παρασκευάσουμε βενζίνη από ορυκτέλαια, με μια διαδικασία που ονομάζεται cracking, καθώς και για να παρασκευάσουμε βενζίνη υψηλού βαθμού οκτανίου από βενζίνη χαμηλού βαθμού οκτανίου. Στη βιομηχανία των απορρυπαντικών, όπου καταναλίσκονται και οι μεγαλύτερες ποσότητες ζεόλιθων, εκμεταλλευόμαστε την ιδιότητά τους να προσροφούν ιόντα ασβεστίου αποδίδοντας ιόντα νατρίου, με αποτέλεσμα να αποσκληρύνεται το νερό του πλυσίματος. Παλαιότερα τον ρόλο αυτόν έπαιζαν τα φωσφορικά άλατα, τα οποία όμως στη συνέχεια κατέληγαν στη θάλασσα ρυπαίνοντας το περιβάλλον, καθώς δημιουργούσαν συνθήκες ευτροφισμού, δηλαδή υπέρμετρης ανάπτυξης μικροσκοπικών φυτικών οργανισμών λόγω της υψηλής περιεκτικότητας του νερού σε θρεπτικά συστατικά. Οι ζεόλιθοι δεν δημιουργούν τέτοιου είδους προβλήματα. Αλλες χρήσεις των ζεόλιθων είναι στην κατασκευή καταλυτών αυτοκινήτων, όπου συντελούν στην κατακράτηση και εξουδετέρωση του νιτρικού οξειδίου (ΝΟ), και στην παραγωγή οξυγόνου για ιατρική χρήση μέσω της επιλεκτικής προσρόφησης του αζώτου της ατμόσφαιρας. Τέλος, έχουν παρασκευαστεί συνθετικά ζεόλιθοι με εξειδικευμένες ιδιότητες, όπως π.χ. ένας τεχνητός ζεόλιθος με μορφή μεμβράνης, ο οποίος «παγιδεύει» το διοξείδιο του άνθρακα από τα καυσαέρια θερμικών μονάδων παραγωγής ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η έκλυση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και η συνεπαγόμενη ενίσχυση του φαινομένου του θερμοκηπίου.


Οι προσροφητικές ιδιότητες των ζεόλιθων βρίσκουν ακόμη εφαρμογές στη γεωργία, όπου χρησιμοποιούνται ως βελτιωτικά του εδάφους, επειδή συγκρατούν τα θρεπτικά συστατικά των φυτών, ιδιαιτέρως την αμμωνία και το κάλιο. Ετσι αυτά δεν παρασύρονται από τα νερά των βροχών, με αποτέλεσμα τη μείωση της χρήσης λιπασμάτων και την αύξηση της παραγωγής. Επιπροσθέτως, γίνεται οικονομία στην άρδευση, αφού τα ριζικά τριχίδια είναι σε θέση να αντλήσουν το νερό από το εσωτερικό των ζεόλιθων, η προσθήκη των οποίων γίνεται μία μόνο φορά, εφόσον δεν είναι αναλώσιμοι. Τέλος, αξιοσημείωτη είναι η προτεινόμενη χρήση των ζεόλιθων στην κατεργασία των βιομηχανικών υγρών αποβλήτων, καθώς και των αστικών λυμάτων. Σε αυτές τις εφαρμογές εκμεταλλευόμαστε τις ισχυρές προσροφητικές ιδιότητες των ζεόλιθων για τη δέσμευση των ρυπαντών και την εν συνεχεία ασφαλή εναπόθεσή τους με την παράλληλη παραγωγή καθαρού νερού. Στον τομέα αυτόν σημαντικά αποτελέσματα έχει να επιδείξει η ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου Γεωχημείας του Τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ, με επικεφαλής τον καθηγητή Ανέστη Φιλιππίδη. Στα πειράματα της ομάδας χρησιμοποιήθηκε ελληνικός ζεόλιθος από τα εκτενή κοιτάσματα του Εβρου.
Τα πλεονεκτήματα του κοκκώδη ζεόλιθου είναι πως μπορεί και:
1) Συγκρατεί νερό ως και το 55% του βάρους του, άρα συμβάλλει στην εξοικονόμηση νερού, στη μείωση των ποτισμάτων και στην καλύτερη κατανομή του νερού στο έδαφος.
2) Μειώνει τις απώλειες θρεπτικών στοιχείων του εδάφους δεσμεύοντας τα, και αποδίδοντας τα στα φυτά σταδιακά, άρα μειώνει τη χρησιμοποιούμενη ποσότητα λιπασμάτων και εφοδιάζει τα φυτά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
3) Εξουδετερώνει τα όξινα συστατικά του εδάφους ανεβάζοντας το pH, άρα δε χρειάζεται προσθήκη άλλων υλικών.
4) Βελτιώνει τη δομή του εδάφους αυξάνοντας το πορώδες, άρα έχουμε καλύτερο αερισμό και μικρότερη συμπίεση της ρίζας.
5) Απορροφά μεγάλο μέρος του περισσευούμενου νερού.
Η ποσότητα που προτείνεται για τον κήπο είναι 25 κιλά στα 50 τετραγωνικά μέτρα. 




Ο ζεόλιθος σε μορφή πούδρας χρησιμοποιείται σε ψεκασμούς για προστασία των φυτών τόσο από έντομα και ασθένειες, όσο και από φυσικές αιτίες. Η υφή του ζεόλιθου και η επιφάνεια που δημιουργεί πάνω στο φύλλο, είναι ουσιαστικά αφιλόξενη για τους εχθρούς των καλλιεργειών, αφού δεν μπορούν να ζήσουν εκεί. Ο ψεκασμός αφήνει πάνω στο φυτό ένα λεπτό φίλτρο προστασίας, το οποίο δεν εμποδίζει σε καμία περίπτωση τις φυσιολογικές λειτουργίες των φυτών.
Τα πλεονεκτήματα του ζεόλιθου σε μορφή πούδρας είναι ότι:
1) Προστατεύει από προσβολές από μύκητες και έντομα.
2) Μειώνει την καρπόπτωση και το θερμικό στρες των φυτών σε θερμές ή και ψυχρές περιόδους.
3) Προστατεύει τα φυτά κατά τους θερινούς μήνες από την έντονη ηλιακή ακτινοβολία.
4) Απορροφά την υγρασία μειώνοντας την ανάπτυξη μυκητολογικών ασθενειών.
Η προτεινόμενη δοσολογία για τον ζεόλιθο σε μορφή πούδρας είναι 1 με 2% ανάλογα τη χρήση, δηλαδή περίπου 1 με 2 κιλά πούδρα σε 100 λίτρα νερό. Τα πλεονεκτήματα της ενσωμάτωσης του ζεόλιθου στην κηπουρική. Με τον ζεόλιθο μπορούμε να ψεκάζουμε το φύλλωμα, τα κλαδιά, τον κορμό των καλλωπιστικών αλλά και των δέντρων που είναι στον κήπο μας.
1) Εξασφαλίζει περισσότερη ανθοφορία στα φυτά.
2) Αυξάνεται το βάρος και η ποιότητα του καρπού.
3) Βελτιώνεται η φωτοσύνθεση και η ζωηρότητα της βλάστησης
4) Προλαμβάνονται ζημιές από παγετούς.
5) Καθώς ξεπλένεται από τα φύλλα πέφτει στο έδαφος και συνεχίζει τη δράση του.
Συμβουλές για χρήση του ζεόλιθου στον κήπο. Καλλιέργεια λαχανικών. Σκάβουμε την τρύπα που θα φυτέψουμε το λαχανικό σε βάθος 5 με 10 εκατοστά και ρίχνουμε περίπου μισή κούπα του καφέ ζεόλιθο και τον αναμειγνύουμε με το χώμα Έπειτα φυτεύουμε και καλύπτουμε με χώμα. Ποτίζουμε με άφθονο νερό. Για καλλιέργειες σε γλάστρες ανοίγουμε μια μικρή τρύπα στο χώμα και ρίχνουμε μισή κούπα του καφέ ζεόλιθο ανά 15 εκατοστά διαμέτρου γλάστρας και τον αναμειγνύουμε με το χώμα. Δεν θα δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα αν πέσει λίγο παραπάνω. Φυτεύουμε τα λουλούδια και σκεπάζουμε με χώμα την τρύπα.
Πηγή : http://gardentalk.gr/%CF%84%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B6%CE%B5%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B8%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%AE%CF%80%CE%BF/
https://zeolife.gr/zeolithos-sti-georgia/
https://www.tovima.gr/2014/03/08/science/zeolithos-ena-orykto-dekades-xriseis/

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Η διατροφική αυτάρκεια στην σημερινή Ελλάδα : Η τεχνητή έλλειψη ελληνικών αγροτικών προϊόντων

Η Ελλάδα δεν είναι ικανή να θρέψει τους Ελληνες με αποκλειστικά δικά της διατροφικά προϊόντα, καθώς υστερεί στην παραγωγή βασικών τροφίμων, όπως κρέας, δημητριακά, γαλακτοκομικά, ζάχαρη, κ.ά., σε σχέση με την κατανάλωση. Παρ’ όλο που το κλίμα της χώρας μας είναι εύφορο για καλλιέργειες, η κακή χρήση επιδότησης από την ΕΕ και άλλοι λόγοι έχουν κάνει την Ελλάδα να μην είναι αυτάρκης στα βασικά είδη διατροφής και να αναγκάζεται να εισάγει μεγάλες ποσότητες από τα περισσότερα προϊόντα τροφίμων. Μπορεί συνολικά 1 στα 4 κορυφαία 100 εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας μας να προέρχονται από τον κλάδο των τροφίμων-ποτών, με συνολικές εξαγωγές στο 9μηνο του 2011 που αγγίζουν τα 2 δισ. ευρώ (11,95% του συνόλου των εξαγωγών στην ίδια περίοδο), αλλά δεν είναι αυτάρκης σε πολλά βασικά διατροφικά προϊόντα. Σύμφωνα με στοιχεία μελέτης της ΠΑΣΕΓΕΣ (Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών) για μια σειρά βασικών αγροτικών – διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής για το έτος 2010 στην Ελλάδα, η αυτάρκεια στο μαλακό σιτάρι ανέρχεται στο 32%, στα όσπρια φθάνει το 39%, στο κρέας η αυτάρκεια ανέρχεται στο 56% περίπου, με το μικρότερο ποσοστό να καταγράφεται στο βόειο κρέας (30%) και το υψηλότερο στο αιγοπρόβειο κρέας (94%). Οπως ανέφερε ο κ. Κ. Καραγεωργίου, διευθυντής προμηθειών πρώτων υλών της εταιρείας 3αλφα, με αντικείμενο την επεξεργασία – τυποποίηση οσπρίων & ρυζιών, «η αγροτική παραγωγή στην Ελλάδα είχε στραφεί σε προϊόντα που είχαν επιδοτήσεις, π.χ. βαμβάκι, καλαμπόκι, με αποτέλεσμα τα όσπρια, παρ’ όλο που υπάρχει μεγάλη ποικιλία στη χώρα μας, να μην επαρκούν για τους Ελληνες και να εισάγουμε από Καναδά, ΗΠΑ, Μεξικό, κ.α.». Πάντως, υπάρχουν και τα παραδοσιακά ελληνικά πρoϊόντα που καλύπτουν την κατανάλωση των Ελλήνων και εξάγονται αλλά είναι αρκετά; Αυτά αφορούν τη φέτα με ποσοστό αυτάρκειας 147%, τα πορτοκάλια με ποσοστό 167%, το ρύζι (171%), στο μέλι και στα αβγά καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας της τάξεως 92% και 91% αντίστοιχα, ενώ στο ελαιόλαδο και στις ελιές η αυτάρκεια εμφανίζει υψηλό ποσοστό, δεδομένου ότι η χώρα παραμένει έντονα εξαγωγική στα δύο αυτά προϊόντα.


Ενα ακόμη ελληνικό προϊόν που εξάγεται είναι η μαύρη σταφίδα, την οποία εμπορεύεται και η εταιρεία τροφίμων Παπαδημητρίου (ελληνικό βαλσαμικό ξίδι Καλαμάτας, μουστάρδες, μαύρη σταφίδα Κορινθίας), η οποία έχει μεγάλη εξαγωγική δραστηριότητα και σκοπεύει να την αυξήσει καθώς στη χώρα μας η κατάσταση είναι προβληματική, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλό της κ. Χρ. Παπαδημητρίου. Βέβαια, κάποτε η Ελλάδα, συνεχίζει ο ίδιος «παρήγαγε και λευκή σταφίδα σε μεγάλες ποσότητες μαζί με την Τουρκία αλλά τώρα η παραγωγή έχει σταματήσει, λόγω κακής χρήσης των επιδοτήσεων και εισάγει από τη γειτονική χώρα. Πάντως, η μόνη λύση για την επιβίωση των ελληνικών εταιρειών είναι οι εξαγωγές». Επιπλέον, σύμφωνα με ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, για τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, προκύπτει ότι σήμερα η Ελλάδα είναι πλεονασματική στα ψάρια, στα φρούτα-λαχανικά και στα επεξεργασμένα έλαια, (καθώς και στον καπνό). Αντίθετα, η χώρα μας είναι ελλειμματική σε προϊόντα όπως κρέατα, γαλακτοκομικά, δημητριακά, ζάχαρη & προϊόντα μελιού, καφέ, τσάι και μπαχαρικά, φυτικά λάδια (αλλά και στις ζωοτροφές). Από πλευράς εισαγωγών, μεταξύ των πρώτων 100 εισαγώγιμων προϊόντων συναντά κανείς 22 διατροφικά προϊόντα, συνολικής αξίας 2,09 δισ. ευρώ (ήτοι 6,48% του συνόλου των ελληνικών εισαγωγών). Και αν σε επίπεδο κορυφαίων διατροφικών προϊόντων παρατηρείται σχετική ισορροπία μεταξύ ελληνικών και ξένων προϊόντων, σε επίπεδο συνόλου το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει αρνητικό για τη χώρα μας.


Οπως τονίζει η πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων κυρία Χριστίνα Σακελλαρίδη «ο κλάδος των τροφίμων απέδειξε ότι είναι εξαιρετικά ανθεκτικός σε περιόδους κρίσεων και έχει θέσει ισχυρά θεμέλια σε μεγάλες αγορές. Αυτό σημαίνει ότι η διεθνής αγορά εμπιστεύεται τα ελληνικά προϊόντα. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να δημιουργήσουμε ένα κίνημα αυτοκατανάλωσης και ανάδειξης των ελληνικών προϊόντων». Μια από τις πιο σημαντικές κατηγορίες τροφίμων που καταναλώνουν οι Ελληνες είναι το κρέας, όπου το μεγαλύτερο μέρος του εισάγεται και η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των Ελλήνων. Σύμφωνα με στοιχεία της ICAP, η εγχώρια ανθρώπινη κατανάλωση κρέατος το 2010 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στους 905,3 χιλ. τόνους, μειωμένη κατά 0,9% έναντι του προηγούμενου έτους. Η καθαρή εγχώρια παραγωγή ανήλθε σε 503.300 τόνους το 2010, οι εισαγωγές σε 432.000 τόνους και οι εξαγωγές μόλις που άγγιξαν τους 30.000 τόνους. Ενα είδος που μπορεί να καλυφθεί από την παραγωγή της Ελλάδας και μάλιστα εξάγεται είναι το κρασί. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΠΕ (Οργανισμός Προώθησης Εξαγωγών) η Ελλάδα παράγει 3 με 5 εκατ. λίτρα κρασί ετησίως και καταναλώνει 3 εκατ. λίτρα ετησίως, ενώ εξήγαγε κρασί αξίας 54,5 εκατ. ευρώ το ενδεκάμηνο του 2011. Παρ’ όλο που το ελληνικό κρασί αρκεί να καλύψει τις ανάγκες των Ελλήνων, πραγματοποιήθηκαν και εισαγωγές σε αξία 12 εκατ. ευρώ το 2010, καθώς είναι στη φύση του καταναλωτή κρασιού να επιθυμεί να δοκιμάσει και άλλα είδη και ποικιλίες. Οσον αφορά γενικά τα ποτά, αναφέρεται ότι μπορεί το κρασί να καλύπτει τις ανάγκες των ελλήνων καταναλωτών, αλλά αυτοί δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο ουίσκι (το ουίσκι καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος κατανάλωσης ποτών, καταλαμβάνοντας ποσοστό περίπου 42% το 2010, σύμφωνα με έρευνα της ICAP), το οποίο εισάγεται.


Υπάρχουν περιθώρια διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής για διατροφική αυτάρκεια και γεωπολιτική επέκταση. Η γεωπονική, όπως και η επιστήμη των τροφίμων – ποτών, έχει εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η αυτάρκεια τροφίμων από την τοπική παραγωγή για τις περισσότερες χώρες του κόσμου να είναι εφικτή. Η τοπικοποίηση τόσο της παραγωγής όσο και του εμπορίου τροφίμων απεγκλωβίζει τις κρατικές οικονομίες από τις αρνητικές συνέπειες του διεθνούς εμπορίου. Αρκεί να αναλογισθούμε ότι η Ελλάδα μετά την δεκαετία του ’50 και πριν την υλοποίηση των διαφόρων ευρωπαϊκών προγραμμάτων (αποσύρσεις, Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, Κοινή Αγροτική Πολιτική) των δεκαετιών του ’80 και μετά, όχι μόνο ήταν διατροφικά αυτάρκης, αλλά μεγάλο ποσοστό συναλλάγματος εισέρεε από εξαγωγές αγροτικών προϊόντων. Αν με την τεχνολογία του ’50 η Ελλάδα ήταν αυτάρκης , με την σημερινή τεχνολογία το ισοζύγιο εισαγωγών – εξαγωγών στα προϊόντα διατροφής θα είχε θετικό πρόσημο, μειώνοντας σε σημαντικό βαθμό τόσο το έλλειμμα στον προϋπολογισμό, όσο και τις διάφορες εξαρτήσεις από ξένα κέντρα αποφάσεων. Πέραν τούτου, με διασφαλισμένη την επάρκεια τροφίμων, θα μπορούσε να χαραχθεί μια καθαρά εθνική στρατηγική γεωπολιτικής επέκτασης επενδύοντας σε εκτάσεις γης σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος , όπου θα παράγονταν προϊόντα για λογαριασμό των Ελλήνων επενδυτών που θα απευθύνονταν στην διεθνή αγορά. Το παράδειγμα των ολλανδικών συμφερόντων αγροκτημάτων ανθοκομικών προϊόντων στην Αφρική ή των Ισραηλινών συμφερόντων θερμοκηπίων κηπευτικών στην νότια Τουρκία είναι χαρακτηριστικό του πώς μπορεί ένα κράτος να ενισχύσει τόσο την οικονομική όσο και την γεωπολιτική του θέση στον κόσμο. Οι κρίσεις πάντα κρύβουν ευκαιρίες. Για ένα ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ίδια την ύπαρξη των ανθρώπων, όπως το επισιτιστικό, οι αποφάσεις σε στρατηγικό και γεωπολιτικό επίπεδο που πρέπει να παίρνουν οι ηγεσίες των κρατών είναι κυριολεκτικά αποφάσεις ζωής ή θανάτου για τους λαούς τους.


Η διεθνής κοινότητα στο θέμα της διατροφικής επάρκειας θα πρέπει να εστιάσει στην ανάπτυξη της έρευνας για την μέγιστη απόδοση της φυτικής και ζωικής παραγωγής, στην ανάπτυξη της τεχνολογίας για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των υδάτινων πόρων και την αναστροφή του φαινομένου της ερημοποίησης πρώην εύφορων εκτάσεων γης. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, που θεσμικά προέρχεται από Ινστιτούτα Ερευνών και Πανεπιστήμια, ελάχιστη συμβολή θα έχει στην διασφάλιση της διατροφικής επάρκειας για την ανθρωπότητα αν ο έλεγχος των πηγών διατροφής εξακολουθήσει να συγκεντρώνεται στα χέρια όλο και λιγότερων εταιρικών συμπράξεων του διατροφικού και ενεργειακού τομέα. Στο θέμα της διατροφής, ένα θέμα κυριολεκτικά ζωής ή θανάτου για όλους τους εμπλεκόμενους, αυτός ο συγκεντρωτισμός στον έλεγχο των διατροφικών πηγών εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους τόσο για την ίδια την ύπαρξη όσο και για τις ελευθερίες που κατέκτησε η ανθρωπότητα τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει πλέον να εξετασθούν σοβαρά από τα κράτη οι στρατηγικές απεμπλοκής από τις συνέπειες του διεθνούς εμπορίου, έτσι όπως διαμορφώνονται μέσα από τα μεγάλα εταιρικά και πολυεθνικά σχήματα. Χωρίς τις στρεβλώσεις του προστατευτισμού, αλλά και χωρίς τις δεσμεύσεις και την εκχώρηση των διατροφικών πηγών τους σε λίγους πολυεθνικούς οργανισμούς, τα κράτη μπορούν να εξασφαλίσουν την αξιοπρεπή διαβίωση και διατροφή των πολιτών τους, συμβάλλοντας έτσι στην αυτάρκεια και στο δικαίωμα της ελευθερίας των επιλογών τους.
Πηγή : https://www.tovima.gr/2012/02/19/finance/i-ellada-den-mporei-na-threpsei-toys-ellines/
http://foreignaffairs.gr/articles/68975/pantelis-ritsos/epistrofi-stin-diatrofiki-aytarkeia?page=show

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019

Η ελληνική παραγωγή γάλακτος (2018-19) από πρόβατα, γίδια και αγελάδες

Χωρίς ιδιαίτερες διακυμάνσεις σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια διαμορφώνεται ο «χάρτης» της παραγωγής πρόβειου και γίδινου γάλακτος στην Ελλάδα (2018), σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν απ' το επίσημο μητρώο αγοραστών-μεταποιητών, συνεταιρισμών συγκέντρωσης γάλακτος καθώς και μητρώο παραγωγών γάλακτος που τηρεί ο ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ. Η αιγοπροβατοτροφία (μικρά μηρυκαστικά) αποτελεί παραδοσιακά έναν από τους δυναμικότερους κλάδους στη χώρα μας, συμβάλλοντας κατά 18% περίπου στο συνολικό αγροτικό εισόδημα. Η παραγωγική αυτή κατεύθυνση στηρίχθηκε στους άφθονους φυσικούς πόρους και προσαρμόστηκε στις ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της πατρίδας μας. Περιττό, βεβαίως, να σημειώνουμε ότι η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί βασικό πυλώνα στήριξης της οικονομίας στην περιφέρεια, αφού τόσο το κρέας όσο κυρίως το αίγειο και πρόβειο γάλα αποτελεί μια από τις κυριότερες πηγές του αγροτικού εισοδήματος των κατοίκων των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ίσως το δυνατότερο σημείο του τομέα είναι η υψηλή ποιότητα των παραγόμενων, ως αποτέλεσμα μιας σειράς παραμέτρων που χαρακτηρίζουν την Ελληνική πραγματικότητα, όπως το εκτατικό σύστημα εκτροφής, οι εγχώριες φυλές και οι χορηγούμενες ζωοτροφές.


 Στην Ε.Ε η εκτροφή προβάτων και αιγών γίνεται κύρια για το κρέας τους, ενώ στη χώρα ?ας γίνεται για το γάλα τους. Χαρακτηριστικά αναφέρετε ότι το 95% των ζώων στην Ελλάδα αρμέγεται. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό στη χώρα μας και στο νομό μας εφαρμόζεται σύστημα ποιμενικής - εκτατικής εκτροφής, ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από χαμηλές εισροές και στηρίζεται στη μετακίνηση των ζώων για την εξεύρεση τροφής (βόσκηση). Η αιγοπροβατοτροφία ασκείται σε μεγάλο ποσοστό (85% των ζώων και 80 % των εκμεταλλεύσεων περίπου) στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας οι οποίες αποτελούν το 85% του συνόλου της επιφάνειάς της, αξιοποιώντας κατ? αυτόν τον τρόπο εκτάσεις που από τη φύση τους δεν προσφέρονται για εντατική εκμετάλλευση, όπως ορεινές, ημιορεινές, με έντονη κλίση, με φτωχή βλάστηση κ.λ.π. Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται, μια τάση για ανάπτυξη της συστηματικής - σταβλισμένης αιγοπροβατοτροφίας σε ορισμένες πεδινές περιοχές. Οι μονάδες αυτού του τύπου, που ιδρύονται, κυρίως από νέους αγρότες και από παλαιούς προοδευτικούς κτηνοτρόφους, διαθέτουν ζώα καλών αποδόσεων, εγχώριων (Χίου, Φριζάρτα, Σκοπέλου) ή ξένων φυλών (Lacaune). Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, αυτά που αφορούν στις παραδώσεις γάλακτος το 2017, τα οποία και επικαιροποιήθηκαν στις 30/11/2017 από τον αρμόδιο Οργανισμό του ΥπΑΑΤ, η Λάρισα διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στην παραγωγή πρόβειου γάλακτος, όπως ισχύει και για το γίδινο. Ακολουθεί η Αιτωλοακαρνανία, η Λέσβος, η Αχαΐα και η Ηλεία.



Αρχές Δεκεμβρίου (2018) οι παραγωγοί αγελαδινού γάλακτος, μέσω της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδος, ανακοίνωσαν ότι οι γαλακτοβιομηχανίες τούς ζήτησαν να μειώσουν την παραγωγή τους κατά 10-15%. Στην ίδια ανακοίνωση εκφράζουν την απορία τους για τη συγκεκριμένη απαίτηση, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν καλύπτει ούτε το 50% των αναγκών της σε γάλα. Η ανακοίνωση θίγει δύο βασικά ζητήματα: το μέγεθος της ελληνικής αγελαδοτροφίας και το ποσοστό ελληνικού γάλακτος που χρησιμοποιούν οι εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες. Θα θεωρούσε κανείς ότι αυτά τα δύο αλληλοσυνδέονται, αλλά ίσως να μην είναι ακριβώς έτσι. Έχει ενδιαφέρον να δούμε αυτά τα θέματα πιο αναλυτικά.



Οι Έλληνες αγελαδοτρόφοι-γαλακτοπαραγωγοί γνώρισαν ραγδαία μείωση πληθυσμού στην πρόσφατη ιστορία μας. Από 24.309 παραγωγοί το 1995, απομένουν μόλις 2.484 το 2018. Βέβαια, η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος όλα αυτά τα χρόνια παρέμεινε περίπου στα ίδια επίπεδα, μεταξύ 600 και 750 χιλιάδες τόνους κατ’ έτος. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη τα τελευταία 20 με 30 χρόνια είναι ότι μειώθηκαν δραστικά οι μικροπαραγωγοί δυναμικότητας μικρότερης των 20 αγελάδων, ενώ αυξήθηκαν οι μεγάλες μονάδες δυναμικότητας 100-200 αγελάδων.Η  παραπάνω εξέλιξη του αριθμού αγελαδοτρόφων δείχνει σωστή οικονομοτεχνικά. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να παράγουν με μικρότερο κόστος ανά μονάδα προϊόντος, που είναι και το ζητούμενο. Εντούτοις, η πορεία προς τη δημιουργία εκτροφών μεγάλης δυναμικότητας οδήγησε εκτός κλάδου το μεγαλύτερο αριθμό παραγωγών και συνέβαλε στην αποψίλωση της ελληνικής επαρχίας από ανθρώπινο δυναμικό. Σε μια προσεκτικότερη αγροτική πολιτική θα έπρεπε να ενισχυθούν οι μικροπαραγωγοί προς μια ήπια αύξηση της παραγωγής τους, ώστε αφενός να είναι βιώσιμοι και αφετέρου να παραμένουν οικογενειακή επιχείρηση.


Τη δεκαετία του ’80 η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε την ποσόστωση στο αγελαδινό γάλα. Έκτοτε, ο αγελαδοτροφικός μας τομέας μοιραία δρομολογήθηκε να περιοριστεί, ώστε κυρίως να καλύπτει την παρασκευή γιαουρτιού και τις εγχώριες ανάγκες για φρέσκο γάλα. Δύο πρόσφατες παρεμβάσεις της πολιτείας διατάραξαν ακόμα και αυτό το αυστηρό πλαίσιο: η νομοθετική κατοχύρωση του γάλακτος υψηλής παστερίωσης το 2014 και η τροποποίηση του κώδικα τροφίμων και ποτών για το γιαούρτι το 2016. Οι δύο παραπάνω παρεμβάσεις επιβλήθηκαν από τους «δανειστές» και επέτρεψαν στα εισαγόμενα γάλατα και προϊόντα γάλακτος να αποσπάσουν τμήμα της εγχώριας αγοράς φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος και να χρησιμοποιηθούν για παρασκευή ελληνικού γιαουρτιού. Η κατάσταση επιδεινώθηκε με τη μείωση της αγοράς φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος, καθώς η οικονομική κρίση έστρεψε τους καταναλωτές προς το φθηνότερο, εισαγόμενο γάλα μακράς διαρκείας (UHT). Παράλληλα, οι γαλακτοβιομηχανίες, έχοντας πρόσβαση στο οικονομικότερο εισαγόμενο γάλα, αντιμετωπίζουν τους εγχώριους παραγωγούς ως εμπόδιο στο κέρδος τους και πιέζουν για περαιτέρω μείωσή τους.


Η απευθείας διάθεση φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος από συνεταιρισμούς αγελαδοτρόφων είναι μια κίνηση απεξάρτησης των παραγωγών από τις γαλακτοβιομηχανίες. Προσφέρει ποιοτικό προϊόν στον καταναλωτή και διασφαλίζει αξιοπρεπή ανταμοιβή στον παραγωγό. Η πολιτεία πρέπει να ενισχύσει αυτή την τάση. Επιπλέον, η πολιτεία μπορεί να προστατεύσει τον Έλληνα αγελαδοτρόφο με εφαρμογή αυστηρών μέτρων ιχνηλάτησης του ελληνικού γάλακτος στα διάφορα εμπορικά προϊόντα. Η στήριξη της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής αποτελεί εθνική ανάγκη δεν είναι πάντα το ζητούμενο η φθηνότερη παραγωγή. Το 2015 δημιουργήθηκε στην Κίνα μια εκτροφή με 100.000 αρμεγόμενες αγελάδες και ετήσια παραγωγή γάλακτος 800 χιλιάδες τόνους! Τέτοιες εκτροφές είναι εκτός ανταγωνισμού για οποιαδήποτε βοοτροφική ευρωπαϊκή μονάδα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα εγκαταλείψουν την παραγωγή γάλακτος. Είναι ζήτημα διασφάλισης της ανεξαρτησίας τους αλλά και θέμα ασφαλείας για αποφυγή ανεξέλεγκτων μελλοντικών διατροφικών σκανδάλων.
Πηγή : 
https://www.e-ea.gr/2018/01/%CE%BF-%CF%87%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE%CF%82-%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5/
http://www.ktiniatrikanea.com/i-elliniki-paragogi-ageladinoy-galaktos-2/

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Τα ελληνικά ροδάκινα το 2018 : Η παραγωγή, το εμπόριο και τα προβλήματα

Μπορεί το ελληνικό ροδάκινο να βρίσκεται ανάμεσα στις συμπληγάδες των συνεπειών του ρώσικου εμπάργκο και της κλιματικής αλλαγής, που δημιουργεί ολοένα και μεγαλύτερα προβλήματα στον πρωτογενή τομέα της χώρας συνολικά, ωστόσο τα νέα είναι καλά.
Οι εμπλεκόμενοι φορείς κρατούν σηκωμένα τα μανίκια τους και δουλεύουν εντατικά και μεθοδικά, με στόχο η παραγωγή και η διακίνησή του να συνεχίσει να αποτελεί έναν από τους δυναμικότερους τομείς της σύγχρονης ελληνικής γεωργίας, με οικονομικά οφέλη για όλες τις πλευρές.
Με την καλλιέργεια του ελληνικού ροδάκινου απασχολούνται περίπου 12.000 νοικοκυριά στην Ελλάδα, ενώ ο τομέας της μεταποίησής του απασχολεί περίπου 1.500 μόνιμους και 10.000 εποχιακούς υπαλλήλους, η εύρεση των οποίων τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται σε «κυνήγι θησαυρού», όπως υποστηρίζουν οι αρμόδιοι.
Πάντως, τα ροδάκινα εξακολουθούν να είναι από τα κυριότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας και συνεισφέρουν σημαντικά στην ελληνική οικονομία, έχοντας παρουσία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και σε άλλες αγορές.
Την εκτίμησή του ότι η τιμή στο συμπύρηνο ροδάκινο θα κινηθεί φέτος στην περιοχή των 25 λεπτών/ κιλό τουλάχιστον, διατύπωσε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Ένωσης Κονσερβοποιών Ελλάδας (ΕΚΕ), Κώστας Αποστόλου, σημειώνοντας ωστόσο ότι «βασική προϋπόθεση για την τιμή αυτή, αν όχι και για μεγαλύτερη, αποτελεί το προϊόν που θα παραλαμβάνουμε να είναι στο σωστό μέγεθος, να φέρει χρώμα κίτρινο και να είναι απαλλαγμένο από αρρώστιες».
Ερωτηθείς για την φετινή παραγωγή, ο ίδιος απέφυγε να κάνει εκτιμήσεις, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι στην παρούσα φάση κάτι τέτοιο θα ήταν παρακινδυνευμένο. Πάντως, σημείωσε ότι αρχές του Ιουνίου θα μπορούν να διατυπωθούν ασφαλείς εκτιμήσεις συνολικά για το προϊόν.


Υπενθυμίζεται ότι από πέρυσι ο πρόεδρος της ΕΚΕ έχει επανειλημμένα εκφράσει τον προβληματισμό του για την επέκταση της καλλιέργειας, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Σε μια κανονική παραγωγή, χωρίς προβλήματα, φοβόμαστε ότι θα έχουμε πρόβλημα διαχείρισης». Στο πλαίσιο αυτό, διατύπωνε την προσωπική του εκτίμηση ότι «μια καλλιέργεια που δεν αποδίδει 3,5 με 4 τόνους/στρέμμα, δεν είναι προσοδοφόρα».
Την ανάγκη να στραφούν οι παραγωγοί σε νέες αγορές, αλλά και να ενισχυθεί η παρουσία τους στη ήδη υφιστάμενες, υπογράμμισε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Κοινοπραξίας Συνεταιρισμών Ομάδων Παραγωγών Νομού Ημαθίας, Χρήστος Γιαννακάκης.
Χαρακτηριστικά επισήμανε πως "πέρυσι η Γερμανία εισήγαγε 330.000 τόνους ροδάκινα και νεκταρίνια, με το ποσοστό των ελληνικών φρούτων να μην ξεπερνά το 1%. Υπάρχει σημαντικό περιθώριο αύξησης των ποσοστών μας σε αγορές όπου ήδη έχουμε παρουσία".
Υπογραμμίζοντας δε, ότι οι αγορές της Άπω Ανατολής δεν μπορούν να αποτελέσουν άμεσα διέξοδο για την ελληνική παραγωγή, αλλά ούτε και να απορροφήσουν σημαντικές ποσότητες, ο κ. Γιαννακάκης τόνισε ότι Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη "είναι οι αγορές αυτές όπου έχουμε επικεντρωθεί και δουλεύουμε συστηματικά, προκειμένου να αποκτήσουμε δυναμική παρουσία".
Υπενθυμίζεται ότι από πέρυσι οι οργανώσεις παραγωγών στο Νομό Ημαθίας, όπου και καλλιεργείται ποσοστό άνω του 70% των ροδάκινων στη χώρα μας, ξεκίνησαν την κοινή εμπορία σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ ορισμένων ξένων αγορών, όπως μεταξύ άλλων σε κράτη της Κεντρικής Ευρώπης (Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία και Τσεχία) και σε σκανδιναβικές.


«Η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από εμάς τους ίδιους. Οι προοπτικές είναι μεγάλες, αρκεί να επιδείξουμε συνέπεια στις συμφωνίες που έχουμε κάνει, σε επίπεδο παραδόσεων, ποιότητας και όγκου» είχε επισημάνει ο κ. Γιαννακάκης.
Αναφορικά με τις φετινές ποσότητες, αν και ο ίδιος σημείωσε ότι ασφαλή στοιχεία θα υπάρχουν το αργότερο στις αρχές του επόμενου μήνα, ωστόσο διατύπωσε την εκτίμηση ότι με τα μέχρι στιγμής δεδομένα "θα έχουμε αύξηση στο συμπύρηνο και ελαφρά πτώση στο επιτραπέζιο ροδάκινο".
Την εκτίμησή του ότι εφόσον ο καιρός εξακολουθήσει να συμμαχεί με τους παραγωγούς, τότε η παραγωγή σε ροδάκινα και νεκταρίνια θα κυμανθεί φέτος στα περσινά επίπεδα, διατύπωσε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ειδικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών και Χυμών INCOFRUIT - HELLAS, Γιώργος Πολυχρονάκης. Οπως είπε ο ίδιος, η παραγωγή στα ροδάκινα και στα νεκταρίνια στη χώρα μας για το 2018 αναμένεται στα ίδια επίπεδα με την πέρυσι, αλλά βάσει των εκτιμήσεών του "αναμένεται να καταγραφούν αυξημένες οι ποσότητες που θα κατευθυνθούν προς τις ξένες αγορές".
Ειδικότερα, ο κ. Πολυχρονάκης "βλέπει" τη φετινή παραγωγή στα περσινά επίπεδα και συγκεκριμένα σε 420.000-425.000 τόνους για το συμπύρηνο και σε 325.000-330.000 για το επιτραπέζιο, φθάνοντας συνολικά σε 745.000-755.000 τόνους, από 335.000 καλλιεργούμενα στρέμματα.
Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές των επιτραπέζιων ροδάκινων αναμένεται σύμφωνα με τον κ. Πολυχρονάκη να υπερβούν τους 115.000-120.000 τόνους, όταν το 2017 η ποσότητα που εξήχθη σε ευρωπαϊκές και Τρίτες χώρες κατέγραψε ρεκόρ πενταετίας και ανήλθε σε 116.000 τόνους συνολικά. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην αγορά της Ρουμανίας κατευθύνθηκε η μεγαλύτερη ποσότητα, ήτοι 22.907 τόνοι, από 13.594 τόνους το 2016, στη Βουλγαρία 15.117 τόνοι από 12.861 τόνους και στην Πολωνία 11.162 τόνοι από 9.682 τόνους. Στον αντίποδα, "χαμηλές πτήσεις" πραγματοποίησε η εξαγωγή ελληνικών επιτραπέζιων ροδάκινων σε Γερμανία (όπου πέρυσι κατευθύνθηκαν 3.792 τόνοι, έναντι των 6.984 τόνων το 2016) και σε Λιθουανία 5.263 τόνοι, από 8.547 τόνους το 2016.


Για τα νεκταρίνια, εκτίμηση των εξαγωγέων αποτελεί ότι η παραγωγή τους φέτος αναμένεται να φτάσει σε 147.000-150.000 τόνους, από συνολικά 75.700 καλλιεργήσιμα στρέμματα. Οι εξαγωγές τους αναμένεται να υπερβούν τους 75.000 τόνους, όταν το 2017 οι αντίστοιχες ποσότητες ήταν 70.900 τόνοι, από 68.880 το 2016.
Την ανάγκη ο κλάδος να απαλλαγεί από την «γάγραινα» της δραστηριότητος ορισμένων «Βαλκάνιων, Ελλήνων και άλλων εμπόρων, που, σύμφωνα με τον κ. Πολυχρονάκη, διακινούν απευθείας από τον αγρό ατυποποίητα ελληνικά φρούτα και λαχανικά, «φαινόμενα που πέρυσι εμφάνισε έξαρσηά στα πυρηνόκαρπα», υπογράμμισε εκ νέου ο κ. Πολυχορνάκης.
Η όλη διαδικασία, σύμφωνα με τον κ. Πολυχρονάκη, "γίνεται χωρίς χωρίς προστιθέμενη μετασυλλεκτική αξία και ελλοχεύει ολοένα και πιο έντονα ο κίνδυνος να πληγεί η άριστη φήμη των ελληνικών νωπών φρούτων και λαχανικών στις καταναλωτικές αγορές".
Είναι πλέον «πιο επιτακτική από ποτέ η έντονη δραστηριοποίηση των αρμοδίων κρατικών ελεγκτικών αρχών, με εντατικοποίηση των ελέγχων, προς όφελος της παραγωγής και της εθνικής οικονομίας» σημείωσε ο ίδιος.
Πηγή : https://www.iefimerida.gr/news/418244/pos-rodakino-syneisferei-stin-elliniki-oikonomia

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Τα στατιστικά της ελληνικής κτηνοτροφίας το 2014

Περίπου πέντε εκατομμύρια γίδια και δέκα εκατομμύρια πρόβατα εκτρέφονται στην Ελλάδα, δίνοντας στη χώρα μας την πρώτη και τέταρτη θέση αντίστοιχα στους δύο αυτούς τομείς, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Τα παραπάνω αναφέρει, σε εργασία του, ο αναπληρωτής καθηγητής στο ΑΠΘ Γιώργος Αρσένος, επισημαίνοντας ότι η κτηνοτροφία στην Ελλάδα -και ιδιαίτερα η εκτροφή προβάτων και γιδιών- ως κλάδος της πρωτογενούς παραγωγής κατέχει εξέχουσα σημασία, λόγω της μακροχρόνιας παράδοσής της και της σημαντικής συνεισφοράς στην εθνική οικονομία. Ο κ. Αρσένος αναφέρεται και στην υποστηρικτική λειτουργία της αγροτικής παραγωγής σε ό,τι αφορά τις ζωοτροφές, επισημαίνοντας ότι κάτι τέτοιο είναι σημαντικό αφού περίπου 2,5 δισ. ευρώ δαπανώνται ετησίως για τις εισαγωγές κτηνοτροφικών προϊόντων. Η μεγάλη οικονομική σημασία της αιγοπροβατοτροφίας, σύμφωνα με τον ίδιο, έγκειται στην παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, με υψηλό βαθμό εξαγωγικής δραστηριότητας (φέτα, γιαούρτι). Εντούτοις, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία (ΥΠΑΑΤ 2010), οι συνολικές εισαγωγές πρόβειου γάλακτος από χώρες της ΕΕ ανήλθαν για το έτος 2008 σε 5,6 χιλιάδες ισοδύναμους τόνους γάλακτος, για το 2009 σε 12 χιλιάδες ισοδύναμους τόνους γάλακτος και το 2010 σε 12,9 χιλιάδες ισοδύναμους τόνους γάλακτος. Για το γίδινο, αντίστοιχα, ήταν 55,7 τόνους, 476 τόνους και 539 τόνους. Με δεδομένο ότι το 2010 στην Ελλάδα παράχθηκαν 551.676 τόνοι πρόβειου γάλακτος και 152.096 τόνοι γίδινου γάλατος φαίνεται, όπως λέει ο κ. Αρσένος, ότι οι εισαγωγές για τη χρονιά αυτή αντιπροσώπευαν το 2,3% και 0,35% για το πρόβειο και γίδινο γάλα, αντίστοιχα.



Με βάση τα στοιχεία του ΕΛΟΓΑΚ, το έτος 2012 παραδόθηκαν στη Γαλακτοβιομηχανία 495.480 τόνοι πρόβειου και 114.391 τόνοι γίδινου γάλακτος, γεγονός που υποδηλώνει ότι σε σχέση με το 2010 η εθνική παραγωγή μειώθηκε κατά 10,2% για το πρόβειο και 24,7% για το γίδινο γάλα, αντίστοιχα. Τα δεδομένα αυτά, αναφέρει ο κ. Αρσένος, θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προβληματισμού, αφού από το γάλα αυτό παράγονται παραδοσιακά προϊόντα (Προϊόντα Ονομασίας Προελεύσεως, ΠΟΠ), που κατέχουν αξιόλογη θέση στις αγορές του εσωτερικού και του εξωτερικού. Η εκτροφή των προβάτων και των γιδιών, σύμφωνα με τον ίδιο, άλλαξε πολύ τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ο αριθμός των εισαγόμενων ζώων από ξενικές φυλές, ιδιαίτερα προβάτων, αυξήθηκε, ο αριθμός των εκτροφών μειώθηκε με ταυτόχρονη αύξηση του μεγέθους τους, αλλά και της παραγωγικότητας των εκτρεφόμενων ζώων, χάρη κυρίως στις προόδους της γενετικής βελτίωσης και της διατροφής. Εντούτοις, προσθέτει ο κ. Αρσένος, η απόδοση της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας υπολείπεται ακόμα σημαντικά εκείνης των προηγμένων ζωοτεχνικά χωρών. "Οι αιτίες είναι πολλές, ουσιαστικά όμως, όλες μπορούν να εντοπιστούν στη δυσκολία ταχείας προσαρμογής των υφιστάμενων εκτροφών στα συνεχώς μεταβαλλόμενα δεδομένα και στην ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών που επηρεάζουν την οικονομική βιωσιμότητα και την απόδοση των εκτροφών. Οι τομείς όπου υπάρχει σημαντική υστέρηση σχετίζονται με την υγεία και την παραγωγικότητα του εγχώριου ζωικού κεφαλαίου (τα πρόσφατα κρούσματα ευλογιά και καταρροϊκού πυρετού είναι ενδεικτικά), τη διατροφή και την έλλειψη τεχνογνωσίας και επαγγελματισμού από την πλειοψηφία των κτηνοτρόφων" εξηγεί ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.


Η πλειοψηφία των εκτροφών διαθέτει είτε υποτυπώδεις σταβλικές εγκαταστάσεις χωρίς μηχανολογικό εξοπλισμό (πχ. για μηχανικό άρμεγμα) είτε βαριές κατασκευές και συνεπώς δαπανηρά κτίρια τα οποία, με δεδομένο το ήπιο κλίμα της χώρας μας είναι μη λειτουργικά και αντιοικονομικά, σημειώνει ο κ. Αρσένος, επισημαίνοντας πως οι αγελάδες βρίσκονται σε καλύτερη θέση σε σχέση με τα πρόβατα και τα γίδια από πλευράς υποδομών και τεχνογνωσίας. Οι εκτρεφόμενες αγελάδες, ωστόσο, επισημαίνει ο κ. Αρσένος, παράγουν μόλις το 40% των εγχώριων αναγκών σε γάλα, ενώ το παραγόμενο κρέας από το σύνολο των εκτρεφόμενων βοοειδών (συμπεριλαμβανομένων των ζώων που εισάγονται για πάχυνση), καλύπτει το 25% των αναγκών. Η πλειοψηφία των εκτροφών αγελάδων στη χώρας μας είναι εκσυγχρονισμένες και λειτουργούν σε επιχειρηματική βάση. "Πάντως, αν λάβουμε υπόψη ότι οι ετήσιες ανάγκες της Ελλάδας σε αγελαδινό γάλα είναι περίπου 1.350.000 τόνοι, τότε το έλλειμμα της παραγωγής είναι 720.000 τόνοι! Διερευνώντας περισσότερο τα διαθέσιμα στοιχεία, θα διαπιστώσουμε ότι ο αριθμός των παραγωγών μειώθηκε δραματικά την τελευταία 10ετία, καθώς επίσης και ο αριθμός των αγελάδων (σήμερα υπολογίζουμε ότι δεν ξεπερνούν τις 90.000 οι αρμεγόμενες αγελάδες)" υπογραμμίζει ο κ. Αρσένος. Το θέμα επομένως, καταλήγει, δεν είναι ότι "οι αγελάδες στην Ελλάδα δεν παράγουν πολύ γάλα...", αλλά ότι είναι πλέον πολύ λίγες οι εκτρεφόμενες αγελάδες και ο κλάδος της αγελαδοτροφίας κινδυνεύει να χάσει την κρίσιμη μάζα ζωικού κεφαλαίου που χρειάζεται για να είναι βιώσιμος. Δεν φταίνε οι αγελάδες ούτε οι προβατίνες και οι γίδες, τονίζει ο κ. Αρσένος και καταλήγει: "Η ελληνική κτηνοτροφία έχει ανάγκη από βαθιές αλλαγές στη διάρθρωση και τη δομή της, διαφορετικά είναι αδύνατο να επιβιώσει, να συγκρατήσει και πολύ περισσότερο να προσελκύσει νέους και ικανούς ανθρώπους και να καλύψει στο μέλλον τις ανάγκες της χώρας σε προϊόντα υψηλής ποιότητας. Η κτηνοτροφική παραγωγή θα πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό. Η αύξηση της παραγωγής, η τυποποίηση και πιστοποίηση ανταγωνιστικών ελληνικών κτηνοτροφικών προϊόντων μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και αντίμετρο στην κρίση". 
Πηγή : https://www.fpress.gr/themata/story/21625/h-ktinotrofia-stin-ellada-se-arithmoys

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Χαμαιρωψ και Κρητικός Φοίνικας : Οι ιθαγενείς φοίνικες της Μεσογείου και της Ελλάδας

ΧΑΜΑΙΡΩΨ (Chamerops). Οικογένεια : Φοινικίδες ή Παλμίδες (Palmaceae). Γένος με 2 είδη φοινίκων που κατάγονται από τις περιοχές της δυτικής Μεσογείου. Ένα απ'αυτά ο Χαμαίρωψ ο χαμηλός (Chamaerops humils) ή φοίνικας του Αγίου Πέτρου είναι ο μόνος φοίνικας που αυτοφύεται στην Ευρώπη όπου μπορεί να καλλιεργηθεί σ'όλες τις περιοχές. Χαμαίρωψ ο υψικάρηνος ( Chamarops excelsa). Κανονικά ταξινομείται σαν Τραχύκαρπος ο φορτούνειος (Trachycarpus fortunei). Είναι ένας φοίνικας που κατάγεται από την Κίνα και φτάνει σε ύψος μέχρι 12μ. καθώς και σε διάμετρο 2,5-4μ. Έχει φύλλα παλαμοειδή, κυκλικά χωρισμένα σε τμήματα γραμμοειδή και πτυχωτά με οδοντωτούς μίσχους μήκους 1περίπου μ. Τον Μαίο-Ιούνιο παρουσιάζει μικρά κίτρινα λουλούδια ενωμένα σε πυκνές φόβες που μερικές φορές παράγουν καρπούς σφαιρικούς και κυανόμαυρους. Χαμαίρωψ ο χαμηλός (Chamaerops humils). Πιο γνωστό σαν Φοίνικας του Αγίου Πέτρου είναι ένα είδος νάνο που δεν ξεπερνάει το ύψος των 2μ. Απαντά αυτοφυές στις περιοχές της δυτικής Μεσογείου όπου φτάνει σε ύψος και διάμετρο 1 περίπου μ. Έχει στελέχη μερικές φορές με διακλαδώσεις ακόμα και στην βάση και φύλλα συγκεντρωμένα σε μια τούφα στην κορυφή. Τα τελευταία φέρονται πάνω σ'ένα μίσχο επιμήκη, ξυλώδη και αγκαθωτό συχνά με τομή αμφίκυρτη και έχουν ένα έλασμα παλαμοειδές χωρισμένο σε πολυάριθμα γραμμοειδή τμήματα που σχηματίζουν μια βεντάλια. Παρουσιάζει φοβοειδείς ταξιανθίες που σχηματίζονται στη βάση των φύλλων και παράγει στη συνέχεια ελλειπτικούς καρπούς κοκκινωπούς ή κίτρινους. Καλλιεργείται επίσης και η ποικιλία «Δακτυλόκαρπη» (Dactylocarpa) που μπορεί να φτάσει σε ύψος 6μ. Καλλιεργούνται στο ύπαιθρο την άνοιξη σ'όλα τα είδη των καλά αποστραγγιζόμενων εδαφών. 


Απαιτούν προσήλιες ή ημισκιαζόμενες και απάνεμες θέσεις. Στις περιοχές όπου το κλίμα είναι μάλλον δριμύ μπορούν να καλλιεργηθούν σε θερμοκήπιο σε μεγάλα δοχεία που να μπορούν να μεταφέρονται στο ύπαιθρο στις πιο ζεστές εποχές. Στη διάρκεια του καλοκαιριού ποτίζονται με άφθονο νερό. Μεταφυτεύονται σε νέα γλάστρα κάθε 3-4 χρόνια τον Μαίο – Ιούνιο σε φυτόχωμα πολύ γόνιμο. Μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρους ή με βλαστούς που παράγονται στη βάση του δέντρου. Η σπορά πραγματοποιείται τον Μάρτιο, σε θερμό τζάκι πάνω σε αμμώδες έδαφος. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες που περιέχουν ένα μείγμα από φυτόχωμα τύρφη και άμμο όπου καλλιεργούνται για 2 χρόνια. Στο διάστημα αυτό τους αλλάζετε γλάστρα μια ή περισσότερες φορές ανάλογα με την ανάπτυξη. Στο τέλος του δεύτερου χρόνου μπορούν να φυτευτούν στην οριστική τους θέση. Οι βλαστοί της βάσεως κόβονται τον Απρίλιο – Μαίο(πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με 2-3 φύλλα τουλάχιστον) και φυτεύονται σε γλάστρες που περιέχουν ένα μείγμα από φυτόχωμα, τύρφη και άμμο. Κατόπιν καλλιεργούνται σε γλάστρα για ένα χρόνο, σε μέρη προφυλαγμένα κα σε θερμοκήπιο τις πιο ψυχρές περιοχές του χειμώνα. Προς τα τέλη της ανοίξεως του επόμενου χρόνου δηλαδή του τρίτου μπορούν πλέον να μεταφερθούν στην οριστική τους θέση. O Κρητικός Φοίνικας ή Φοίνικας του Θεόφραστου (Phoenix theophrastii) είναι ένας μικρός φοίνικας, ενδημικός στην ανατολική περιοχή της Μεσογείου, με πολύ περιορισμένη εξάπλωση σε λίγες περιοχές, κύριως της Κρήτης. Το μόνο μεγάλο δάσος φοίνικα της Ευρώπης αποτελείται από το Φοίνικα του Θεόφραστου, στο Βάι, μια παραλία στο νομό Λασιθίου στην ανατολική Κρήτη στο δήμο Σητείας. Το φοινικόδασος του Αγίου Νικήτα που υπάρχει στο νότιο μέρος του Νομού Ηρακλείου είναι μακρόστενο και φύεται στα ανατολικά Αστερούσια Όρη σε κάπως αρκετή απόσταση απ' τη θάλασσα (το μόνο στην Κρήτη). 


Στην παραλία Πρέβελης ένα άλλο γνωστό παραποτάμιο φοινικόδασος στη νότια ακτή του Νομού Ρεθύμνης και στον ίδιο νομό δυτικότερα κοντά στον παράλιο οικισμό Πλακιά φύονται λίγα άτομα δίπλα σε ένα ποτάμι στην παραλία Σούδα. Πέρα από την Κρήτη, μεμονωμένα άτομα έχουν εντοπιστεί σε 5 σημεία στην Αμοργό, σε 1-2 σημεία στην Ανάφη, και στις χερσονήσους της Κνίδου και της Αλικαρνασσού (απέναντι από την Κω) της επαρχίας Mugla στη νοτιοδυτική Τουρκία. Πρόσφατα ανακαλύφθηκαν 8 μέλη του είδους στην περιοχή της Αρχαίας Επιδαύρου. Ο φοίνικας φτάνει τα 15 μ. ύψος, συνήθως με πολλούς λεπτούς κορμούς. Τα φύλλα είναι πτεροειδή, με μάκρος 2-3 μ, με τα πολυάριθμα, άκαμπτα, γκριζο-πράσινα, γραμμικά φυλλάρια 15-50 εκατ. μήκος σε κάθε πλευρά του κεντρικού μίσχου. Ο καρπός είναι ωοειδής, κιτρινο-καφέ δρύπη, με 1,5 εκατ. μάκρος και 1 εκατ. σε διάμετρο, και περιέχει ένα μόνο μεγάλο σπόρο. Ως φοίνικας θυμίζει περισσότερο τον Phoenix dactylifera τη γνωστή μας χουρμαδιά που φύεται στις ερήμους Σαχάρα και της Αραβίας, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις θυμίζει και τον Phoenix canariensis με πιο ασημοπράσινο χρώμα φυλλώματος, για αυτό και υποστηρίζεται πως ο φοίνικας του Θεοφράστου είναι ο αρχαίος πρόγονος και των δυο αυτών ειδών, ο οποίος είναι μικρότερος σε διαστάσεις (τα 10-15 μέτρα μόνο φτάνουν τα ενήλικα φυτά) και η σάρκα του καρπού του (του "χουρμά") δεν αξίζει να φαγωθεί επειδή είναι πάρα πολύ λεπτή και ινώδης και έχει μια στυφή γεύση, αν και μερικές φορές οι καρποί του τρώγονται από τους ντόπιους. Ό,τι συμβαίνει με την χουρμαδιά, από περιοχή σε περιοχή έχει παρατηρηθεί και στον φοίνικα του Θεόφραστου, δηλαδή διαφορά ποικιλίας ανάμεσα στους καρπούς, όσον αφορά τη χημική διαδικασία ωρίμανσης τους και το σχήμα. 




Για παράδειγμα στην Επίδαυρο ο φοίνικας του Θεόφραστου κάνει πιο μακρόστενους καρπούς και όταν βρίσκονται σε κατάσταση ακόμα άγουρη ή ημι-άγουρη, ο πυρήνας (κουκούτσι) υφίσταται, αλλά όχι σε όλα τα στάδια ωρίμανσης (όπως συμβαίνει στην χουρμαδιά), ο οποίος στην πρώτη περίπτωση βρίσκεται εξολοκλήρου σε άγουρη, υγρή κατάσταση και όχι στερεή, σε αντίθεση όμως με τους πιο ωοειδείς καρπούς από την Πρέβελη και γενικότερα την Κρήτη όπου ακόμα και άγουρη πρασινωπού χρώματος να είναι η σάρκα του καρπού, ο πυρήνας μέσα βρίσκεται σε στερεή κατάσταση, ακόμα κι αν εμφανισιακά έχει ένα λευκότερο "άγουρο" χρώμα, καθώς στην μετέπειτα σπορά του παρατηρείται πως ένα 80% μιας ποσότητας, έχει απόδοση ριζοβολίας. Επίσης, μόνο στην ίδια την Κρήτη έχει παρατηρηθεί μικρή διαφορά ιδιοτήτων ανάμεσα σε σπόρους που προέρχονται από την Πρέβελη και το Βάι αντίστοιχα.
Πηγή : http://www.delta-trees.com/αρθρα/16-άρθρα/114-χαμαίρωψ.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Κρητικός_φοίνικας

Δεκαοχτούρα και Καρακάξα : Τα άγρια πτηνά κυρίαρχοι των ουρανών των ελληνικών πόλεων

Κατά τα λεγόμενα του κ. Σταύρακα, 150 είδη πουλιών παρατηρούνται στο κέντρο. Στον Λυκαβηττό έχουν καταγραφεί γύρω στα 90, στον Εθνικό Κήπο γ...