Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Ελαια ή Ελιά : Το ιερό δένδρο της θεάς Αθηνάς και οι καρποί της βάση της μεσογειακής διατροφής

Η ελιά ή ελαιόδενδρο ή λιόδεντρο (Ελαία, Olea) είναι γένος καρποφόρων δέντρων της οικογένειας των Ελαιοειδών (Oleaceae), το οποίο συναντάται πολύ συχνά και στην Ελλάδα. Ο καρπός του ονομάζεται επίσης ελιά και από αυτόν παράγεται το ελαιόλαδο. Η ελιά υπήρξε το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. ελιά είναι γνωστή από τους αρχαιότατους χρόνους, και πιθανότατα κατάγεται από το χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα και η πρώτη ελιά φυτεύτηκε από την Αθηνά στην Ακρόπολη. Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο. Την μετέφεραν είτε Έλληνες άποικοι είτε Φοίνικες έμποροι. Όπως αναφέρει ο Πλίνιος, κατά το 580 π.Χ, ούτε το Λάτιο ούτε η Ισπανία ούτε η Τύνιδα γνώριζαν την ελιά και την καλλιέργειά της. μύθος της διαμάχης μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την πόλη του Κέκροπα είναι γνωστός. Ο Ποσειδώνας χτυπώντας την τρίαινα του έκανε να αναβλύσει μια πηγή, η Αθηνά εμφάνισε την πρώτη ήμερη ελιά με καρπό. Οι Αθηναίοι επέλεξαν την ελιά, η πόλη τους πήρε το όνομα της θεάς και έκτοτε μπορεί να είχαν πρόβλημα με το νερό αλλά ευδοκίμησαν λόγω του ευλογημένου καρπού. Από αυτή την πρώτη ιερή ελιά της Αθηνάς, γεννήθηκαν άλλες δώδεκα ελιές τις οποίες οι Αθηναίοι φύτεψαν στις ισάριθμες πύλες της Ακαδημίας, και με την σειρά τους από αυτές τις ιερές, Μορίες, ελιές σιγά σιγά δημιουργήθηκαν οι ιεροί ελαιώνες των Αθηνών. Αιώνες αργότερα οι Αθηναίοι διαπίστωσαν πως υπήρχαν πια ελαιόδεντρα που προέρχονταν από την πρώτη ελιά σε όλη την πόλη διάσπαρτα, αιωνόβια δέντρα τα οποία όρισαν εξίσου ιερά. Μια αναφορά  στα  μνημειακά ελαιόδενδρα  δεν μπορεί  παρά να αρχίσει από την Ελιά της Αθηνάς. Το πιο γνωστό στον κόσμο ελαιόδενδρο  που η  μεταξύ μύθου και  πραγματικότητας  ιστορία του  δεμένη  με  την ιστορία των   μνημείων της Ακρόπολης και της ίδιας της Αθηνάς  το καθιστά ίσως το πιο  σημαντικό   μνημειακό  ελαιόδεντρο του κόσμου. Στο πρόσφατο βιβλίο της Τατιάνας Σταύρου  αναφέρεται: «Ητο κότινος αρχικώς η ελαία του Ερεχθείου; Ητο η πρώτη ήμερη ελιά, την οποία εμφύτευσε η Αθηνά υπέρ της πόλεως  της; Ητο το δόρυ της που το έμπηξε στο έδαφος θυμωμένη με τον Ποσειδώνα και φύτρωσε θαλλούς; Ητο η ίδια η Αθηνά , εμφανισθείσα υπό μορφή Ελαίας;  Η ελαία του Ερεχθείου εθεωρείτο ιερόν δένδρο και το λάδι της εχρησιμοποιείτο για την άσβεστη λυχνία της Αθηνάς. Όλβιος δε εθεωρείτο  εκείνος ο οποίος στεφανωνόταν με κλάδο της ελιάς αυτής όπως ο Αριστοφάνης μετά την θριαμβευτική παράσταση των «Βατράχων» του. Οι Αθηναίοι πλησίαζαν με ευλάβεια την ελιά του Ερεχθείου και έδεναν κορδελλάκια στα κλαδιά της, κρεμούσαν αναθήματα και καρπούς. Και όταν οι Πέρσες κατέκαυσαν   την Ελιά αυτή είδαν την επόμενη με έκπληξη να έχει  πετάξει βλαστάρι «ένα πηχυν».  Στην Ακρόπολη όμως επάνω αλλά και σε όλα τα ιερά της Αθηνάς υπήρχαν πάντοτε  ιερές ελιές (μορίες)  μερικά δε περιβαλλόταν από ολόκληρους ελαιώνες που αποτελούσαν τον σηκό. Τα κοιλώματα  κάθε ελιάς ήταν κόγχες στις οποίες τοποθετούσαν αναθήματα. 
Είναι δέντρο αειθαλές, έχει φύλλα αντίθετα, λογχοειδή, δερματώδη, σκουροπράσινα στην άνω επιφάνεια και αργυρόχροα στην κάτω. Τα άνθη της είναι λευκωπά, μονοπέταλα και πολύ μικρά, σχηματίζουν ταξιανθία βότρυος και εμφανίζονται προς το τέλος Μαΐου, ενώ ο καρπός ωριμάζει και συλλέγεται κατά τα τέλη του φθινοπώρου και αρχές του χειμώνα. Ο κορμός της ελιάς είναι οζώδης και καλύπτεται από τεφρόφαιο φλοιό. Η ελιά ευδοκιμεί σε κλίματα εύκρατα χωρίς ακρότητες θερμοκρασίας (με μέση ετήσια θερμοκρασία 16οC) και υγρασίας, για αυτό είναι ευρύτατα διαδεδομένη στη μεσογειακή ζώνη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Τουρκία, Αλγερία και αλλού). Ευδοκιμεί σε πολλές περιοχές του κόσμου, αρκεί η θερμοκρασία να μη κατέρχεται πολύ και για μεγάλα χρονικά διαστήματα κάτω από το μηδέν. Γι' αυτό και ιδιαίτερα κατάλληλες περιοχές για την καλλιέργειά της είναι οι παραθαλάσσιες. Τα δένδρα φυτεύονται σε ευθείες σειρές ή σε ρομβοειδείς διατάξεις. Ανάλογα με την ποικιλία και την ποιότητα του εδάφους η απόσταση μεταξύ των σειρών κυμαίνεται από 7 έως 20 μέτρα. Η περιοχή στην οποία καλλιεργούνται ελαιόδενδρα ονομάζεται "ελαιώνας". Ο καρπός της ελιάς είναι πολύ βασικός για τη Μεσογειακή διατροφή, τόσο ως εδώδιμος όσο και επειδή από αυτόν παράγεται το ελαιόλαδο. Ο καρπός της ελιάς είναι θαυμάσια πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Η ελιά παρέχει φυτικές ίνες και μέταλλα στον οργανισμό και είναι πηγή της βιταμίνης Ε, που είναι φυσικό αντιοξειδωτικό. Θεωρείται επίσης ότι η βιταμίνη Ε, επιβραδύνει τις αλλοιώσεις των κυτταρικών μεμβρανών και καταπολεμά την οστεοπόρωση.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ελιά
http://polelia.sedik.gr/athina.html
http://mythagogia.blogspot.gr/2013/10/blog-post_19.html

Περιστερά η Πελιδνη : Το ιερό πτηνό της θεάς Αφροδίτης και του Χριστού με το θρεπτικό κρέας

Τα περιστέρια, ή αγριοπερίστερα των βράχων όπως τα ονόμαζε ο Δαρβίνος, (Columba livia - Περιστερά η πελιδνή) είναι πτηνά της οικογένειας των περιστερίδων. Έχουν προσαρμοστεί στη ζωή στην πόλη πολύ καλά σε όλο τον κόσμο. Τα περισσότερα είδη έχουν γκριζογάλανο χρώμα και άσπρα πλευρά, ενώ το ινδικό υποείδος Περιστερά ή ενδιάμεσος του Στρίκλαντ έχει γαλαζωπά πλευρά. Η ουρά τους καταλήγει σε μια σκούρα γραμμή και οι φτερούγες έχουν δύο μαύρες γραμμές. Οι διαφορές μεταξύ αρσενικών και θηλυκών είναι λίγες. Τα μικρά περιστέρια ονομάζονται πιτσούνια. Πιτσουνάκια ονομάζονται συμβολικά και τα ζευγαράκια, δεδομένου ότι και οι άνθρωποι, όπως και τα περιστέρια, φέρονται τρυφερά στο έτερό τους ήμισυ. Τα περιστέρια ζουν σε ανοικτά και ημιανοικτά περιβάλλοντα, όπως για παράδειγμα γκρεμούς που χρησιμοποιούνται για φώλιασμα από τα άγρια περιστέρια. Αν και αρχικά ζούσαν σε άγρια κατάσταση, σταδιακά εγκαταστάθηκαν στις πόλεις. Ο συνολικός πληθυσμός των περιστεριών που στη φύση και στην πόλη είναι στην Ευρώπη 17 με 27 εκατομμύρια πουλιά. Εδώ και χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος έχει εξημερώσει περιστέρια σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για κατοικίδια περιστέρια προέρχεται από τον καιρό της Πέμπτης Αιγυπτιακής Δυναστείας, το 3000 π.Χ. Ο Όμηρος αναφέρει πως την Αφροδίτη αποκαλούσαν και Διωναία , ως κόρη της Διώνης και του Δία που αποτελούν το “Ιερό Ζεύγος” στη Δωδώνη, κατοικία του θεϊκού ζευγαριού και παριστάνονταν σε αγγεία και νομίσματα . Ιερό Δένδρο τους θεωρούνταν η ιερή φηγός, η δρυς . Η Ήπειρος λοιπόν και ιδίως η Δωδώνη υπήρξε ένα σπουδαίο κέντρο λατρείας της Διώνης ,όπου λατρεύτηκε ως “σύνναος” του Διός. ” και παρόλο που η Ομηρική παράδοση μας λέγει ότι η κατοικία της είναι ο Όλυμπος ,έχει δικό της ναό εκεί, ο οποίος καταστράφηκε. Μετά από την ίδρυση του εκεί μαντείου, αναφέρεται μαζί με τον Δία σχεδόν σε όλες τις επιγραφές, στις αναγραφόμενες ερωτήσεις προς το μαντείο και στους χρησμούς. Ο Φίλιππος Ε’ ο Μακεδόνας και οι Ηπειρώτες ανοικοδόμησαν ξανά το ναό της, καθώς και το Ιερό της Δωδώνης. Το περιστέρι θεωρούνταν σύμβολο και προφητικό πτηνό της Διώνης στη Δωδώνη και αργότερα έγινε σύμβολο του Έρωτος και της Αφροδίτης. Στα Γεωγραφικά του ο Παυσανίας αναφέρει ότι στη Μολοσσική και Θεσπρωτική γλώσσα τις γερόντισσες τις αποκαλούσαν Πελίες και τους γέροντες Πελίους . Πιθανόν, οι τρεις γριές προφήτισσες της Δωδώνης, γνωστές ως Πελειάδες (περιστερές), να ήταν οι ιέρειές της, που απασχολούνταν με τη φροντίδα του Ιερού. Κατά τη Ρωμαϊκή Εποχή, σύμφωνα με τον Πλίνιο, τα περιστέρια πουλιόνταν σε πολύ υψηλές τιμές και μάλιστα "λογάριαζαν ακόμα και τη ράτσα και το γενεαλογικό τους δέντρο". Ο Ακμπέρ Χαν, βασιλιάς στις Ινδίες γύρω στα 1600, εκτιμούσε ιδιαίτερα τα περιστέρια, τόσο που δεν είχε ποτέ στην αυλή του λιγότερα από 20000, τα οποία και διασταύρωνε επιτυχώς, όπως λέει ο αυλικός χρονογράφος του. Η λέξη περιστέρι προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη περιστερά, η οποία θεωρείται αβέβαιης προέλευσης, πιθανόν όμως σχετίζεται με το επίθετο πελιός (ωχρός). Το περιστέρι συμβολίζει την ειρήνη. Μέρος του συμβολισμού αυτού προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη και συγκεκριμένα τον Κατακλυσμό του Νώε, κατά το τέλος του οποίου ο Νώε έστειλε δυο περιστέρια για να δει αν υπάρχει ξηρά. Τα περιστέρια επέστρεψαν κρατώντας κλαδί ελιάς, δείχνοντας συμβολικά ότι ο θεός σταμάτησε τον πόλεμο προς την ανθρωπότητα. Επίσης συμβολίζει την αθωότητα και την αγνότητα (εξ ου και η φράση "ως αθώα περιστερά"). Στη Χριστιανική θρησκεία αποτελεί σύμβολο του Αγίου Πνεύματος (προερχόμενο από την περιγραφή της βάπτισης του Ιησού).

Τα περιστέρια φτιάχνουν φωλιές χρησιμοποιώντας ξερά κλαράκια σε δέντρα ή και σε οποιοδήποτε εσοχή κτιρίου. Εκεί αποθέτουν τα αυγά τους, τα οποία φροντίζουν και οι δύο γονείς. Όχι μόνον τα επωάζουν εναλλάξ, αλλά και τα δύο φύλα εκκρίνουν από τον οισοφάγο τους ένα ειδικό υγρό ώστε να τα ταΐζουν επίσης εναλλάξ. Συγκεκριμένα, τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό διαθέτουν οισοφάγο με πολύ ευρύ πρόλοβο, τα τοιχώματα του οποίου διογκώνονται κατά την επώαση, οπότε και αναπτύσσονται οι αδένες της περιοχής. Κατά την επώαση οι αδένες εκκρίνουν ένα γαλακτώδες υγρό που αποτελεί και την πρώτη τροφή των νεοσσών. Το ίδιο υγρό εξυπηρετεί και στην πέψη των τροφών την οποία οι γονείς εξεμούν από το στομάχι τους και την δίνουν στο νεοσσό έτοιμη προς πέψη -την αδειάζουν κατευθείαν στον οισοφάγο του νεοσσού. Ο νεοσσός εγκαταλείπει τη φωλιά μια έως τέσσερις εβδομάδες μετά τη γέννησή του. Τα περισσότερα είδη μπορούν να ζήσουν από 12 έως 15 χρόνια, τα οποία περνούν κατά κανόνα ζευγαρωμένα με ένα ταίρι. Γεννούν από 5 έως 10 φορές το χρόνο από ένα έως δύο αυγά, ανάλογα με το είδος. Και η γεύση των εγχώριων περιστεριών της Ρωσιας μοιάζει με παιχνίδι, ανάμεσα στο σκούρο γευστικότατο κρέας τους και την απαράμιλλη τρυφεράδα τους. Η τροφή των περιστεριών είναι: σιτάρι, μπιζέλια, κριθάρι, κεχρί, καλαμπόκι και πρασινάδα. Το κρέας του περιστεριού είναι μια σημαντική πηγή πλήρους πρωτεΐνης και λιπιδίων με ένα υψηλό επίπεδο σε ουσιώδη λιπαρά οξέα. Το κρέας εκτιμάται ιδιαίτερα από τους διαιτολόγους για τις θρεπτικές και βιολογικές ιδιότητές του.

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Περιστέρι
http://anakalipto.blogspot.gr/2012/10/blog-post_377.html#.V7QcOxLl62c
https://gr.rbth.com/multimedia/2013/01/26/ektrofi_peristerion_sti_rosia_gia_gkoyrme_piata_kai_ypsili_koyzina_19515?crid=93

Παγώνι ή Ταώς : Το εντυπωσιακό πτηνό από την Ινδία με το πλούσιο φτέρωμα αλλά και το ανοστο κρέας

Το παγώνι ή παγόνι (Pavo, ελλ. ταώς) είναι πτηνό της οικογένειας των φασιανιδών, της τάξης των ορνιθόμορφων. Κατάγεται από τα δάση της Νότιας Ινδίας. Στην Ευρώπη ήρθε από την αρχαιότητα και εξημερώθηκε με άγνωστο τρόπο. Ήταν γνωστό στη Μεσοποταμία, την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. Ήταν πιστευτό ότι το προστάτευαν οι Θεοί και ήταν συνηθισμένο να βρίσκεται στους ναούς και στις αυλές των πλούσιων σπιτιών. Σήμερα στην Ινδία το παγώνι είναι προστατευόμενο είδος. Συχνά η θέα Ήρα περιγραφόταν ή απεικονιζόταν κρατώντας κάποιο σκήπτρο ως σύμβολο κυριαρχίας ή έχοντας στα χέρια της ρόδι (σύμβολο γονιμότητας). Άλλα γνωστά σύμβολα της Ήρας ήταν το παγώνι, ο κούκος που συμβόλιζε τον ερχομό της άνοιξης και διάφορα λουλούδια και φυτά που συμβόλιζαν την ευλογία της φύσης. Το παγώνι παρουσιάζει έντονο φυλετικό διμορφισμό, καθώς το αρσενικό έχει διαφορετική εμφάνιση από το θηλυκό. Το αρσενικό έχει μήκος 1,25 μ. χωρίς την ουρά του, η οποία του διπλασιάζει το μήκος. Το χρώμα του είναι πράσινο ή μπλε στο στήθος, την κοιλιά και το κεφάλι, έχει κοντές φτερούγες που του επιτρέπουν περιορισμένη πτήση και ένα λοφίο στην κορυφή του κεφαλιού. Έχει πολύ εντυπωσιακή ουρά με μακριά πηδαλιώδη φτερά με πράσινα, μπλε, μαύρα και πορτοκαλί οφθαλμοειδή στίγματα, που την ανοίγει σε σχήμα βεντάλιας. Αντίθετα το θηλυκό δεν έχει αυτή την εντυπωσιακή όψη, δεν διαθέτει μακριά ουρά και το χρώμα του είναι καστανόγκριζο με σκούρες λωρίδες. Γεννάει μέχρι 5 αυγά, τα οποία κλωσσάει για χρονικό διάστημα περίπου ενός μήνα. Τα παγώνια ζευγαρώνουν κατά την περίοδο των βροχών. 

Το παγώνι ζει στα ανοιχτά δάση και αναζητεί την τροφή του είτε στο χάραμα της ημέρας είτε αμέσως πριν από το ηλιοβασίλεμα. Είναι παμφάγο και η διατροφή του περιλαμβάνει σιτάρι, μούρα, σύκα καθώς επίσης και έντομα, μικρά θηλαστικά και ερπετά. Ζει έως 25 χρόνια αλλά με ιδανικές συνθήκες, υγιεινή και περιποίηση μπορεί να ζήσει σε φάρμες μέχρι και 40 χρόνια. Το παγώνι τρέφεται με σπόρους, τρυφερούς βλαστούς, διάφορα έντομα και μικρά ερπετά. Κατάγεται από τα πυκνά δάση των Ινδιών, όπου ζει και σήμερα σε άγρια κατάσταση, κατά ομάδες τριάντα μέχρι σαράντα ατόμων. Ήταν γνωστό στη Μεσοποταμία από τον 3ο αι. π.Χ. Ο Μέγας Αλέξανδρος έστειλε πολλά παγώνια στην Ελλάδα και αργότερα το παγώνι διαδόθηκε και στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με την πάροδο των αιώνων δημιουργήθηκαν δύο καινούριες φυλές, που έχουν ομοιόμορφο άσπρο ή μαύρο φτέρωμα. Το παγώνι είναι ένα από τα ομορφότερα πουλιά που ζουν σήμερα. Το κρέας του είναι άνοστο, τα αβγά του δεν τρώγονται και χρησιμοποιείται μόνο για καλλωπιστικούς σκοπούς σε κήπους σπιτιών και σε δημόσια πάρκα. Σε αντίθεση με το όμορφο σύνολό του έρχονται τα άσχημα πόδια του και η δυσάρεστη φωνή του. Ως επί το πλείστον, το παγώνι χρησιμοποιήθηκε στα μεσαιωνικά πανηγύρια χάριν συμβολου και για τη φήμη και την ομορφιά του, το κρέας του ήταν σκληρό και ινώδες. Αλλά πριν τη γαλοπούλα, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο μενού των Βρετανών περιλάμβανε: φασιανούς, πέρδικες, κύκνο, παγώνια – όλα αυτά για τους πλούσιους βέβαια, διότι οι φτωχοί στο χοίρο προσέβλεπαν για ένα γεμάτο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Oι πηγές αναφέρουν ότι οι Βυζαντινοί προτιμούσαν τις πάπιες, τις χήνες, τα περιστέρια, τα παγόνια, τις πέρδικες, τα κοτσύφια και τις τσίχλες. Υπήρχαν, μάλιστα κι ειδικά εκτροφεία παγωνιών, καθώς το πουλί αυτό ήταν στην κορωνίδα των προτιμήσεων της άρχουσας τάξης. Στη μεσαιωνική Βαρκελώνη λάμβανε χώρα το χριστουγεννιάτικο έθιμο της τελετής του παγωνιού. Τη μέρα των Χριστουγέννων ο βασιλιάς έπαιρνε μέσα σε μια χρυσή πιατέλα ένα ψητό παγώνι, που θεωρούνταν ένα από τα πιο σπάνια φαγητά, και το μετέφερε στην τραπεζαρία. Σ' αυτήν την πομπή τον ακολουθούσε ένα πλήθος από ευγενείς, υπηρέτες και σωματοφύλακες. Μέσα στην τραπεζαρία βρισκόταν η βασίλισσα. Ο βασιλιάς της πρόσφερε το παγώνι για να το μοιράσει σε όλους τους παρευρισκόμενους. Όσοι δέχονταν την εξαιρετική αυτή τιμή, ήταν υποχρεωμένοι να ορκιστούν μπροστά στην ομήγυρη ότι θα προσπαθήσουν ν' ανδραγαθήσουν στον πόλεμο ή στις ταυρομαχίες. Τα Παγώνια είναι σήμερα ακόμα διαθέσιμα για την κουζίνα από φάρμες παγωνιών ωστόσο, οι μεγάλες πάπιες ή χήνες είναι κατάλληλα υποκατάστατα λόγω του μεγέθους τους, και με κρέας πολύ πιο ευχάριστο.

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Παγώνι
http://www.livepedia.gr/index.php/Παγόνι
http://tsakmakidis.blogspot.gr/2010/12/blog-post_17.html
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Ήρα_(μυθολογία)

Γαλοπούλα ή Ινδόρνιθα : Το πουλερικο των Ινδιάνων της Αμερικής με το ευεργετικό και νόστιμο κρέας

Οι γαλοπούλες (ινδόρνιθες, κούρκοι, διάνοι και γάλοι) είναι πουλιά του γένους Μελεαγρίς (Meleagris). Το είδος Μ. gallopavo, γνωστό και ως άγρια γαλοπούλα είναι αυτόχθονο της Βόρειας Αμερικής και είναι το βαρύτερο μέλος των ορνιθόμορφων, με φυσιολογικό βάρος μέχρι 11 κιλά. Από αυτό το είδος προέρχεται η οικόσιτη γαλοπούλα, της οποίας η εξημέρωση έγινε πριν περίπου 2.000 χρόνια στο κεντρικό Μεξικό. Το άλλο υπάρχον είδος είναι η Meleagris ocellata (Μελεαγρίς η οσελοτωτή), η οποία ζει στη χερσόνησο Γιουκατάν. Πατρίδα της γαλοπούλας θεωρείται η Αμερική και οι πρώτοι που την εξημέρωσαν ήταν οι Αζτέκοι. Όταν οι ισπανοί θαλασσοπόροι την πρωτοσυνάντησαν στο Μεξικό, την ονόμασαν ινδικό κοτόπουλο, καθώς νόμιζαν ότι βρίσκονταν στις Ινδίες. Στη συνέχεια, την μετέφεραν στην Ευρώπη όπου μετά τη Γαλλία και την Αγγλία, έγινε παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο πιάτο σε πολλές χώρες. Εντάχθηκε στη διατροφή των Ελλήνων, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Οι γαλοπούλες ταξινομικά ανήκουν στην τάξη ορνιθόμορφα και την οικογένεια φασιανίδες. Τα αρσενικά και των δύο ειδών έχουν μια σαρκώδη προεξοχή που κρέμεται από την κορυφή του ράμφους, η οποία αποκαλείται λειρί. Είναι ανάμεσα στα μεγαλύτερα πτηνά της τάξης τους. Όπως και στα υπόλοιπα ορνιθόμορφα, τα αρσενικά είναι μεγαλύτερα και πιο πολύχρωμα από τα θηλυκά, εμφανίζουν δηλαδή σεξουαλικό διμορφισμό. 
Η εντατική κρεατοπαραγωγική ινδιανοτροφία συνίσταται από μια εκτροφή νεοσσών ινδιάνων το χρόνο, από το θέρος ως το Δεκέμβρη, για την παραγωγή κρέατος προς κατανάλωση τις εορτές των Χριστουγέννων. Οι ινδιανοτρόφοι προμηθεύονται τους νεοσσούς από τους αναπαραγωγούς-εκκολάπτες και τους ανατρέφουν κατά το πρώτο στάδιο, 1 ως 2 μήνες, σε πρόχειρες εγκαταστάσεις — υπόστεγα ή απλούς θαλάμους— και, μετά, τους εκτρέφουν στις βοσκές και κυρίως στις καλαμιές των σιτηρών κατά το μεγαλύτερο διάστημα. Κατά το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης χορηγείται στους Ινδιάνους συμπληρωματική τροφή. Οι εκτροφές αυτές είναι συνήθως σμήνη των 500 ως 1000 κεφ. το καθένα. Οι γαλοπούλες αναπαραγωγής είναι συνήθως διασταυρώσεις μαύρων ανθε­κτικών φυλών, που έχουν προσαρμοστεί στις τοπικές συνθήκες. Hινδιανοτροφία συγκεντρώνεται κυρίως στη Θεσσαλία και την Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία. Η μη ανάπτυξη της ινδιανοτροφίας στη Χώρα μας σε συστηματική και βιομηχανική μορφή οφείλεται στον περιορισμό της κατανάλωσης κρέατος γαλοπούλων μόνο την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και του Νέου έτους. Έτσι καθίσταται ασύμφορη η δημιουργία μόνιμων και σύγχρονων εγκαταστά­σεων εκτροφής ινδιάνων, γιατί αυτές δε θα αξιοποιούνται πλήρως με τη διενέργεια μιας εκτροφής το χρόνο, ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για 2 έως 3 εκτροφές. Ή περίοδος ανατροφής και ανάπτυξης των πτηνών αναπαραγωγής διαρκεί από 27 ως 35 εβδομάδες, μέχρις ότου φτάσουν στη γενετησιακή ωριμότητα (έναρξη ωοτοκίας) και εξαρτάται από τη φυλή ή τον τύπο του υβριδίου. Η πάχυνση των νεοσσών διαρκεί 12 ως 24 εβδομάδες συνήθως, ανάλογα με τη φυλή και το επιθυμητό εμπορικό βάρος του σφαγίου. Ανατρέφονται μέσα σε θαλάμους, με στρωμνή και με κατάλληλες κλιματικές συνθήκες όμοιες σχεδόν με εκείνες των νεοσσών των ορνίθων, μέχρι την ηλικία των 6 ως 8 εβδομάδων. Έχουν ανάγκη από υψηλότερη θερμοκρασία περιβάλ­λοντος από τους νεοσσούς ορνίθων κατά την πρώτη εβδομάδα της ηλικίας τους. Η θερμοκρασία, κατά τη διάρκεια της πρώτης αυτής εβδομάδας, 8 cm πάνω από το δάπεδο στο άκρο της θερμομητέρας, πρέπει να διατηρείται στους 35° C για τους μαύρους και 37,8° C για τους άσπρους νεοσσούς. Κατόπιν η θερμοκρασία μειώνεται σταδιακά τις άλλες εβδομάδες μέχρι τους 20° C την 6η ή 8η εβδομάδα. Η άριστη θερμοκρασία για τους αναπτυσσόμενους νεοσσούς (ηλικίας 8 ως 16 εβδομάδων) είναι ως 18° C. Μετά την ηλικία αυτή συνεχίζεται η διατήρηση των ινδορνιθίων στον ίδιο θάλαμο (εντατική εκτροφή) ή μεταφέρονται και εκτρέφονται μέσα σε υπόστεγα και θαλάμους με περίβολα (ημιεντατική εκτροφή) ή σε βοσκές, όπου διατρέφονται με ελεύθερη βόσκηση και με τη χορήγηση συμπληρωματικής τροφής, αν είναι ανάγκη (εκτατική εκτροφή). Τα ινδορνίθια είναι αρκετά ανθεκτικά, όταν έχουν αναπτυγμένο το πτέρωμά τους, γι’ αυτό αρκεί να προστατεύονται από τον ήλιο ή τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες με απλά υπόστεγα ή σκηνές στις βοσκές. 
Η γαλοπούλα έχει λευκό και νόστιμο κρέας, με ελάχιστα λιπαρά, μικρή θερμιδική αξία και ευεργετική δράση. Οι πολλές θρεπτικές της ιδιότητες, την καθιστούν ιδανική επιλογή για ευαίσθητες ηλικιακές ομάδες, όπως είναι τα παιδιά. Ανάμεσα σε αυτές, περιλαμβάνονται και πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας, πολλές βιταμίνες (Β6, Β3,Β2, Β12), σίδηρος που ανεβάζει τον αιματοκρίτη, φώσφορο για γερά οστά και δόντια καθώς και κάλιο γνωστό για την καρδιολογική του δράση. Πλούσιο είναι ακόμη το κρέας της γαλοπούλας σε τρυπτοφάνη, ένα αμινοξύ που συμβάλλει στην παραγωγή της σεροτονίνης, η οποία χαρίζει αισθήμα χαλάρωσης και ευφορίας στον οργανισμό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σεροτονίνη συμμετέχει στη ρύθμιση της διάθεσης, της όρεξης και του ύπνου, ενώ η έλλειψη της συνδέεται με την εκδήλωση κατάθλιψης. Η γαλοπούλα ανήκει έτσι στις τροφές που βοηθούν στην καταπολέμηση της κατάθλιψης.
https://el.m.wikipedia.org/wiki/Γαλοπούλα
http://www.ftiaxno.gr/2014/12/galopoules-anaparagogi-kai-ektrofi.html
http://www.newsbeast.gr/greece/arthro/273831/ametrita-ta-diatrofika-ofeli-tis-galopoulas

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Κότα ή Όρνιθα : Το πιό διάσημο πουλερικό στον κόσμο με τα οφελιμα αυγά και το θεραπευτικό κρέας

Η Όρνιθα, ή κοινώς κότα, (αρσενικός:αλέκτωρ, ή πετεινός ή κόκκορας) (Gallus gallus domesticus - Όρνιθα η όρνιθα η οικιακή) είναι ένα εξημερωμένο πτηνό. Είναι ένα από τα πιο κοινά και διαδεδομένα οικόσιτα ζώα, αφού υπολογίζεται ότι το 2003 υπήρχαν γύρω στα 24 δισεκατομμύρια εκπρόσωποι του είδους. Δηλαδή υπάρχουν περισσότερες κότες στον κόσμο από οποιοδήποτε άλλο πουλί, ή και από τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος εκτρέφει τις κότες κυρίως ως πηγή τροφίμων, για το κρέας τους και τα αυγά τους. Κοιτίδες του Νεολιθικού τρόπου ζωής, ο οποίος βασίστηκε σε μιαν άλλη, νέα, επαναστατική σχέση μεταξύ των ζώων, των φυτών και του ανθρώπου, σχέση που τελικά τον οδήγησε στην κυριαρχία του στη φύση, έχουν εντοπιστεί σε περιοχές της Μέσης Ανατολής (8η χιλιετία π.X.) όπως και σε τοποθεσίες της Ελλάδας, στην Θεσσαλία, την Αργολίδα, την Κρήτη και το Βόρειο Αιγαίο που ανάγονται στο πρώτο μισό της 7ης χιλιετίας (6.800 - 6.500 π.X.). Tα στοιχεία της νέας οικονομίας που τεκμηριώνουν και χαρακτηρίζουν την Aκεραμική περίοδο στην Ελλάδα, είναι: σκελετικό υλικό εξημερωμένων ζώων, αιγοπροβάτων, βοοειδών και χοίρων (κτηνοτροφία) απανθρακωμένα δημητριακά και όσπρια (γεωργία), ορύγματα και υποδοχές στη γη για ξύλινα δοκάρια, εστίες και στρωμένα με χαλίκι δάπεδα και βόθροι (οικιστική).  Υπάρχουν δείγματα για εκτροφή και κατανάλωση κοτόπουλων στην Ελλάδα από την νεολιθική εποχή 8.000 πχ. Η κότα ήταν γνωστή στην Αίγυπτο από την 18η Δυναστεία, σαν το "το πουλί που γεννάει ένα αυγό κάθε μέρα". Η κότα ήρθε στην Αίγυπτο από την Συρία και τη Βαβυλώνα, σύμφωνα με τα χρονικά του Τούθμωση Γ'. Στην Παλαιά Διαθήκη δεν γίνεται καμιά αναφορά στην εξημερωμένη κότα. Το πότε ακριβώς μετατράπηκε σε κατοικίδιο, δεν είναι γνωστό, όμως υπάρχουν ακόμη άγρια είδη, από τα οποία προέρχονται οι σημερινές φυλές. Στην Ελλάδα περί το 700 π.Χ. άνθησε ή πτηνοτροφία ορνίθων από τις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, που ήταν ονομαστές για την εκτροφή κοκόρων για κοκορομαχίες ήταν η Τανάγρα, η Ρόδος, η Χαλκίδα, η Κως κ.ά. Μια φάση από κοκορομαχίες αναπαριστάνεται σ' ανάγλυφο που βρίσκεται στο θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. 

Οι Όρνιθες θεωρούνται παμφάγα πτηνά. Σε ελεύθερο περιβάλλον, σκάβουν στο χώμα για αναζήτηση σπόρων, εντόμων και ακόμα μεγαλύτερων ζώων όπως οι σαύρες και μικρά ποντίκια. Ελεύθερες στη φύση μπορούν να ζήσουν για πέντε έως ένδεκα έτη, ανάλογα με το είδος (ράτσα). Σε εμπορική εντατική αναπαραγωγή κρέατος, ένα κοτόπουλο ζει γενικά μόνο για έξι εβδομάδες πριν να σφαγεί. Το κοτόπουλο κατανάλωσης κρέατος βιολογικής εκτροφής θα θανατωθεί συνήθως σε περίπου 14 εβδομάδες. Οι κότες ορνιθοτροφείου μπορούν να παραγάγουν τουλάχιστον 300 αυγά ετησίως. Μετά από 12 μήνες, οι κότες αυγοπαραγωγής χάνουν σταδιακά την απόδοσή τους και θανατώνονται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σαν τροφή κατοικίδιων ζώων, για πίτες και άλλα επεξεργασμένα τρόφιμα. Το αρσενικό μπορεί να διαφοροποιηθεί από το θηλυκό. Συνήθως διαφοροποιείται από τις κότες με το εντυπωσιακό φτέρωμα, που χαρακτηρίζεται από μακριές ουρές και λαμπρά φτερά στο λαιμό και πλάτη, το μεγαλύτερο λειρί καθώς και την πολύ δυνατή φωνή. Τα ενήλικα κοτόπουλα έχουν ένα σαρκώδες λοφίο στα κεφάλια τους, που λέγεται λειρί, και επίσης μια σαρκώδη προεξοχή κάτω από τα ράμφη τους. Τα ενήλικα αρσενικά και θηλυκά έχουν λειρί, αλλά στις περισσότερες φυλές προεξέχει πιο πολύ στα αρσενικά. Οι κότες δεν είναι ικανές για πτήσεις, αν και τα ελαφρύτερα πουλιά είναι γενικά σε θέση να πετάξουν σε μικρές αποστάσεις, όπως για παράδειγμα για να πηδήξουν πάνω από φράκτες ή να κουρνιάσουν σε ένα δέντρο. Είναι κοινωνικά πουλιά και ζουν μαζί ως κοπάδι. Έχουν μια κοινοτική προσέγγιση στην επώαση των αυγών και την ανατροφή των μικρών. 

Τα μεμονωμένα κοτόπουλα σε ένα κοπάδι πολλες φορες θα καθιερώσουν μια κοινωνική ιεραρχία, με τα κυρίαρχα κοτόπουλα να έχουν την προτεραιότητα στην πρόσβαση σε τροφή. Ο κόκκορας συνηθως θα προσκαλέσει τις κότες για τροφή αλλά θα τραφεί μαζί τους, χωρίς να περιμένει. Η απομάκρυνση ενός μέλους από ένα κοπάδι προκαλεί μια προσωρινή διάσπαση σε αυτήν την κοινωνική δομή έως ότου καθιερώθεί μια νέα. Η προσθήκη νεώτερων πουλιών σε ένα υπάρχον κοπάδι μπορεί να προκαλέσει αναταραχή και βία. Η ελλειψη κόκκορα σε κοπάδι μπορεί να κάνει τις κότες να εγκαταλείψουν την στέγη τους προς αναζήτηση κόκκορα. Οι Πετεινοί ή κοκόρια λαλούν (με μια δυνατή και μερικές φορές διαπεραστική κραυγή) που παίζει το ρόλο οριοθέτησης της εδαφικής τους περιοχής σε σχέση με τους άλλους πετεινούς. Εντούτοις, το λάλημα μπορεί επίσης να προκύψει από κάποια ξαφνική διαταραχή στο περιβάλλον τους. Σε παλαιότερες εποχές, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν ρολὀγια, το πρωινό λάλημα του πετεινού, σηματοδοτούσε το ξημέρωμα και την προετοιμασία για την έναρξη των αγροτικών εργασιών. Οι κότες "κακαρίζουν" δυνατά εφόσον γεννήσουν ένα αυγό, και επίσης για να καλέσουν τους νεοσσούς τους, ή προ κάποιου κινδύνου. Το άσπρο κρέας (στήθος) του κοτόπουλου περιέχει τις μεγαλύτερες ποσότητες νιασίνης, η οποία έχει αποδειχθεί από μελέτες επιστημόνων ότι μειώνει την χοληστερόλη και ως αποτέλεσμα, μειώνεται και ο κίνδυνος καρδιακών προσβολών.

Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Όρνιθα
http://www.cooklos.gr/ayto-to-ikseres/aspro-kreas-stithos-toy-kotopoyloy-meionei-tin-holisteroli
http://www.livepedia.gr/index.php/Όρνιθα

Πάπια ή Νήσσα : Το ανθεκτικό, υδρόβιο, οικόσιτο πτηνό με το νόστιμο κρέας και τα αυγά

Μια αγαπητή ενασχόληση των αρχαίων ήταν και το κυνήγι. Τα θηράματα ήταν άφθονα στα βουνά και στα δάση της Ελλάδας κατά την αρχαϊκή εποχή. Κατά την κλασική κυνηγούσαν κυρίως αγριόχοιρους, ελάφια, λαγούς που ήταν σε αφθονία και πουλιά. Ο περίφημος Αρχέστρατος αναφέρει ότι, ο καλύτερος τρόπος μαγειρέματος του λαγού είναι στην σούβλα και ελαφρά αλατισμένος. Πέρα από τα οικόσιτα πτηνά, όπως κότες και χήνες, προτιμούσαν ιδιαίτερα αυτά που ζούσαν ελεύθερα στους αγρούς και σε ελώδεις περιοχές, καθώς και τα αγριοπούλια όπως ορτύκια, τσίχλες, κοτσύφια, πέρδικες, περιστέρια, τρυγόνια, φασιανούς, που αποτελούσαν εκλεκτούς μεζέδες, κυρίως για τους πλούσιους, ψημένα στην σούβλα ή με διάφορες σάλτσες με καρυκεύματα όπως σέλινο, δυόσμο, πιπέρι, σταφίδες, μέλι, κρασί. Η Πάπια (Νήσσα, Anas), είναι η κοινή ονομασία που έχουν πτηνά της οικογένειας των Νησσιδών (Anatidae), που ανήκουν στην τάξη των Χηνόμορφων. Αποτελούν υδρόβια κυρίως πτηνά, μικρότερα ως επί το πλείστον σε σύγκριση με τα συγγενικά τους πουλιά, τους κύκνους και τις χήνες. Υπάρχουν περίπου 75 είδη πάπιας, τα οποία ζουν σε όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η ήμερη πάπια κατάγεται από την αγριόπαπια, η οποία είναι υδρόβιο και αποδημητικό πουλί. Η οικόσιτη πάπια διατήρησε τις συνήθειες και τα χαρακτηριστικά της αγριόπαπιας. Έτσι, μένει στα λιμναία ύδατα και σε ρυάκια για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. 

Είναι ζώο παμφάγο. Το πτηνό έχει στο σώμα του πυκνά φτερά, τα οποία είναι ελαφριά. Επίσης, το σχήμα του σώματός της μοιάζει με λέμβο. Ο λαιμός της είναι κοντός. Τα τρία εμπρόσθια δάκτυλα των ποδιών της είναι συνδεδεμένα με νηκτική μεμβράνη, οπότε τα πόδια λειτουργούν σαν κουπιά, ενώ το τέταρτο δάκτυλο είναι ελεύθερο, προς τα πίσω. Το φτέρωμά της έχει χρώμα λευκό και σε άλλες φυλές γκρι ή και πιο έντονο, ανάλογα με το φύλο και την εποχή του χρόνου. Στο ράμφος έχει μαλακό δέρμα , όπου βρίσκονται τα απτικά νεύρα. Με τα τελευταία το πτηνό υποβοηθάται στο να αντιλαμβάνεται την ποιότητα και το είδος της τροφής μέσα στη λάσπη. Μέσα από τις σχισμές (όπως η φάλαινα έχει τις μπαλένες) που έχει στο ράμφος, αποβάλλει το νερό που βάζει στο στόμα της μαζί με τη λάσπη, από τα μέρη όπου βρίσκει την τροφή της. Έπειτα, μέσα από τη λάσπη διαλέγει τις ουσίες που τρώγονται. Κοντά στην ουρά φέρει έναν αδένα, με τον οποίο εκκρίνει μία λιπώδη ουσία. Με το ράμφος της η πάπια αλείφει αυτό το υγρό σε όλο της το σώμα, καθιστώντας αδιαπέραστο από τα νερά το φτέρωμά της. Επίσης, αυτό γίνεται για να αποφύγει την αύξηση του βάρους της και για να διευκολυνθεί στο κολύμπι. Όντας παμφάγο πτηνό, η πάπια τρέφεται με ποικιλία τροφών, όπως χόρτα, υδρόβια φυτά, έντομα, μικρά αμφίβια, σκουλήκια και μικρά μαλάκια. Ορισμένα είδη πιάνουν και ψάρια, με τα οποία τρέφονται. 

Το πτηνό γεννά 40-50 αυγά το χρόνο και τα επωάζει σε διάστημα απο 23 έως 26 ημέρες ανάλογα με το είδος. Τα μικρά σύντομα αρχίζουν να περπατούν και να κολυμπούν με μεγάλη ευκολία. Η πάπια θηρεύεται για το κρέας της, που είναι πολύ νόστιμο. Επίσης, εκτρέφεται για τα αυγά της, το φτέρωμά της και συχνά εκτίθεται σε ζωολογικούς κήπους. Όλες οι κατοικίδιες πάπιες προέρχονται από την αγριόπαπια (Anas platyrhynchos), με εξαίρεση την πάπια Muscovy Duck. Μια δευτερη πηγη για αυγα και νοστιμο κρεας ειναι και οι παπιες. Κάτω από τις κατάλληλες συνθήκες, έχουν πολύ περισσότερα πλεονεκτήματα από τις τις κότες. Οι πάπιες είναι γενικά πιο αποδοτικές σε αυγά από τις κότες, συχνά ξεπερνά τα 300 ή περισσότερα αυγά ανά πάπια τον χρόνο. Οι πάπιες ακόμα έχουν απίστευτη αντίσταση σε ασθένειες, καθώς και στον κρύο και υγρό καιρό Λόγω της μεγαλύτερης αντοχής τους οι πάπιες χρειάζονται πολύ πιο απλές εγκαταστάσεις στέγασης από τις κότες. Και επειδή οι ωοτόκες πάπιες δεν τα καταφέρνουν στα άλματα, μπορούμε να τις περιορίζουμε με μια περίφραξη ύψους μόλις 60–90 εκ.. Στις πάπιες, όπως και στις χήνες, αρέσει πολύ να πλένουν συχνά το ράμφος και το κεφάλι τους. Γι’ αυτό τον λόγο, το πόσιμο νερό τους πρέπει να αλλάζεται αρκετές φορές την εβδομάδα – κατά προτίμηση καθημερινά. Αν είναι στριμωγμένες σ’ ένα μικρό χώρο με χωμάτινο δάπεδο και σε υγρό καιρό, θα κάνουν την κατοικία τους ένα λασπωμένο χάος.

Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Πάπια
http://mikrifarma.webnode.gr/παπιεσ-στο-αγροκτημα/
http://gastronomion.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Χήνες : Το καλύτερο οικόσιτο πτηνό με χρήση ως φύλακα που προσφέρει αυγά και κρέας

Στη Ρώμη έχουν να το λένε για τις χήνες του Καπιτωλίου, οι οποίες όταν οι Γαλάτες επιτέθηκαν εναντίον της αιφνιδιαστικά μια νύχτα, το 400 περίπου π.Χ., κι ενώ οι φρουροί της πόλης είχαν αφεθεί στην αγκαλιά του ύπνου και θα χάνονταν όλοι στα σίγουρα, δεν υπολόγισαν όμως τις χήνες του ναού της Ήρας που με τις τσιριχτές κραυγές τους ξύπνησαν τους στρατιώτες που κατόρθωσαν έτσι να αποκρούσουν τους εχθρούς. Έκτοτε οι χήνες αναφέρονται σαν σωτήρες της πόλης κι η φράση απέμεινε να συμβολίζει οτιδήποτε κι οποιονδήποτε προειδοποιεί για τυχόν επερχόμενες συμφορές. Αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ καθώς μεν εκείνες οι χήνες τιμήθηκαν από τους Ρωμαίους και τις θεωρούσαν ιερές, αλλά όταν χρόνια αργότερα οι απόγονοι των χηνών εκείνων δεν έκαναν τίποτα παρά μόνο καυχιόντουσαν και επαίρονταν για το ένδοξο παρελθόν τους και επειδή έγιναν άπληστες και νωθρές μια μέρα οι Ρωμαίοι τις έσφαξαν και τις έφαγαν. Έχοντας μεγαλώσει στην πόλη, νόμιζα πως η ιστορία με τις χήνες του Καπιτωλίου, που ξεσήκωσαν τον κόσμο όταν οι Γαλάτες προσπάθησαν να επιτεθούν στη Ρώμη, ήταν μια ιστορία σαν αυτές που διηγούνταν οι αρχαίοι για να εξηγήσουν διάφορα συμβάντα. 
Όμως, η φήμη που συνοδεύει τις χήνες του Καπιτωλίου δεν είναι ούτε αβάσιμη ούτε οφείλεται σε μύθο ή σε σύμπτωση. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το ότι οι χήνες της Γουινέας, αυτά τα όμορφα και σπάνια στην Ευρώπη νεροπούλια, θεωρούνται οι καλύτεροι φύλακες, ανώτεροι ακόμα κι από τους σκύλους. Η εκπληκτική τους ακοή και οι δυνατές κραυγές τους τις καθιστούν αναντικατάστατες σε κτήματα και σπίτια με αυλή. Αντιλαμβάνονται ακόμα και νυχτερινούς επισκέπτες, λες και δεν κοιμούνται ούτε με το πιο βαθύ σκοτάδι. Η χήνα είναι γένος πτηνών, με την επιστημονική ονομασία Anser (Χην), που περιλαμβάνει περί τα 15 είδη, τα οποία ζουν σε ψυχρές περιοχές. Ανήκει στην οικογένεια των Νησσιδών (Anatidae), στην οποία υπάγονται και οι κύκνοι, που είναι συνήθως μεγαλύτεροι από τις χήνες και οι πάπιες, οι οποίες είναι μικρότερες από τις χήνες. Υπάγεται στην τάξη Χηνόμορφα. Έχει σταχτί και άσπρο χρώμα, με μακρύ λαιμό. Ζει πάντα κοντά σε λίμνες, έλη και ποτάμια. Έχει εξημερωθεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια πριν. Η κατοικίδια χήνα εκτρέφεται για τα αυγά της, το φτέρωμα και κυρίως το νόστιμο κρέας της. 

Ο λαιμός της είναι μεγάλος σε μήκος και το ράμφος της είναι μέτριο. Επενδύεται με ευαίσθητο και μαλακό δέρμα, που έχει εγκάρσια ελάσματα, τα οποία σχηματίζουν ένα είδος φίλτρου. Τα τρία εμπρόσθια δάχτυλα των ποδιών των χηνών είναι συνδεδεμένα με νηκτική μεμβράνη. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στα πουλιά να περπατούν με άνεση πάνω στο έδαφος. Τα πόδια τους γενικά είναι χαμηλά. Παράλληλα, οι χήνες κολυμπούν με ευκολία και πετούν για πολλή ώρα, χωρίς να είναι γρήγορες. Οι χήνες τρέφονται κυρίως με σπόρους.(όπως καλαμπόκι σιτάρι και κριθάρι) νεαρούς βλαστούς και έντομα, ενώ επίσης τρώνε μαλάκια. Ενίοτε μπορούν να καταστούν επιζήμιες για οικοσυστήματα, όταν κοπάδια τρέφονται με φυτά σε καλλιεργήσιμες περιοχές. Η αναπαραγωγή γίνεται συνήθως σε όλη τη διάρκεια της ζωής της χήνας. Γεννά έναν μικρό αριθμό αυγών σε σύγκριση με τις πάπιες, Το θηλυκό κατασκευάζει τη φωλιά ανάμεσα σε καλάμια και αναλαμβάνει την επώαση των αυγών. Το αρσενικό επίσης επιμελείται τα μικρά. Πρέπει να διαλέγουμε τις πιο μεγάλες και λευκές χήνες. Το κοτέτσι τους το φτιάχνουμε σε μέρος που να έχει άφθονη βοσκή και νερό. Τους δίνουμε για τροφή όλα τα όσπρια εκτός από ρόβι καθώς και φύλλα από μαρούλι. Δεν τις αφήνουμε όμως να τρώνε αγριάδα γιατί άμα φάνε δεν μπορούν να χωνέψουν. 

Οι χήνες γεννούν 3 ως 12 φορές το χρόνο. Καμιά φορά δε και περισσότερα. Βάζουμε δε και τα αυγά τους στις κότες να τα κλωσήσουν. Τα κλωσοπούλια της χήνας τις δέκα πρώτες ημέρες πρέπει να μένουν μέσα. Όταν δε είναι καλοκαιρία τα βγάζουμε να βοσκήσουν και κατόπιν αφού χορτάσουν τα πηγαίνουμε να πιούμε νερό. Πρέπει όμως να προσέχουμε να μην τα κεντούν οι τσουκνίδες και τα αγκάθια και επίσης να μην καταπιούν τρίχες κατσικιού ή χοίρου, γιατί αν τις καταπιούν ψοφούν. Όταν βγουν τα κλωσσόπουλα από τα αυγά τους δίνουμε να φάνε αλεύρι και σιτάρι μουσκεμένο και κάρδαμο χλωρό. Οι χήνες παχαίνουν μέσα σε κοτέτσι ζεστό. Και τους βάζουμε να τρώνε ώσπου να χορτάσουν 2 μέρη αλεύρι και 4 μέρη πίτουρα ζυμωμένα με ζεστό νερό. Τρώνε 3 φορές την ημέρα και τα μεσάνυχτα και πίνουν πολύ νερό. Τα αυγά της κάθε χήνας πρέπει να τα σημειώνουμε με γράμματα και να τα βάζουμε να τα κλωσήσει η μητέρα τους, γιατί τα ξένα δεν τα κλωσάει. Πρέπει δε να κλωσήσουν όχι λιγότερα από 9 αυγά και όχι περισσότερα από 11. Η χήνα κλωσάει 29 ημέρες και όταν κάνει κρύο 30. Όσες μέρες κλωσάει της βάζουμε να τρώει μουσκεμένο κριθάρι.

Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/Χήνα
https://efisoul63.wordpress.com/2015/07/30/οι-χήνες-του-καπιτωλίου-φύλακες-της-αρ/
http://www.ftiaxno.gr/2010/02/blog-post_6977.html

Δεκαοχτούρα και Καρακάξα : Τα άγρια πτηνά κυρίαρχοι των ουρανών των ελληνικών πόλεων

Κατά τα λεγόμενα του κ. Σταύρακα, 150 είδη πουλιών παρατηρούνται στο κέντρο. Στον Λυκαβηττό έχουν καταγραφεί γύρω στα 90, στον Εθνικό Κήπο γ...