Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα
Κήπος και αγρόκτημα στην Ελλάδα

Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

Σίλφιο : Το πανάκριβο βότανο της Κυρήνης, οι θεραπευτικές ιδιότητες και η εξαφάνιση του την Ρωμαϊκή περίοδο

Οι κάτοικοι της Θήρας ξεκίνησαν γύρω στο 630 π.Χ. να ιδρύσουν μια αποικία στις ακτές της Βόρειας Αφρικής, στη Λιβύη, σε μια περιοχή δηλαδή που δεν είχαν ιδέα πού έπεφτε. Οι Θηραίοι, λοιπόν, με αρχηγό τον Βάττο Αριστομένη ίδρυσαν την πόλη Κυρήνη, η οποία πήρε το όνομά της από την πηγή Κύρη που ήταν αφιερωμένη στον Θεό Απόλλωνα. Έχουν παραδοθεί δύο ιστορικές εκδοχές για τους λόγους που οι κάτοικοι της Θήρας ίδρυσαν αποικία στις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Κατά την πρώτη εκδοχή, γύρω στο 630 π.Χ. κατέφθασε στους Δελφούς μια αντιπροσωπεία από τη Θήρα και ο άρχοντας της Θήρας προσέφερε μια εκατόμβη, μια πλούσια θυσία εκατό βοδιών, προκειμένου να λάβει από το μαντείο διάφορες συμβουλές για το καλό του τόπου του. Τότε, η Πυθία, η ιέρεια του μαντείου, του έδωσε χρησμό ότι έπρεπε να κτιστεί μια αποικία στη Λιβύη. Επειδή όμως ο άρχοντας της Θήρας ήταν ηλικιωμένος, ανέθεσε το έργο της αποίκησης στην Αφρική στον Βάττο, ο οποίος συνόδευε τον άρχοντα στους Δελφούς μαζί με άλλους ευγενείς του νησιού. Ωστόσο, φαίνεται πως σε πρώτη φάση οι κάτοικοι της Θήρας αγνόησαν το χρησμό του Απόλλωνα και δεν έκαναν κάποια ενέργεια για να χτίσουν την αποικία. Ο Ηρόδοτος πάλι παραθέτει μια άλλη εκδοχή της ιστορίας. Ο Βάττος είχε βασιλική καταγωγή από τη μεριά της μητέρας του, της Φρονίμης. Η Φρονίμη ήταν κόρη του Ετέαρχου, ο οποίος βασίλευε στην πόλη Οαξό της Κρήτης. Αφότου όμως ο βασιλιάς έδιωξε την κόρη του από το νησί, πιστεύοντας στις κακολογίες της δεύτερης γυναίκας του, η Φρονίμη τελικά βρέθηκε στη Θήρα και γέννησε στον Βάττο. Επειδή ο Βάττος είχε αδύναμη φωνή και τραύλιζε, όταν μεγάλωσε και έγινε άντρας, πήγε στους Δελφούς για τη φωνή του και στην ερώτησή του η Πυθία απάντησε με τον ακόλουθο χρησμό: Ρωτάς, Βάττε, για τη φωνή. Μα ο άρχοντας ο Φοίβος, ο Απόλλωνας, σε στέλνει στη χώρα που τα πρόβατα περσεύουν, στη Λιβύη, της αποικίας οικιστή.


Μολονότι οι Θηραίοι στην αρχή δεν φάνηκαν ιδιαιτέρως πρόθυμοι να υπακούσουν το χρησμό του Απόλλωνα, ωστόσο αναγκάστηκαν τελικά να υπακούσουν, καθώς τα πράγματα στη Θήρα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Οι Θηραίοι μη μπορώντας να εξηγήσουν τις συμφορές που τους συνέβαιναν, έστειλαν ανθρώπους στους Δελφούς για το κακό που τους βρήκε αλλά η Πυθία τούς έδωσε πάλι χρησμό, πως, αν έχτιζαν αποικία στην Κυρήνη της Λιβύης, η κατάστασή τους θα καλυτέρευε. Ύστερα από αυτά, οι Θηραίοι έστειλαν τον Βάττο με δύο πεντηκοντόρους και πήγαν με τα καράβια τους στη Λιβύη. Οι νέοι άποικοι αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες στη Λιβύη και καθώς δεν έβλεπαν καμία προκοπή προσπάθησαν να επιστρέψουν στη Θήρα. Την ώρα όμως που αποβιβάζονταν στο νησί, οι Θηραίοι τούς πετροβολούσαν και δεν τους άφηναν να πατήσουν στη στεριά, αλλά τους πρόσταζαν να ξαναπάνε πίσω με τα καράβια τους. Κι αυτοί, στενεμένοι, γύρισαν πίσω κι έχτισαν αποικία σε νησί που βρίσκεται κοντά στη Λιβύη, που το όνομά του ήταν Πλατιά. Και υπήρχε η φήμη πως το νησί αυτό είχε την έκταση της σημερινής πόλης των Κυρηναίων. Λίγα χρόνια αργότερα, οι Λίβυοι ενοχλημένοι από την παρουσία Ελλήνων στην περιοχή τους, τους υπέδειξαν να μετακινηθούν δυτικότερα, σε καλύτερη περιοχή. Οι άποικοι, προσπερνώντας τις ωραιότερες εκτάσεις μέσα στη νύχτα, έφτασαν σε μια κρήνη αφιερωμένη στον Απόλλωνα. «Εδώ είναι καλά για να κατοικήσετε, Έλληνες», τους είπαν, «διότι στον τόπο αυτό ο ουρανός είναι τρύπιος», δηλαδή βρέχει πολύ. Καθώς οι άποικοι ήταν αγρότες, κατάλαβαν ότι μπορούσαν να αρχίσουν εκεί μια νέα ζωή και δέχτηκαν. Η νέα αυτή πόλη που έκτισαν ονομάστηκε Κυρήνη. Το μαντείο από την άλλη δεν τους ξέχασε. Δυο γενιές αργότερα ενθάρρυνε πολύ κόσμο από διάφορα μέρη της Ελλάδας να αναζητήσει εκεί μια καλύτερη ζωή. Στους νέους κατοίκους μοιράστηκαν κλήροι, δηλαδή ίσα μερίδια καλλιεργήσιμης γης. Οι Λίβυοι από την άλλη μεριά, αισθάνθηκαν πια πραγματική απειλή και ζήτησαν τη συνδρομή του Φαραώ, του βασιλιά της Αιγύπτου. Αλλά η Κυρήνη είχε προκόψει τόσο πολύ στο μεταξύ, ώστε κατάφερε να νικήσει τον αιγυπτιακό στρατό. Ο ποιητής Πίνδαρος ύμνησε την ομορφοκτισμένη Κυρήνη για τα φημισμένα της άλογα και για τα άρματά της. Παίνεψε τον Βάττο, που έφτασε εκεί ανοίγοντας δρόμο μέσα από τη θάλασσα, που φρόντισε να κτίσει ιερά άλση για τους θεούς και χάραξε μια ολόισια, σκυρόστρωτη οδό στον κάμπο, για να γίνονται οι απολλώνιες πομπές. Μνημονεύει στην ποίησή του τα παλάτια του Βάττου καθώς και τον τάφο του. Ενώ οι πάντες ενταφιάζονταν έξω από τα τείχη, σε αυτόν παραχωρήθηκε μια θέση μέσα στην αγορά. Έτσι τιμούσαν οι αποικίες τον οικιστήν, δηλαδή τον πρώτο τους αρχηγό, σαν ήρωα.


Η Κυρήνη ιδρύθηκε το 630 π.Χ. με μετανάστες Δωριείς από το νησί της Σαντορίνης και έγινε η πιο σημαντική πόλη στις ακτές της Βόρειας Αφρικής, επίκεντρο του πολιτισμού –  που έγινε διάσημο από την παρουσία των διάσημων ανθρώπων (το μαθηματικό Θεόδωρο, ο ποιητής Καλλίμαχος , ο φιλόσοφος Αρίστιππος, ο γεωγράφος Ερατοσθένης κλπ) και όχι συμπτωματικά η περιοχή φημιζόταν για τη σχολή της ιατρικής και της φαρμακολογίας. Ένα ελληνικό κύπελλο του 560 π .Χ που βρίσκεται τώρα στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, παρουσιάζει την εικόνα του βασιλιά Αρκεσίλαου ΙΙ της Κυρήνης να ζυγίζει τα τσουβάλια που περιέχουν σίλφιον.  Ένας χαρακτήρας της κωμωδίας του Αριστοφάνη λέει ότι «ο μεγαλύτερος πλούτος της γης θα ήταν το να κατέχεις όλο το σίλφιο της Λιβύης.»



Λέγεται πως ήταν ο ίδιος ο Απόλλωνας αυτός που το χάρισε στους Έλληνες θέλοντας να τους κάνει ένα δώρο που δεν θα ξεχνούσε κανείς. Και ξαφνικά μια κοινωνία λυσσούσε πια για σίλφιο! Ήταν βλέπετε αφροδισιακό και αντισυλληπτικό τρομερό, αλλά και λαχταριστό καρύκευμα για το φαγητό. Τα είχε όλα και κανείς δεν το έκρυβε. Μας το λέει εξάλλου ο Ιπποκράτης, ο Διοσκουρίδης και ο Σωρανός ο Εφέσιος, αλλά και πλήθος άλλων Ελλήνων και Ρωμαίων. Βλέπετε το σίλφιο (ή σύλφιο) ήταν το διασημότερο βότανο της αρχαιότητας, ένα φυτικό πασπαρτού για τα πάντα. Ήταν όμως, σαν από τραγική ειρωνεία, και όσο σπάνιο χρειαζόταν για να φτάσει να αξίζει το βάρος του σε ασήμι. Φυόταν αποκλειστικά σε μια στενή λωρίδα γης στην Κυρήνη, εκεί στις ακτές της Βόρειας Αφρικής (σημερινή Λιβύη), και δεν ευδοκιμούσε πουθενά αλλού, φέρνοντας στον νου τη σημερινή μαστίχα της Χίου. Όσοι το εμπορεύονταν πλούτιζαν, καθώς το λαχταρούσε όλος ο αρχαίος κόσμος. Το απαθανάτιζαν σε νομίσματα και αγγεία και το πήραν μετά οι Ρωμαίοι στέλνοντάς το στα ουράνια. Μόνο που κανείς τους δεν κατάλαβε πως η υπερεντατική του καλλιέργεια και η μαζική συγκομιδή του προσυπέγραφαν το τέλος του. Σύντομα θα ζούσαν όλοι χωρίς σίλφιο και θα έπρεπε να βρουν πια υποκατάστατά του, αφήνοντάς το στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας να πονοκεφαλιάζει ακόμα και σήμερα τους βοτανολόγους. Γιατί ναι μεν υπήρξε, τι ήταν όμως ακριβώς;


Οι Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν δυσανάλογα πολύ την αντισύλληψη και ήταν σε αυτό το πλαίσιο που έκαναν ένα βοτάνι να εξαφανιστεί, ένα βοτάνι που αν τους πιστέψουμε ήταν το πλέον αποτελεσματικό μέσο αντισύλληψης όλου του αρχαίου κόσμου! Αν και δεν ήταν οι Ρωμαίοι αυτοί που τα ξεκίνησαν όλα. Το βότανο λεγόταν σίλφιο και ήταν ένα φυτό που συγγένευε πιθανότατα με τον γιγαντιαίο μάραθο ή το σέλινο. Οι σοφιστικέ Έλληνες το καλλιεργούσαν αποκλειστικά για τη ρητίνη του, αν και οι πιο χοντροκομμένοι σε αυτά Ρωμαίοι το εκμεταλλεύονταν όλο, ακόμα και για τις ρίζες του είχαν κάποια χρήση. Σίλφιο το έλεγαν οι πρόγονοί μας και silphium οι Ρωμαίοι, αν και αυτοί του επεφύλαξαν πολλές ακόμα ονομασίες (laserpicium, lasarpicium κ.ά.). Και το χρησιμοποιούσαν για τα πάντα, από αρωματικό καρύκευμα για τη νοστιμάδα της μαγειρικής και τοπική αναλγητική αλοιφή μέχρι φάρμακο για πάμπολλες νόσους. Σχεδόν όλες! Αν και περιβόητο σε όλο τον γνωστό κόσμο δεν θα γινόταν παρά για τις διεγερτικές και αντισυλληπτικές του ιδιότητες. Ήταν οι Θηραίοι αυτοί που το ανακάλυψαν ήδη από το 630 π.Χ., όταν ίδρυσαν την ελληνική τους αποικία στη Βόρεια Αφρική, την περίφημη Κυρήνη. Οι Έλληνες ονόμασαν την αποικία τους από την πηγή Κύρη, αφιερωμένη στον θεό Απόλλωνα, και εκείνος τους έκανε δώρο το σίλφιο. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Βάττος Α’ αποβιβάστηκε στην Κυρηναϊκή και οδηγήθηκε από τους γηγενείς σε μια περιοχή που είχε «τρύπα στον ουρανό», πιθανότατα γιατί έβρεχε πολύ. Εκεί υπήρχε ένα ιερό του Απόλλωνα και ο Θηραίος αποφάσισε να ιδρύσει την πόλη του τιμώντας τα ιερά εδάφη. Όπως κι αν έχει, ο Απόλλωνας του χάρισε το σίλφιο, ένα πολύτιμο βοτάνι που συνέβαλε τα μέγιστα στη μετατροπή της πόλης σε επίκεντρο του ελληνικού πολιτισμού στα άγνωστα εδάφη, καθώς η εμπορική του εκμετάλλευση κόμιζε στην Κυρήνη πλούτη θαυμαστά. Το σίλφιο έγινε τόσο σημαντικό για την κυρηναϊκή οικονομία που εμφανίζονταν από ένα σημείο και μετά σε κάθε σχεδόν νόμισμα της πόλης! Σε λακωνική κύλικα του 565-560 π.Χ. (Κύλιξ του Αρκεσίλα) απεικονίζεται εξάλλου ο βασιλιάς της Κυρήνης, Αρκεσίλαος Β΄, να επιβλέπει τη συγκομιδή του φυτού, τέτοια σημασία είχε για την οικονομική επιβίωση της ελληνικής αποικίας. Ήταν το απόλυτο έμβλημα της πόλης.


Γιατί το σίλφιο μετατράπηκε μαγικά σε βασικό συστατικό κάθε φαρέτρας γιατρού ή μύστη σε όλη τη Λεκάνη της Μεσογείου για τα επόμενα 700 περίπου χρόνια. Το ήξεραν φυσικά και οι Αιγύπτιοι, καθώς είναι οι δικές τους αναφορές από τον 7ο π.Χ. αιώνα που λογίζονται οι παλιότερες. Και αυτός ο σπουδαίος πολιτισμός το χρησιμοποιούσε ως ιατρικό βοήθημα για αντισύλληψη και άμβλωση, αλλά και ως πανάκεια σχεδόν για τα πάντα, από πονόλαιμο και βήχα μέχρι και θεραπεία για τη λέπρα. Ήταν όμως και το άλλο: τόσο οι Αιγύπτιοι όσο και οι Μινωίτες είχαν συγκεκριμένο ιδεόγραμμα (γλύφο) που αντιπροσώπευε το σίλφιο! Κάτι που αναδεικνύει τη σημαντικότητά του για τους πρώιμους αυτούς μεσογειακούς πολιτισμούς. Ας μην ξεχνάμε πως το σίλφιο έβρισκε εφαρμογή σχεδόν στα πάντα και χρησιμοποιούνταν κάθε τμήμα του, από το κοτσάνι και τις ρίζες μέχρι και τον πολύτιμο χυμό του. Έχει υποστηριχτεί μάλιστα ιστορικά πως η κλασική αρχαιότητα περιστράφηκε εν πολλοίς γύρω από το σίλφιο, ένα βότανο-πανάκεια. Οι Έλληνες, ας πούμε, το λάτρευαν και ως εύγευστο καρύκευμα για το φαγητό τους. Το αγαπούσαν με πάθος και το έβαζαν στα πάντα, σαν τον σημερινό μαϊντανό ένα πράμα. Όπως μας παραδίδουν οι πρόγονοί μας, στο φαγητό χάριζε μια έντονη και πικάντικη γεύση, αντίστοιχη πιθανότατα με το σκόρδο, χωρίς ωστόσο τη βαριά μυρωδιά του. Οι Έλληνες αποξήραιναν τον χυμό του για τη μαγειρική του χρήση, ενώ οι πάντα υπερβολικοί Ρωμαίοι το έτρωγαν ολόκληρο. Ακόμα και τις ρίζες του γεύονταν, τις οποίες διατηρούσαν στο ξίδι. Το φυτό ήταν τόσο παινεμένο ως μπαχαρικό που έφτασαν -τόσο στην κλασική όσο και τη ρωμαϊκή αρχαιότητα- να πληρώνουν όσο τίποτα τα ζώα που είχαν βοσκήσει στο σίλφιο, γιατί πίστευαν πως έδινε καλύτερη γεύση στο κρέας τους! Ακόμα και συνταγές έχουν φτάσει ως τις μέρες μας με το νόστιμο καρύκευμα: Ο δραματικός ποιητής Άλεξις μας λέει πως για να φτιάξουμε ωραία σαφρίδια «τους βγάζεις τα βράγχια, τα ξεπλένεις, τα καθαρίζεις, τα ανοίγεις στα δύο, τα στρώνεις, τα αλευρώνεις, τα αλείφεις με σίλφιο και τα καλύπτεις με τυρί, αλάτι και ρίγανη». Ο πλατωνικός φιλόσοφος Ξενοκράτης μοιράζεται μαζί μας το μυστικό για νοστιμότατες φούσκες (τα οστρακοειδή): «Τις κόβουμε, ξεπλένουμε και περιχύνουμε με κυρηναϊκό σίλφιο, απήγανο, άλμη και ξίδι ή φρέσκια μέντα σε ξίδι και γλυκό κρασί». Αλλά και ο Αθηναίος στους «Δειπνοσοφισταί» του αναφέρει πως έτρωγαν παστό ψάρι, μαριναρισμένο με κρασί, λάδι και σίλφιο. Ως τη ρωμαϊκή εποχή, το βότανο είχε γίνει τόσο λατρεμένο που εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις συνταγές της μαγειρικής «Βίβλου» των Ρωμαίων, τον τσελεμεντέ του Καίλιου Απίκιου («Περί μαγειρικής»)! Κι ας μην ξεχνάμε ότι είναι και πάλι το σίλφιο που μοστράρεται ακόμα και στη μεγαλύτερη λέξη ολάκερης της Ιστορίας, κληρονομιά του τρομερού Αριστοφάνη αυτή (τη συναντάμε στις «Εκκλησιάζουσες»): «Λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομε λιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκ λοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών».


Τι μαγικό είχε η κυρηναϊκή χερσόνησος και φύτρωνε αποκλειστικά εκεί το σίλφιο, κανείς δεν ξέρει. Σε μια στενή λωρίδα της ακτής, 200×50 χιλιόμετρα περίπου, όπως μας παραδίδεται, έβγαινε το θαυματουργό φυτό και αρνούνταν πεισματικά να ευδοκιμήσει οπουδήποτε αλλού. Κι αν το προσπάθησαν οι αρχαίοι! Εφτακόσια χρόνια το πάλευαν όλοι, Μινωίτες, Αιγύπτιοι, Έλληνες, Ρωμαίοι και κάθε άλλος λαός της Μεσογείου, μάταια όμως. Μόνο η Κυρήνη είχε το προνόμιο να πλουτίζει από το σίλφιο, πάει και τέλειωσε. Την ίδια ώρα, το θαυματουργό χορτάρι είχε και πολλές θεραπευτικές χρήσεις, αν και είναι δύσκολο να αποτιμήσουμε με σύγχρονους ιατρικούς όρους την αποτελεσματικότητά τους. Από πονόλαιμο, πυρετό και δυσπεψία μέχρι αφροδίσια νοσήματα (κονδυλώματα) και ανεπιθύμητες κυήσεις λεγόταν πως θεράπευε, ποιος να πει όμως με αποφασιστικότητα; Ο Ιπποκράτης ενδεχομένως, που παρότρυνε τους ασθενείς του: «Όταν εξέχει το έντερο και δεν επιστρέφει στη θέση του, ξύστε σε μικρά κομμάτια το καλύτερο και πιο συμπαγές σίλφιον και εφαρμόστε το ως κατάπλασμα». Αλλά και ο Θεόφραστος ο Ερέσιος και ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος το παρομοίαζαν με την «Ηράκλεια Πανάκεια», λέγοντάς μας πως το σκιανθές φυτό ήταν κατάλληλο για όλες τις ασθένειες. Ήταν πάντως αναμφίβολα η αντισυλληπτική του δράση που έκανε τους Έλληνες να το προτιμούν και τους Ρωμαίους να το λατρεύουν! Ακόμα και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος το καταμαρτυρεί, όταν υπαινίσσεται πως το σίλφιο μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για «την απομάκρυνση των υγρών που εκκρίνονται στην εμμηνόρροια». Ιδιότητες που συναντάμε εξάλλου ακόμα και σήμερα στα συγγενικά του είδη, όπως ο μαϊντανός. Το βότανο εμφανίζεται και στην «Περιγραφή της Ελλάδος» του Παυσανία, σε μια ιστορία των Διόσκουρων που παραθέτει κατά τη διαμονή τους στο σπίτι του Σπαρτιάτη Φορμίωνος: «Γιατί, έτσι συνέβη, ότι η παρθένος κόρη του που ζούσε σε αυτό. Από την επόμενη μέρα, αυτή η παρθένα με όλη την κοριτσίστικη αμφίεσή της, είχε εξαφανιστεί και στην αίθουσα βρέθηκαν εικόνες των Διοσκούρων, ένα τραπέζι και σίλφιον πάνω σε αυτό». Το σίλφιο με τη λατινική του ονομασία (laserpicium) παίζει και σε ποίημα του Κάτουλλου προς την ερωμένη του Λεσβία, διαδραματίζοντας έτσι σαφή ρόλο στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Δεν είναι καθόλου απίθανο λοιπόν να ήταν φαρμακολογικά δραστικό στην πρόληψη ή ακόμα και τη διακοπή της κύησης. Ο Διοσκουρίδης το συνιστούσε πάντως ως αντισυλληπτικό και μέσο για την άμβλωση. Την ίδια στιγμή, ο ανθός του χρησιμοποιούνταν στην παρασκευή αρωμάτων, καθώς οι αρχαίοι εκμεταλλεύονταν κάθε τετραγωνικό εκατοστό του.


Φυτό-χρυσός για την Κυρήνη, φυτό-πανάκεια για τον αρχαίο κόσμο και ένα φυτικό βιάγκρα για όλους τους άλλους, το σίλφιο δεν έμελλε να μακροημερεύσει, καθώς κανείς δεν σκέφτηκε το μέλλον του. Οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που το ξετίναξαν ουσιαστικά, γενικεύοντας τη χρήση του και την υπερκαλλιέργειά του. Ακόμα και τα καλύτερα ζώα τους έστελναν να τραφούν με κυρηναϊκό σίλφιο, για να αποκτήσουν νόστιμο κρέας και τιμή στα ουράνια. Ήταν οι μαγειρικές και προπάντων οι αντισυλληπτικές του ιδιότητες που προσυπέγραψαν το ηχηρό του τέλος. Κάποια στιγμή περί τον 1ο αιώνα μ.Χ. δεν φύτρωνε απλώς άλλο! Η υπερκαλλιέργεια και οι οπλές των ζώων κατέστρεψαν το εύθραυστο οικοσύστημα των κυρηναϊκών ακτών, στέλνοντας το σίλφιο στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, που μας παραδίδει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος («Φυσική Ιστορία»), ήταν ο αυτοκράτορας Νέρων αυτός που γεύτηκε το τελευταίο ποτέ κλαράκι του: «Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, δεν υπάρχει καθόλου σίλφιο … λένε πως το τελευταίο βλαστάρι που βρέθηκε, απ’ όσο θυμούνται οι άνθρωποι, στάλθηκε στον αυτοκράτορα Νέρωνα». Και του στάλθηκε ως κάτι το αξιοπερίεργο, όπως μας λέει ο Πλίνιος. Μέσα σε μερικές δεκαετίες, το ήδη σπάνιο σίλφιο εξαφανίστηκε. Τώρα όλοι αναπολούσαν τις εποχές που ο Ιούλιος Καίσαρας είχε φροντίσει δαιμόνια να πάρει στην κατοχή του μεγάλες ποσότητες του φυτού, τις οποίες παραχώρησε κάποια στιγμή στα δημόσια ταμεία του ρωμαϊκού κράτους. Καθώς μέχρι τότε άξιζε πραγματικό ασήμι. Οι Ρωμαίοι το έλεγαν άλλωστε χωρίς περιστροφές πως «ο χυμός του σίλφιου αξίζει το βάρος του σε δηνάρια»!


Ακόμα και μετά την εξαφάνισή του βέβαια συνέχισε να αναφέρεται στους καταλόγους των αρωματικών φυτών, περνώντας από τον έναν στον άλλο μέχρι και τον 8ο αιώνα μ.Χ. Ο Θεόφραστος επιβεβαιώνει («Περί φυτών ιστορία») πως το σίλφιο δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί και ήταν η φήμη για τις αντισυλληπτικές ιδιότητες που ανέπτυξε τον 3ο-2ο αιώνα π.Χ. που έφεραν το οριστικό του τέλος. Ο Στράβωνας πάλι μας λέει πως ήταν οι λαοί της ερήμου αυτοί που κατέστρεψαν τις ρίζες του. Ακόμα και σήμερα οι βοτανολόγοι δεν έχουν καταφέρει να το ταυτοποιήσουν, έχουν κυκλοφορήσει πάντως αρκετές εικασίες για την οικογένεια των φυτών στην οποία πιθανώς ανήκε. Γεγονός είναι πως ο αρχαίος κόσμος δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς σίλφιο, γι’ αυτό και οι άντρες του Αλέξανδρου βρήκαν στην Περσία ένα παρόμοιο φυτό, το οποίο στερούνταν ωστόσο τη γεύση ή τις θαυματουργές ιδιότητες του αυθεντικού. Ήταν η ασαφοετίδα (ή ασαφέτιδα), που κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα στην Ινδία. Οι Ρωμαίοι την υποδέχτηκαν αρχικά με ενθουσιασμό, γρήγορα κατάλαβαν όμως πως σίλφιο δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο. Το καταμαρτυρεί και ο Διοσκουρίδης («Περί ύλης ιατρικής»): «Το κυρηναϊκό [το σίλφιο] έχει ένα πολύ υγιεινό άρωμα, που ελάχιστα το προσέχει κανείς στην αναπνοή. Αντίθετα, το μηδικό [ασαφοετίδα] είναι λιγότερο δυνατό και έχει χειρότερη μυρωδιά»…


Έχουμε ακούσει πως το σύμβολο της καρδιάς, που δεν μοιάζει φυσικά σε τίποτα με την πραγματική καρδιά, έλκει πίσω του πολλούς θρύλους για την ύπαρξή του. Άλλοι λένε πως πρόκειται για μεσαιωνική αναπαράσταση διαφόρων φυτών (φύλλα συκής, κισσός ή ακόμα και νούφαρα) και άλλοι πάλι υποθέτουν πως το σχήμα της αγάπης έχει να κάνει πολύ με τη γυναικεία ανατομία (εφηβαίο). Κι όμως, η πρώτη ποτέ παρόμοια αναπαράσταση μας έρχεται από το ασημένιο νόμισμα της Κυρήνης του 6ου-5ου αιώνα π.Χ., εκεί δηλαδή όπου ο σπόρος/καρπός του σίλφιου παραμοιάζει με το οικουμενικό σύμβολο της αγάπης και του έρωτα! Κι έτσι αρκετοί ιστορικοί τοποθετούν τη γέννησή του πολύ πριν από τον Μεσαίωνα και συγκεκριμένα κάπου, κάπως, κάποτε στην Κυρηναϊκή. Κι ενώ η σύνδεση σίλφιου και σεξ είναι κάτι παραπάνω από προφανής και ιστορικά καταγεγραμμένη, όπως υπαινίσσονται εξάλλου και ο Παυσανίας και ο Κάτουλλος, μια τέτοια υπόθεση θα παραμείνει αναγκαστικά στη σφαίρα της ιστορικής φαντασίας. Σε άλλο κυρηναϊκό νόμισμα βλέπουμε μια γυναίκα να κρατά στο χέρι της γερμένο ένα κλαδί του φυτού, έτσι ώστε το άνθος του να δείχνει τα γεννητικά της όργανα. Αν το σίλφιο παραμένει ακόμα μαζί μας με τη μορφή του ρομάντζου και της αγάπης, αυτό μόνο οι ερωτευμένοι το ξέρουν… Τελικά μήπως το σημερινό παγκόσμιο σύμβολο της αγάπης και της φιλίας ήταν το παλιό σύμβολο του σαρκικού έρωτα χωρίς περιορισμούς;


Οι στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην εκστρατεία τους στην βορειοανατολική Περσία βρήκαν την Ασαφέτιδα στην οποία αναγνώρισαν μεγάλη ομοιότητα με το Σίλφιο της Κυρήνης. Με δεδομένο ότι το Σύλφιο ήταν ήδη σπάνιο, η Ασαφέτιδα έγινε στην Ελλάδα δεκτή με ικανοποίηση αν και ήταν λιγότερο γευστική. Ο Διοσκουρίδης μάλιστα τον 1ο αιώνα μ.Χ. έγραφε. «Το Σύλφιο της Κυρήνης  ακόμη και όταν απλά το δοκιμάσεις διεγείρει όλο το σώμα και έχει πολύ υγιές άρωμα, τόσο που δεν το καταλαβαίνεις στην αναπνοή ή το αντιλαμβάνεσαι πολύ λίγο. Αυτό όμως της Περσίας είναι λιγότερο ισχυρό και έχει ασχημότερη γεύση». Μετά την εξαφάνιση του Σίλφιου, η Ασαφέτιδα έγινε δεκτή με ευχαρίστηση τόσο από τους γιατρούς όσο και από τους μάγειρες της αρχαιότητας. Η Ασαφέτιδα μετά το  1500 μ.Χ.  άρχισε να χρησιμοποιείται ως βότανο και στη μαγειρική με δειλά βήματα. Το 1918 στην πανδημία της Ισπανικής γρίπης χρησιμοποιήθηκε έντονα για την καταπολέμηση αυτής της αρρώστιας που θέρισε την Ευρώπη. Χρησιμοποιήθηκε επίσης ως αντίδοτο οπίου σε οπιομανείς. Στην Ινδία και την Περσία χρησιμοποιείται παρά την δυσάρεστη μυρωδιά της ως καρύκευμα και θεωρείται ότι ασκεί διεγερτική δράση στον εγκέφαλο. Την χρησιμοποιούν ως διεγερτικό της πέψης, για τον μετεωρισμό, τους κολικούς και ως ήπιο καθαρτικό.


Ο Θεόφραστος περιέγραψε το φυτό ως έχον παχιές ρίζες καλυμμένες με μαύρο φλοιό, ο οποίος ήταν υπερβολικά μακρύς. Αν και το φυτό ήταν «πιο περίεργο», είπε ότι είχε ένα κοίλο στέλεχος που έμοιαζε με μάραθο και χρυσά φύλλα που μοιάζουνε με εκείνα του σέλινου. Η οικονομία της προσφοράς και της ζήτησης «χτύπησε» ανεπανόρθωτα το Σίλφιο. Καθώς η αξία του μάλιστα αυξανόταν, οι αδίστακτοι λαθρέμποροι το οδήγησαν στην εξαφάνιση. Σήμερα τα φαρμακευτικά βότανα είναι μια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία και αναπτύσσεται. Πολλά είναι τα βότανα που απειλούνται από την αλλαγή του κλίματος και τον τρόπο ανάπτυξης. Μόνο στη Νότια Αφρική, 82 φαρμακευτικά βότανα απειλούνται με εξαφάνιση και δύο έχουν εξαφανιστεί. Οι ελπίδες για το Σίλφιο όμως δεν έχουν σβήσει. Έχουν υπάρξει μόνο λίγες μελέτες σχετικά με την ποικιλομορφία των φυτών στη Λιβύη και μπορεί να βρεθεί ακόμα. «Θα μπορούσε να είναι ακόμα εκεί. Δεν είναι εύκολη η έρευνα », λέει ο Monique Simmonds, καθηγητής στο Kew Gardens, London.


Φυσικά, αυτό γίνεται λίγο πιο δύσκολο από το γεγονός ότι κανείς δεν ξέρει τι ψάχνουν. «Έχουμε την τάση να βρούμε τους σπόρους άλλων φυτών, όπως κόλιανδρο και άνηθο, σε αρχαίες τοποθεσίες. Αλλά κανείς δεν βρήκε ποτέ silphium», λέει ο Monique Simmonds. Οι επιστήμονες πιστεύουν τώρα ότι το Σίλφιο μπορεί να ανήκε σε μια ομάδα φυτών που μοιάζουν με μάραθο, το Ferula. Στην πραγματικότητα σχετίζονται με καρότα και αναπτύσσονται άγρια ως ζιζάνια σε όλη τη Βόρεια Αφρική και τη Μεσόγειο. Δύο από αυτά τα φυτά εξακολουθούν να υπάρχουν στη Λιβύη σήμερα. Είναι πιθανό ότι ένα από αυτά είναι Σίλφιο. Μπορεί να μην μάθουμε ποτέ την πραγματική ταυτότητα του Σίλφιου, αλλά μπορούμε να μάθουμε από την παρακμή του. Η τελευταία έρευνα της Cyrene έδειξε ότι πολλά φυτά και βότανα εξαφανίζονται γρήγορα, καθώς η γη παραδίδεται σε ερήμους και για άλλη μια φορά η χρήση της είναι υπερβολική. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μπορεί να έχει προ πολλού αλλά φαίνεται ότι επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.
Πηγή : https://www.lifo.gr/blogs/almanac/silfion-proto-eidos-fytoy-poy-exafanise-o-anthropos-stin-arhaiotita
https://armonia-zoi.gr/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CE%AF%CE%BB%CF%86%CE%B9%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF-%CE%B1/
https://m.tvxs.gr/mo/i/245689/f/news/kosmos/silfio-mystirio-toy-xamenoy-magikoy-botanoy.html
https://greekcultureellinikospolitismos.wordpress.com/2017/07/05/kardia-symbolo-silfion-agapi-erotas/
https://www.newsbeast.gr/weekend/arthro/2890605/to-mistiriodes-votano-ton-archeon-ellinon-pou-kostize-to-varos-tou-se-asimi
https://www.olympia.gr/986660/ellada/kyrini-i-apoikia-ton-thiraion-sti-vorei/

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Ελληνική Φύση : Το πιο όμορφο και ανθρώπινο μέρος στον πλανήτη μας (Μέρος Β)

Η Ελλάδα, αν και μικρή σε έκταση χώρα, ευτύχησε να έχει ένα ποικίλο και γεμάτο αντιθέσεις φυσικό περιβάλλον. Το συνθέτουν πολλά χιλιόμετρα ακτές, μικρά και μεγάλα βουνά, ποτάμια, λίμνες και φαράγγια που φιλοξενούν ένα τεράστιο αριθμό φυτικών και ζωικών ειδών. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε και η τύχη της Ελλάδας να γειτονεύει τόσο με την Ασία όσο και με την Αφρική, γεγονός που την πλούτισε με είδη που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην Ευρώπη. Η θάλασσα αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ελληνικής φύσης με τους ανθρώπους να έχουν κατοικήσει από πολύ νωρίς τα εκατοντάδες μικρά και μεγάλα νησιά που έχει στην αγκαλιά της. Οι άνθρωποι στα νησιά, αντί να δαμάσουν τη φύση, έμαθαν να συνυπάρχουν μ’ αυτήν και έτσι με ελάχιστες παρεμβάσεις και μια αρχιτεκτονική αρμονικά δεμένη με το φυσικό περιβάλλον δημιούργησαν μοναδικές εικόνες παγκόσμια αναγνωρίσιμες. Από την άλλη, τα βουνά που κυριαρχούν στην ηπειρωτική Ελλάδα, γέμιζαν πάντα με δέος τους Έλληνες που τοποθέτησαν στο ψηλότερο από αυτά, τον Όλυμπο, τους θεούς τους. Ακόμη και στις μέρες μας τα βουνά φιλοξενούν πολλά σημαντικά δάση, με το παρθένο δάσος της Ροδόπης να είναι ένα από τα τελευταία της Ευρώπης. Σήμερα, πολλές σημαντικές περιοχές έχουν κηρυχτεί εθνικοί δρυμοί, εθνικά πάρκα και αισθητικά δάση ενώ πλήθος άλλων έχουν ενταχθεί στο δίκτυο “Natura”.


Όταν κάποιος περπατά στην όμορφη εξοχή της Ελλάδας, είναι δύσκολο να μην συναντήσει άγρια ελληνικά βότανα στο δρόμο του που προσδίδουν μια μοναδική αύρα. Το ελληνικό κλίμα είναι ιδανικό για την ανάπτυξη των βοτάνων, τα οποία υπάρχουν σε αφθονία στις πλαγιές των βουνών και στα πράσινα λιβάδια, όπου και μεγαλώνουν φυσικά. Τα βότανα που υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα, είναι ίδια με τα βότανα που υπήρχαν χιλιάδες χρόνια πριν στην Αρχαία Ελλάδα, και οι χρήσεις τους έχουν παραμείνει ίδιες, όχι μόνο στο να δίνουν γεύση στα ελληνικά φαγητά, αλλά και για ιατρικούς σκοπούς. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κάποιος τα ελληνικά βότανα. Πολλά μοιάζουν στη γεύση, στο άρωμα και στην εμφάνιση, αλλά οι Έλληνες με την εμπειρία και τη  γνώση, που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, γνωρίζουν την εμφάνισή τους, πότε ανθίζουν και πότε συλλέγονται. Οι Έλληνες δεν αγοράζουν βότανα από το σούπερ μάρκετ αλλά από τα μικρά χωριά, που οι άνθρωποι συλλέγουν φρέσκα βότανα, που μεγαλώνουν φυσικά στα χωράφια και στους αγρούς.


Η ρίγανη είναι το πιο γνωστό βότανο στην ελληνική κουζίνα, και χρησιμοποιείται σε σούπες, στο στιφάδο, σε κρέατα και ψάρια, και φυσικά στην φημισμένη χωριάτικη σαλάτα. Στην Αρχαία Ελλάδα, πίστευαν ότι η ρίγανη φέρνει καλή τύχη και υγεία και συμβολίζει την ευτυχία.
Η μαντζουράνα είναι στενός συγγενής της ρίγανης, με ελαφρώς πιο λεπτή γεύση αλλά με τις ίδιες χρήσεις στην κουζίνα. Στην Αρχαία Ελλάδα φύτευαν μαντζουράνα στους τάφους για να αναπαυτούν οι νεκροί με ευτυχία και αγάπη.
Ο άνηθος χρησιμοποιείται φρέσκος στις σαλάτες και στην φημισμένη ελληνική σπανακόπιτα. Η κύρια χρήση του είναι ιατρική καθώς ήταν πολύ δημοφιλής για την επούλωση των πληγών , των εγκαυμάτων και για την προαγωγή του ύπνου.
Το μάραθο μοιάζει με τον άνηθο αλλά η γεύση είναι πολύ διαφορετική, καθώς έχει μια ιδιαίτερη γεύση γλυκάνισου. Το μάραθο πήρε το όνομά του από τον Μαραθώνα, μια περιοχή που ήταν γεμάτη μάραθο. Το μάραθο προωθεί την αντοχή και την μακροζωία.
Ένας ελληνικός μύθος λέει ότι η μέντα πήρε το όνομα της από μια νύμφη του νερού, τη Μίνθη, που τράβηξε την προσοχή του Άδη, του Θεού του Κάτω Κόσμου. Όταν η Περσεφόνη το έμαθε μετέτρεψε την Μίνθη σε βότανο. Η μέντα είναι εξαιρετική, σε μορφή τσαγιού, για την πέψη, τις νευρολογικές διαταραχές, τη ζαλάδα, τον πονόλαιμο, το βήχα, τους πονοκεφάλους και την αϋπνία. Η μέντα χρησιμοποιείται επίσης σε πολλά ελληνικά φαγητά, καθώς έχει εξαιρετικό άρωμα και γεύση που οφείλεται στο πλούσιο υπέδαφος και τη θερμοκρασία της Ελλάδας.


Το δενδρολίβανο ευδοκιμεί δίπλα στη θάλασσα και οι αρχαίοι Έλληνες μαθητές φορούσαν στεφάνια από δενδρολίβανο για να ενισχύσουν τη μνήμη τους. Το δενδρολίβανο είναι μέλος της οικογένειας της μέντας και έχει αντισηπτικές ιδιότητες. Βοηθά στο άσθμα και στα αναπνευστικά προβλήματα, όπως επίσης ανακουφίζει από τους πονοκεφάλους και τη δυσπεψία. Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα βότανα στην Ελλάδα και ο Ιπποκράτης πίστευε ότι είναι τονωτικό.
Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το φασκόμηλο μπορούσε να νικήσει το θάνατο ή να συμβάλλει στην μακροζωία. Το φασκόμηλο μειώνει τη χοληστερόλη, ενισχύει τη μνήμη και απαλύνει τους ερεθισμούς της επιδερμίδας και τη φλεγμονή. Έχει έντονη και πικάντικη γεύση.
Στα ελληνικά η λέξη χαμομήλι σημαίνει μήλο που είναι κάτω στο έδαφος, η γεύση του μοιάζει με μήλο και η ανάπτυξη του είναι χαμηλή και ποώδης. Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που ανέφερε το χαμομήλι και το πρότεινε για την προστασία και την καταπολέμηση των κρυολογημάτων. Το τσάι χαμομηλιού είναι γνωστό για τις ηρεμιστικές και χαλαρωτικές του ιδιότητες, καθώς και για την βελτίωση του ύπνου και τις στομαχικές διαταραχές.
Το θυμάρι, στην Αρχαία Ελλάδα ήταν πηγή θάρρους και χρησιμοποιούνταν ως θυμίαμα ή σαν εκχύλισμα στο μπάνιο, και για γεύση σε ποτά και τυριά. Το έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι, σε φακελάκια, για καλύτερο και πιο ήρεμο ύπνο. Το θυμάρι είναι ένα από τα λίγα βότανα που περιέχει όλη τη γεύση όταν είναι αποξηραμένο. Το έλαιο θυμαριού είναι αποτελεσματικό στοματικό διάλυμα και έχει αντισηπτική δράση. Σαν τσάι βοηθά στην αντιμετώπιση του βήχα και της βρογχίτιδας.


Οι Αρχαίοι Έλληνες συνέδεαν τον μαϊντανό με τον θάνατο, καθώς ο μύθος έλεγε ότι ανάβλυζε από το αίμα του Αρχέμορου, το όνομα του οποίου σημαίνει, αρχή κακής μοίρας. Ευδοκιμεί σε βραχώδεις πλαγιές και χρησιμοποιείται πλέον σε σχεδόν όλα τα φαγητά.
Τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός είναι ο βασιλικός, ο βασιλιάς των βοτάνων. Η λέξη προέρχεται από την ελληνική λέξη βασιλιάς. Οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν βασιλικό στα χέρια των νεκρών για να εξασφαλίσουν ότι θα έχουν ένα ασφαλές ταξίδι στον άλλο κόσμο, και ότι θα ανοίξουν οι πύλες του παραδείσου, για αυτό και βάζουμε το βασιλικό στην είσοδο των σπιτιών για καλή τύχη και πλούτο. Τον τελευταίο αιώνα ο βασιλικός έχει γίνει δημοφιλής στην ελληνική κουζίνα. Έχει μια πλούσια , πικάντικη γεύση και το προσθέτουμε τελευταία στιγμή στο μαγείρεμα για να διατηρήσει όλη τη γεύση του.  Έχει πολλές βιταμίνες και αντιοξειδωτικά . Οι Αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν ότι τα βότανα είχαν συγκεκριμένες ιδιότητες, την ικανότητα να θεραπεύουν συγκεκριμένες ασθένειες, να βοηθούν στη μνήμη, να βελτιώνουν τον ύπνο και να ηρεμούν την ψυχή.
Σήμερα οι άνθρωποι φαίνεται ότι επιστρέφουν στη φαρμακευτική χρήση των βοτάνων και αναζητούν αυτή την γνώση.


Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολύτιμη φυσική κληρονομιά και σημαντική βιολογική ποικιλία. Ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό χερσαίων, υγροτοπικών και θαλάσσιων οικοσυστημάτων περιλαμβάνει υποτροπικά φοινικοδάση στην Κρήτη, αλπικά λιβάδια αλλά και ψυχρόβια δάση ερυθρελάτης στη Ροδόπη.  Η προστασία της φύσης έχει επιτρέψει στη μοναδική μας βιοποικιλότητα να αντέξει τις μεγαλύτερες απειλές. Μεγάλος αριθμός τόπων απειλούνται με υποβάθμιση, εξ αιτίας έντονων ανθρωπογενών πιέσεων, όπως η αυθαίρετη ή ακαλαίσθητη δόμηση, η διάνοιξη δρόμων, ο ανεξέλεγκτος τουρισμός και πολλές άλλες καταστροφικές δραστηριότητες που υποβαθμίζουν τη φύση.  Από νομική άποψη, σήμερα η προστασία αυτής της φυσικής κληρονομιάς βασίζεται κατά μέγιστο βαθμό στις δυο κοινοτικές οδηγίες, (79/409 και 92/43), με τον τρόπο φυσικά που έχουν αυτές ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία. Παρά την ύπαρξη αυτών των νομοθετημάτων η φυσική κληρονομιά της χώρας μας υποβαθμίζεται και περιορίζεται ποιοτικά και ποσοτικά με εντεινόμενους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια. Η υποβάθμιση λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω της αστικοποίησης δηλαδή της έγερσης χωρίς καμιά λογική και συνολικό σχέδιο, διάσπαρτων κτιρίων, διάνοιξης και κατασκευής δρόμων, ανεξέλεγκτης απόθεσης μπαζών και απορριμμάτων, λατομεύσεων, εκχερσώσεων και γενικά τόσο από τις καθαυτό όσο και από τις παράπλευρες επιπτώσεις έργων μεγάλης και μικρής κλίμακας.  Σημαντικό μέρος της υποβάθμισης των τοπίων οφείλεται επίσης στην εγκατάλειψη παλαιών (παραδοσιακών) μεθόδων στον πρωτογενή τομέα, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, αλλά και την εγκατάλειψη και ερείπωση κτιρίων και υποδομών. Όλα αυτά συνοδεύονται από χαμηλή και συχνά αταίριαστη αρχιτεκτονική στα δομημένα περιβάλλοντα που ακόμη περισσότερο υποβαθμίζει τα τοπία και μάλιστα την ύπαιθρο χώρα.


Το παραδοσιακό μοντέλο της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, με τα προβλήματα, αλλά και με τα πλεονεκτήματά του, είναι βέβαιο ότι σιγά σιγά δίνει τη θέση του σε ένα νέο πρότυπο οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής. Η διεθνοποίηση της αγοράς και οι απαιτήσεις της, όπως και η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνολογίας σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που άπτονται του αγροτικού τομέα, την ωθούν να ενταχθεί οργανικά στη νέα εποχή, όπου η διεθνοποίηση των αγορών και οι τεχνολογικές καινοτομίες έχουν τον πρώτο ρόλο. Καθημερινά όλο και περισσότεροι αποκτούν τη συνείδηση ότι χωρίς την οργανωμένη ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, αλλά και της μεταποίησης που είναι συνδεδεμένη με ό,τι προσφέρει η ελληνική γη, η χώρα θα δυσκολευτεί πολύ να βγει από το σκοτεινό τούνελ. Είναι καιρός πια να ξεφύγουμε από τη λογική μόνο της ποσότητας και να γίνει μια στροφή και στην ποιότητα, δεδομένου ότι υπάρχουν δύο συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων χωρών που ανταγωνίζονται τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα. Το πρώτο είναι η ανεπανάληπτη χλωρίδα του τόπου μας. Στη φυτική παραγωγή υπάρχουν αυτοφυή είδη που η ποιότητά τους με βάση τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται (διατροφική αξία, γεύση) είναι ασυναγώνιστα. Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ο ήλιος, ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες παραγωγής ποιοτικών αγροτικών προϊόντων. Κανένας τεχνητός φωτισμός και καμία τεχνητή συνθήκη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ευεργετική επίδραση που έχει ο ήλιος της πατρίδας μας.
Πηγή : https://www.mediterraneo.gr/%CE%B7_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7_%CF%86%CF%85%CF%83%CE%B7_%CF%83%CE%B5_%CE%B1%CF%80%CE%BB%CE%B1_%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-details.aspx
https://www.itrofi.gr/texnologia/perivallon/article/413/elliniki-fysi-kai-georgia-me-vlemma-sto-mellon
https://www.therapia.gr/ellinika-botana/

Ελληνική Φύση : Το πιο όμορφο και ανθρώπινο μέρος στον πλανήτη μας (Μέρος Α)

Η Ελληνική φύση, παρ' όλα τα πλήγματα που έχει δεχθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει εξαιρετικά πλούσια. Η μεγάλη βιοποικιλότητα της Ελληνικής γης είναι από τις πλουσιότερες του πλανήτη και αξίζει το ενδιαφέρον μας και την προστασία μας. Η γονιμότητα της σκληροτράχηλης Ελληνικής γης επετεύχθη μετά από πολυετείς αγώνες των Ελλήνων καλλιεργητών με τα ελάχιστα τεχνολογικά μέσα που διέθεταν. Με τον χρόνο, ο Έλληνας αγρότης αξιοποίησε την φύση γύρω του με τον καλύτερο τρόπο και εκείνη του έδωσε τα ωραιότερα προϊόντα. Η μεγάλη ποικιλία αρωματικών φυτών του Ελλαδικού χώρου με τις θεραπευτικές τους ιδιότητες είναι γνωστή εδώ και αιώνες. Η παραδοσιακή ιατρική χρησιμοποιεί τα βότανα της Ελληνικής γης με μεγάλη επιτυχία. Οι μελέτες για την αποτελεσματικότητα αυτών των βοτάνων στην καταπολέμηση ασθενειών αυξάνονται, καθώς τα χημικά φάρμακα έχουν πολλές παρενέργειες. 


Η πορεία ανάκαμψης της χώρας μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο επέφερε τεράστιες αλλαγές στη ζωή των Ελλήνων. Τα αστικά κέντρα συγκέντρωσαν σταδιακά το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων και ολόκληρα χωριά ερημώθηκαν και παραμένουν έτσι μέχρι και σήμερα. Η ζωή του Έλληνα πολίτη δεν είχε πια καμία σχέση με την ύπαιθρο και με την πάροδο του χρόνου αποξενώθηκε από αυτήν. Η τεράστια γνώση και εμπειρία που είχε συσσωρευτεί με τα χρόνια χάθηκε. Τα φαρμακευτικά βότανα αντικαταστάθηκαν με χημικά φάρμακα. Ο σεβασμός στη φύση χάθηκε. Τα περισσότερα δάση κάηκαν στον βωμό της ανοικοδόμησης. Το νερό με τεράστια έργα δεν ποτίζει πια την Ελληνική ύπαιθρο αλλά κατασπαταλείται στα μεγάλα αστικά κέντρα για οικιακή και βιομηχανική χρήση. Η παρθένα Ελληνική φύση βρίσκεται σε ελάχιστα μέρη. Η χώρα, μεγάλη παραγωγός αγροτικών προϊόντων μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, δεν μπορεί πια να στηρίξει ούτε την εσωτερική της κατανάλωση. Ο νέος πολίτης προσπαθεί μέσω της κατανάλωσης να αποκτήσει ψευδαίσθηση ευημερίας ζώντας σε αστικά κουτιά, αποξενωμένος από τη φύση. Επειδή δεν γνωρίζει πόσος κόπος απαιτείται για την παραγωγή μιας ντομάτας ή ενός μαρουλιού, τα πετάει χωρίς σκέψη. Το έδαφος έχει ζωή και κάθε άλλο παρά άψυχο είναι. Θα μας φροντίζει όσο το φροντίζουμε. Η Ελληνική φύση έχει υποστεί τεράστια πλήγματα τις τελευταίες δεκαετίες. Η κατάσταση είναι οριακά αναστρέψιμη και απαιτεί τη συμμετοχή όλων των πολιτών.


Η Ελλάδα βρίσκεται σε προνομιούχο θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όσον αφορά τη βιοποικιλότητα, λόγω της γεωγραφικής θέσης της, του πολυσχιδούς αναγλύφου, της ποικιλομορφίας των τοπίων της, της μεγάλης ποικιλίας ενδιαιτημάτων, καθώς και του πλούτου και της έκτασης της πολιτιστικής κληρονομιάς της. Για τον λόγο αυτό, φέρει αντίστοιχο βάρος ευθύνης για τη διατήρηση, την αειφορική χρήση της, και τον δίκαιο και ισότιμο καταμερισμό των πλεονεκτημάτων, που θα προκύψουν από τη χρήση των γενετικών πόρων για τις γενιές που έρχονται. Η χώρα χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα πλούσια χλωρίδα και πανίδα, καθώς και από μεγάλη ποικιλία τοπίων και οικοσυστημάτων. Ενδεικτικά, για την Ελλάδα, αναφέρονται περί τα 6.600 είδη και υποείδη αγγειόσπερμων φυτών και περισσότερα από 23.000 είδη ζώων της ξηράς και των γλυκών νερών. Από τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της βιοποικιλότητας της Ελλάδας είναι ο υψηλός ενδημισμός στις περισσότερες ζωικές και φυτικές ομάδες. Πολλά ενδημικά είδη έχουν πολύ περιορισμένη εξάπλωση (π.χ. σε μια μόνο νησίδα) και συνεπώς είναι πολύ ευαίσθητα σε διαταραχές. H Ελλάδα φιλοξενεί σπουδαία χερσαία, υγροτοπικά, παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα. Στα χερσαία οικοσυστήματα, μεγάλη έκταση και υψηλή σπουδαιότητα έχουν τα δάση καθώς και τα μεσογειακά οικοσυστήματα (φρύγανα και μακκί). Οι υγρότοποι περιλαμβάνουν λίμνες, έλη, λιμνοθάλασσες, αλυκές, εκβολές κ.ά. Στα παράκτια οικοσυστήματα ανήκουν οι αμμώδεις ακτές, βραχώδεις ακτές, θίνες κ.ά. και στα θαλάσσια οικοσυστήματα περιλαμβάνονται τα λιβάδια Ποσειδωνίας. Ορισμένοι υγρότοποι, όπως οι λιμνοθάλασσες και οι εκβολές θεωρούνται και ως παράκτια οικοσυστήματα. Παραδοσιακά, οι προστατευόμενες περιοχές θεωρούνται ως ο ακρογωνιαίος λίθος της επί τόπου διατήρησης της βιολογικής ποικιλότητας.


Η ελληνική φύση σάς καλεί να την ανακαλύψετε όλες τις εποχές του χρόνου. Ένα μωσαϊκό τοπίων με μοναδική βιοποικιλότητα και οικολογική αξία ξεδιπλώνεται μπροστά σας: σε εθνικά πάρκα, ποτάμια, καταρράκτες, ορμητικά ποτάμια, λίμνες, υδροβιότοπους, οροσειρές, αλλά και στα ηφαίστεια των νησιών της Σαντορίνης, της Νισύρου και της Μήλου. Θα ανακαλύψετε πόσα πολλά μπορεί να κρύβονται σε μία τόσο μικρή χώρα. Παράλληλα, λόγω του ήπιου κλίματος, το ανέγγιχτο από τον άνθρωπο φυσικό μας περιβάλλον προσφέρεται για δραστηριότητες, όπως περπάτημα, ιππασία, οδήγηση off road, ράφτινγκ, καγιάκ, αναρρίχηση, ορειβασία ή canyoning.  Στην Ελλάδα υπάρχουν 419 περιοχές Natura 2000 και 4 Γεωπάρκα που ανήκουν στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γεωπάρκων (EGN): η Λέσβος με το Απολιθωμένο Δάσος της, το Φυσικό Πάρκο Ψηλορείτη στην Κρήτη, το Εθνικό Πάρκο Χελμού-Βουραϊκού στα Καλάβρυτα και η περιοχή του Εθνικού Δρυμού Βίκου-Αώου στα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου.


Στους 400 υγροτόπους της χώρας, πολλοί από τους οποίους προστατεύονται από τη συνθήκη Ραμσάρ ή ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000, κυριαρχεί η σπάνια ομορφιά. Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, ο Αμβρακικός Κόλπος, το δάσος της Στροφυλιάς, η Μικρή Πρέσπα, τα Δέλτα των ποταμών Αξιού, Νέστου, Έβρου, Αχελώου και Άραχθου, η λίμνη της Κερκίνης, η Βιστωνίδα και η λιμνοθάλασσα στο Πόρτο Λάγος, οι λίμνες Κορώνεια και Βόλβη, η Βεγορίτιδα, οι λιμνοθάλασσες της Θράκης, η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας: εδώ, ο τόπος «στολίζεται» από πλούσια χλωρίδα και όλων των ειδών τα αμφίβια, θηλαστικά και ψάρια. Τουλάχιστον 446 είδη πουλιών –αρκετά από τα οποία απειλούνται με εξαφάνιση- ζουν στους πολύτιμους υδροβιότοπους των νησιών και της ηπειρωτικής Ελλάδας: αργυροπελεκάνοι, γλαρόνια, κυνηγόπαπιες, ερωδιοί, χρυσαετοί, σπάνια όρνια. Ιδανικές περιοχές για birdwatching: το δάσος της Δαδιάς, το Δέλτα του Έβρου, η λίμνη Κερκίνη, οι λίμνες Χειμαδίτιδα και Ζάζαρη, η Γιάλοβα, ο Όλυμπος, το Δέλτα του Πηνειού.


Είστε λάτρεις του οικοτουρισμού και αναζητάτε τον γνήσιο οικοτουριστικό προορισμό στην Ελλάδα; Η χώρα, με την 11η μεγαλύτερη ακτογραμμή παγκοσμίως, με βουνά και λόφους που καλύπτουν το 80% του εδάφους της, σάς περιμένει. Στους ορεινούς οικισμούς, σας υποδέχεται η μοναδική αρχιτεκτονική ταυτότητα και οι παραδόσεις αιώνων: στο Πήλιο, στα Ζαγοροχώρια, στα Μετέωρα, στον Όλυμπο, στην Πίνδο, στη Ροδόπη, στην Ορεινή Αρκαδία, στη Μεσσηνία, στην Ορεινή Ναυπακτία, στον Ταΰγετο, στον Πάρνωνα, στην Κρήτη με τον Ψηλορείτη, στα Λευκά Όρη και στα φαράγγια. Μέσα από μονοπάτια και δασικούς δρόμους, θα ανακαλύψετε την ανεξερεύνητη φύση της Ελλάδας σε ποτάμια, λίμνες και θερμές πηγές, δάση, καταρράκτες και λιβάδια, αλλά και την ανθρώπινη ιστορία σε αρχαίους ναούς, κάστρα και εκκλησίες. Η γνήσια εμπειρία φύσης στην Ελλάδα συμπληρώνεται από την αυθεντική φιλοξενία. Οι ντόπιοι σάς καλωσορίζουν σε παραδοσιακούς ξενώνες και οικογενειακά ξενοδοχεία. Σας κερνούν τοπικά πιάτα, κρασί, ρακή και άλλα αγνά αγαθά σε εστιατόρια και ταβέρνες. Στους αγροτουριστικούς ξενώνες και τις οικολογικές φάρμες, θα γίνετε ένα με τους ντόπιους και θα συμμετέχετε σε αγροτικές εργασίες, άρμεγμα ζώων, παραγωγή τυριών, το μάζεμα της ελιάς. Εδώ, θα κόψετε φρούτα και λαχανικά από τον μπαξέ, θα μαζέψετε ελιές, θα τρυγήσετε σταφύλια και θα πάρετε μέρος στην απόσταξη της ρακής, αλλά και σε τοπικά φεστιβάλ και γιορτές που σας συστήνουν την παράδοση κάθε τόπου. Φεύγοντας, θα πάρετε την εμπειρία μαζί σας, σε ένα βαζάκι μέλι, βότανα, γλυκά του κουταλιού και κουλουράκια. 
Πηγή : http://www.biodiversity-info.gr/index.php/el/greek-nature-and-biodiversity
https://www.discovergreece.com/el/travel-ideas/article/nature
https://www.viologika.gr/blog/kalliergeies/elliniki-fysi.php

Η αγροτική ανάπτυξη στην Ελλάδα την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Μέρος Β)

Τα μεγάλα αγροκτήματα αποτελούσαν την εξαίρεση: παρ’ όλο ότι το δημόσιο υποχρεώθηκε να παραχωρήσει προνόμια στους αγοραστές “των αγαθών του υπάρχου”, που ήταν, χωρίς αμφιβολία, δύσκολο να πουληθούν, και παρ’ ότι ο εγγονός του Ιππάρχου, Ηρώδης ο Αττικός, μπόρεσε να ανασυγκροτήσει στην Κηφισιά εκτεταμένα αγροκτήματα, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες αρκούνταν ασφαλώς σε μικρούς και συχνά κατακερματισμένους κλήρους. Η ελαιοκομία παρέμεινε, χωρίς αμφιβολία, πολύ προσοδοφόρα: για να εμποδίσει την εξαγωγή ολόκληρης της σοδειάς. Ο Αδριανός υποχρέωσε με νόμο τους παραγωγούς να πουλούν στο κράτος ορισμένο ποσοστό της ετήσιας συγκομιδής τους. Η σιτοπαραγωγή παρέμενε ανεπαρκής: οι Αθηναίοι εισήγαν σιτάρι από τις νησιωτικές κτήσεις τους [ Λήμνο, Ίμβρο, Σκιάθο ] αλλά και από το εξωτερικό. Τον 1ο αιώνα το μέλι του Υμηττού το εκτιμούσαν ιδιαίτερα στην Ιταλία. Το κρασί, που ήταν μέτριας ποιότητος, καταναλισκόταν επί τόπου.
Η αττική κεραμουργία δεν παρήγαγε παρά μόνο χονδροειδή σκεύη καθημερινής χρήσεως, καθώς και πλίνθους ή κεραμίδια για τις στέγες ορισμένων κτιρίων. Τα κομψότερα αγγεία εισάγονταν από την Ιταλία αρχικά και έπειτα από την Γαλατία. Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους οι λυχνοποιοί κατόρθωσαν να αντέξουν στον κορινθιακό ανταγωνισμό, αλλά η Αττική δεν εξήγαγε λύχνους πριν από 3ο αιώνα μ.Χ. 


Η εξόρυξη μαρμάρου από τα λατομεία της Πεντέλης, συνεχίσθηκε τόσο για τις ανάγκες εξαγωγής [ στην κυρίως Ελλάδα, Ιταλία, Μικρά Ασία ], όσο και για τις οικοδομικές ανάγκες της Αττικής και για τις μεγάλες ανεπίγραφες στήλες – καταλόγους πρυτάνεων και εφήβων, αυτοκρατορικές επιστολές, τιμητικά ψηφίσματα – που αποτελούσαν τα αρχεία της πόλεως. Ο συρμός των αγαλμάτων και των τιμητικών ερμαϊκών στηλών πρόσφερε επίσης απασχόληση στους λιθοξόους και στους χαράκτες, ακόμη και αν, για λόγους οικονομίας αναγκάζονταν καμιά φορά να χρησιμοποιούν παλαιά αγάλματα, των οποίων άλλαζαν απλώς τις κεφαλές. Οι Αθηναίοι γλύπτες εξακολουθούν να επιδίδονται με επιδεξιότητα στην κατεργασία των πολύτιμων υλικών, όπως του χρυσού και του ελεφαντοστού για την κατασκευή χρυσελεφάντινων αγαλμάτων. Όλοι όμως αυτοί οι βιοτέχνες εργάζονταν και για την εξαγωγή, ο Πλούταρχος είδε επί Δομιτιανού στην Αθήνα κίονες λαξευμένους, έτοιμους να φορτωθούν για τη Ρώμη. Τα αντίγραφα αρχαϊκών και κλασσικών έργων τέχνης, που εκτιμούσαν πολύ οι πλούσιοι Ρωμαίοι, καθώς και τα ανάγλυφα, οι επιτύμβιες στήλες και τα αγάλματα νέο-αττικής τεχνοτροπίας γνώρισαν μεγάλη ζήτηση από τον 1ο αιώνα π.Χ. Η κατασκευή ή αντιγραφή έργων τέχνης ήταν μία από τις σπάνιες δραστηριότητες ,που είχαν κυρίως ως στόχο την εξαγωγή.


Ένας νόμος του Αδριανού παρακινούσε τους ψαράδες της περιοχής να έρχονται να πουλούν τα ψάρια τους απευθείας στην Ελευσίνα, ώστε να αποφευχθεί η άνοδος των τιμών από την κερδοσκοπία των μεσαζόντων. Εκτός από τα δημητριακά της Θράκης, του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου, η Αθήνα εισήγαγε ξυλεία από τον Πόντο και την Προποντίδα, κρασιά από την Χίο και από τη Σάμο, χαλκό και κασσίτερο από το βόρειο Αιγαίο και πάπυρο από την Αίγυπτο για της ανάγκες της εκπαίδευσης και του εμπορίου των βιβλίων. Για ορισμένα είδη πολυτελείας, όπως ο λιβανωτός, το μύρο και άλλα αρωματικά φυτά, που ακολουθώντας το δρόμο των καραβανιών έφθαναν είτε μέσω Συρίας, είτε μέσω Αλεξάνδρειας, η Αθήνα χρησίμευε ως διαμετακομιστικό κέντρο προς τις άλλες πόλεις της κυρίως Ελλάδας ή της Δύσης. Λόγω της προτίμησης των Ρωμαίων προς τα πολύχρωμα μάρμαρα και τις πολύτιμες ύλες η Αθήνα εισήγαγε επίσης, για τη διακόσμηση δημοσίων κτιρίων ή πλουσίων επαύλεων, αλάβαστρο, μάρμαρα από την Κάρυστο, την Εύβοια, τη Σκύρο, τη Λιβύη, βαθύχρωμους πορφυρίτες από την Αίγυπτο. Πολλά από αυτά τα μάρμαρα, κατεργασμένα από Αθηναίους τεχνίτες, επανεξάγονταν στην Ιταλία. Από τις επιτύμβιες στήλες πολλών ξένων, που πέθαναν στον Πειραιά, σχηματίζεται μια μάλλον θετική εικόνα του υπερπόντιου εμπορίου των Αθηνών κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους. Η Αθήνα διατηρούσε μόνιμες σχέσεις με τις πόλεις της Βόρειας Ελλάδος [ Ήπειρο, Θεσσαλία, Αιτωλία, Λοκρίδα, Βοιωτία ], της Πελοποννήσου [ κυρίως την Κόρινθο ], της Εύβοιας [κυρίως την Κάρυστο ], της Μακεδονίας της Θράκης, της Βιθυνίας και του Πόντου, με περιοχές της Μικράς Ασίας [ Μυσία, Αιολίδα, Ιωνία, Λυδία, Φρυγία, Καρία, Παμφυλία, Γαλατία ], με τις πόλεις της Κύπρου, της Συρίας και της Αιγύπτου. Αλλά ο όγκος των εξαγωγών – λαδιού, ειδών πολυτελείας, έργων τέχνης – φαίνεται ισχνός σε σχέση με τον όγκο των εισαγωγών, πράγμα που εξηγεί εν μέρει τις οικονομικές δυσκολίες των Αθηνών.


Είναι μάλιστα βέβαιο ότι οι Ιταλοί “πραγματευόμενοι” δεν παραμέλησαν την Πελοπόννησο, ενδεικτικό της αναπτύξεως εμπορικών δραστηριοτήτων. Οι επιγραφές μαρτυρούν παρουσία τους στο Άργος, τον 1ο αιώνα π.Χ., στην Κλείτορα της Αρκαδίας, στη Μεσσηνία, όπου ήταν κάτοχοι μεγάλων εκτάσεων, στο Γύθειο της Λακωνίας και στο Αχαΐας. Η παρουσία τους όμως φαίνεται ότι ήταν σχετικά ασήμαντη στην Πάτρα, πράγμα περίεργο την εποχή κατά την oποία η Κόρινθος ήταν κατεστραμμένη. Αυτό οφείλεται ασφαλώς στο γεγονός ότι το λιμάνι δεν είχε ακόμη τη σπουδαιότητα που απέκτησε μετά την ίδρυση της αποικίας από τον Αύγουστο και που την διατήρησε ως τη σύγχρονη εποχή. Η αλληλογραφία του Κικέρωνος μας πληροφορεί ότι, τον καιρό της μεταβάσεώς του στην Ελλάδα, ο διάπλους μεταξύ Βρεντεσίου και Πατρών ήταν πλημμελέστατα οργανωμένος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αυτή πόλη, της οποίας μειώθηκε εν μέρει ο πληθυσμός, μετά από την ήττα του 146 π.Χ., άργησε να ανακτήσει την ευημερία της.
Δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση συνεπαγόταν μια σημαντική αλλαγή προοπτικής στην εκτίμηση της οικονομικής ευημερίας ή της δυνάμεως μιας πόλεως, ή περιοχής. 


Για τους κλασσικούς χρόνους, η σχετική δύναμη των πόλεων πρέπει να υπολογίζεται σε σχέση με τις άλλες ελληνικές πόλεις μόνο, αφού η Ελλάδα αποτελεί μια ιδιαίτερη ενότητα. Από το 146 π.Χ., αντίθετα, η Ελλάδα και οι περιοχές που την απαρτίζουν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο της λεκάνης της Μεσογείου. Είναι όμως βέβαιο ότι η Πελοπόννησος, όσο και αν ευημερούσε, δεν μπορούσε ωστόσο κατά κανένα τρόπο να συναγωνισθεί, στους κόλπους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, άλλες περιοχές πιο εύφορες ή πιο δραστήριες. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπεται, ότι οι πόλεις της Πελοποννησιακής συμμαχίας κατόρθωσαν να νικήσουν, έπειτα από αγώνες τριάντα ετών, την Αθήνα και τη θαλασσοκρατορία της, μόνο χάρη στον περσικό χρυσό, που επέτρεψε στους Σπαρτιάτες να επανδρώσουν στόλο. Αυτή την αλλαγή προοπτικής δεν ελάμβαναν αρκετά υπόψη οι αρχαίοι συγγραφείς, όταν συνέκριναν την ερήμωση των πόλεων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους με την παλαιά τους ακμή. Η Πελοπόννησος ήταν βέβαια μια εύφορη περιοχή, ικανή να διαθρέψει τους κατοίκους της, αλλά δεν παρήγαγε ποτέ πλεονάσματα επαρκή για εξαγωγές σε μεγάλη κλίμακα.


Εκτός από την κτηνοτροφία (ίπποι, όνοι, ημίονοι, αίγες, πρόβατα), η Αρκαδία φημιζόταν κατά την αρχαιότητα για το γάλα της, στο οποίο αποδίδονταν φαρμακευτικές ιδιότητες. Τα όρη, αλλά ακόμη και οι πεδιάδες της, παρήγαγαν μέτριας μάλλον ποιότητος ξυλεία. Μερικοί θεώρησαν τη Μαντινεία και την Τεγέα από τη μια, τη Μεγαλόπολη από την άλλη, δύο διαφορετικούς τύπους αρκαδικών πόλεων. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, στις πρώτες η δασοκομία υποκατέστησε σταδιακά τη γεωργία και ο πληθυσμός τους σημείωσε αύξηση, καθώς αναπτύχθηκαν ως κτηνοτροφικά και δασοκομικά εμπορικά κέντρα. Πάντοτε κατά την ίδια θεωρία μειώθηκε, αντίθετα, σταδιακά ο πληθυσμός της Μεγαλουπόλεως, που έγινε τόπος κατοικίας γαιοκτημόνων και διοικητικών παραγόντων. Ορισμένα στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή τη διαφορά, η σημασία της όμως δεν πρέπει να υπερτιμηθεί. Είναι πάντως βέβαιο ότι το σύστημα της μεγάλης εγγείου ιδιοκτησίας, που απασχολούσε πλήθος δούλων, ποτέ δε διαδόθηκε πολύ στην Ελλάδα. Οι σωζόμενες μαρτυρίες δείχνουν μάλλον ότι οι καλλιεργητές και οι βοσκοί ήταν συνήθως ελεύθεροι πολίτες. Η Μεσσηνία ήταν κυρίως περιοχή γεωργική. Η ευημερία της, που αναφέρθηκε ήδη, εξηγείται εύκολα την εποχή αυτή, κατά την οποία το σιτάρι ήταν ακριβό. Αντίθετα δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για την κατάσταση στην Λακωνία. Εκτός από τη βιοτεχνία πορφύρας, είναι γνωστό ότι εκτρέφονται εκεί εξαιρετικής ποιότητας ίπποι, που εξάγονταν στη Ρώμη, όπως οι ίπποι της Θεσσαλίας και της Αιτωλίας. Στο Tαίναρο υπήρχαν μεταλλεία σιδήρου και λατομεία μαύρου μαρμάρου. Η Λακωνία φημιζόταν επίσης για την παραγωγή ενός πράσινου μαρμάρου, που οι αρχαίοι το θεωρούσαν ποικιλία πορφυρίτη.


Και της Αργολίδος οι κυριότεροι πόροι προέρχονταν ασφαλώς από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η ευημερία της είναι δύσκολο να εκτιμηθεί. Το Άργος ήταν αρκετά σημαντικό εμπορικό κέντρο ώστε να προσελκύει Ιταλούς και άλλους ξένους εμπόρους. Η Συκιών φημιζόταν για τους ελαιώνες της: κατά την αυτοκρατορική περίοδο μαρτυρείται και βιοτεχνία πλίνθων. Η μελέτη της νομισματικής κυκλοφορίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κόρινθος είχε εντατικές εμπορικές σχέσεις με τις γειτονικές της πόλεις κυρίως : προηγούνται κατά πολύ η Σικύων και το Άργος και ακολουθεί η Πάτρα. Το ύψος των συναλλαγών με τις υπόλοιπες πελοποννησιακές πόλεις υπερέβαινε κατά πολύ τις συναλλαγές της με την Ανατολή. Έτσι η Κόρινθος δίνει την εντύπωση μητροπόλεως-λιμένος μάλλον, του οποίου ενδοχώρα ήταν ολόκληρη χερσόνησος, παρά διαμετακομιστικού σταθμού μεταξύ της Ιταλίας και της Μικράς Ασίας. Οι πήλινοι λύχνοι και η κεραμική αποτελούν μία άλλη ενδιαφέρουσα πηγή πληροφοριών. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 1ου αι. π.Χ., φαίνεται ότι στις ελληνικές αγορές κυριαρχούσε η ιταλική κεραμική. Αργότερα, ίσως λόγω μιας πτώσεως της ποιότητος των ιταλικών προϊόντων, δεν απαντούν πια στην Κόρινθο παρά τοπικές απομιμήσεις, χωρίς μεγάλη καλλιτεχνική αξία. Την παρακμή αυτή ακολούθησε κατά το 2ο αι. μ.Χ. μια αναγέννηση, οπότε τα κορινθιακά εργαστήρια παρήγαγαν λύχνους εξαιρετικής ποιότητος, με θαυμαστή διακόσμηση, ευρύτατα διαδεδομένους στον ελληνικό χώρο. Από το τέλος όμως του 2ου ή τις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. τα κορινθιακά προϊόντα υποχωρούν βαθμιαία και υποκαθίστανται από τα αθηναϊκά.


Η μόνη πόλη, στην οποία οι πηγές μας επισημαίνουν βιοτεχνική δραστηριότητα, είναι η Πάτρα, μια υφαντουργική βιοτεχνία της οποίας χρησιμοποιούσε το βύσσο, που καλλιεργούνταν στην Ήλιδα και η οποία γι’ αυτόν το λόγο αποτελούσε πόλο έλξεως των γύρω πληθυσμών. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ,λόγω των αργαλειών, οι γυναίκες στην Πάτρα ήταν πολύ περισσότερες από τους άνδρες. Γενικά, οι πόροι της Πελοποννήσου ,κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, ήταν ασφαλώς ίδιοι με εκείνους των πρώτων 150 ετών της ρωμαιοκρατίας. Δύο σημαντικά γεγονότα επέδρασαν πάντως στην εξέλιξη της Πελοποννήσου, κατά το τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. : η εγκατάσταση ρωμαϊκών αποικιών στην Κόρινθο, στη Δύμη και αργότερα στην Πάτρα, και η εδραίωση, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου, της ρωμαϊκής ειρήνης.


H ρωμαϊκή κατοχή προκάλεσε σε μια πρώτη φάση, και ιδιαίτερα σε ένα τμήμα της Ηπείρου, μια μακροχρόνια οπισθοδρόμηση της ευημερίας και του πολιτισμού, είναι ωστόσο επίσης αλήθεια ότι, μακροπρόθεσμα, τα αποτελέσματα της ρωμαϊκής παρουσίας προσέλαβαν μια τροπή πιο θετική, παρ’ όλο ότι αλλοίωσαν την ομαλή εξέλιξη, που θα είχαν γνωρίσει αυτές οι περιοχές της δυτικής Ελλάδος, αν δεν είχαν υποστεί την ξένη κατάκτηση. Φαίνεται ότι αρχικά το ενδιαφέρον των Ιταλών για την ανατολική όχθη του πορθμού του Υδρούντος δε μειώθηκε με την οριστική κατάληψη αυτής της χώρας, εκδηλώθηκε μάλιστα με την εγκατάσταση μεγάλων γαιοκτημόνων, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος των οποίων ήταν ο φίλος του Κικέρωνος, Τίτος Πομπώνιος Αττικός. Ε


Είναι ακριβώς αυτός ο κύκλος, του Αττικού και των φίλων του, αυτών των “Ηπειρωτικών” [ Epirotici ], που αξιοποιούν από κοινού τις αγρονομικές τους γνώσεις, ο οποίος περιγράφεται από τον Ουάρρωνα στο έργο του “Περί γεωργίας”. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως αυτός ο αγροτικός αποικισμός θα αναπτυσσόταν κυρίως στις περιοχές τις ερημωμένες από τους κατοίκους τους μετά την καταστρεπτική επιδρομή του Αιμιλίου Παύλου. Στην πραγματικότητα όμως ο Αττικός απέκτησε πολύ μεγάλη έκταση γης, όπου επιδόθηκε στην κερδοσκοπική κτηνοτροφία, ήδη από το 59 π.Χ., στο Βουθρωτό. Αλλά η περιοχή του Βουθρωτού, διέφυγε τη λεηλασία του ρωμαϊκού στρατού το 167 π.Χ., συνεπώς σε βάρος του πληθυσμού της περιοχής δημιουργήθηκαν τα μεγάλα αυτά αγροκτήματα, που ήταν αφιερωμένα στην κτηνοτροφία. Κατά την ηπειρωτική του εκστρατεία, του 48 π.Χ., ο Καίσαρας, άφησε μια λεγεώνα στο Βουθρωτό. Το 44 π.Χ. η κατάσταση έγινε σοβαρότερη, δύο ή τρεις χιλιάδες παλαίμαχοι ήταν έτοιμοι να επιβιβασθούν στην Ιουλία αποικία, ο Κικέρων προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να εμποδίσει τον απόπλου ή τουλάχιστον να κατευθύνει την επιχείρηση προς άλλη χώρα. Ο θάνατος του Καίσαρα δε ματαίωσε το σχέδιο, που τελικά πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε αργότερα με νέες αποστολές παλαιμάχων, αφού η αποικία του Καίσαρος επανιδρύθηκε από τον Αύγουστο.


Η ανάγκη να αναπτυχθούν οι επικοινωνίες, ιδίως για τη διακίνηση των προϊόντων της ενδοχώρας προς τα παράλια απέναντι στην Ιταλία, οδήγησε στη δημιουργία σημαντικού οδικού δικτύου. Αποδίδεται συχνά μεγάλη σημασία στη Εγνατία οδό, που ένωνε το Δυρράχιο και την Απολλωνία με τη Θεσσαλονίκη, ακολουθώντας την κοιλάδα του Γενούσου και κατά μήκος της Λυχνίτιδος λίμνης. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η οδός αυτή υπήρχε και χρησιμοποιούταν πολύ πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση. Το μόνο που έκαμαν οι ρωμαίοι κατακτητές ήταν να βελτιώσουν το κράσπεδο και να εξασφαλίσουν το δρόμο αυτό, ελέγχοντας τις γειτονικές περιοχές. Υπήρχαν δύο άλλοι δρόμοι για την προσπέλαση της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας: α] ο ένας με αφετηρία την Απολλωνία και την Αυλώνα έφθανε στην κοιλάδα του Δρίνου και στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και διέσχιζε την Πίνδο στον αυχένα του Μετσόβου, β] ο άλλος, με αφετηρία την Αμβρακία, έφθανε στους Γόμφους μέσω Πετρωτού. 


Ως προς την πρωτογενή παραγωγή η Μακεδονική γη εξακολουθούσε να παράγει τα ίδια φυτά και να εκτρέφει τα ίδια ζώα, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο. Η καλλιέργεια δημητριακών, η αμπελοκομία, η ελαιοκομία, καθώς και η καλλιέργεια ποικίλων άλλων οπωροφόρων δέντρων υπήρχε στην πέρα του Στρυμόνος Μακεδονία. Η σπουδαιότητα της αλιείας εξ’ άλλου για την οικονομία της περιοχής των λιμνών είναι αναμφισβήτητη. Αλλά, παρ’ όλο το γεωργικό της πλούτο και την σχετική επισιτιστική της αυτάρκεια, η Μακεδονία, ιδίως οι μεγάλες πόλεις της ενδοχώρας, ο ανεφοδιασμός των οποίων σε περίπτωση χαμηλής επιτόπιας παραγωγής προσέκρουε σε προβλήματα μεταφοράς, δεν ήταν απόλυτα εξασφαλισμένη από τον κίνδυνο σιτοδείας. Περιπτώσεις, κατά τις οποίες χρειάσθηκε η παρέμβαση πλουσίων τοπικών ευεργετών, εμφανίζονται σε όλη τη διάρκεια της ρωμαιοκρατίας. Οι Ρωμαίοι το 167 π.Χ. επέτρεψαν την εκμετάλλευση μόνο των ορυχείων χαλκού και σιδήρου, ενώ έκλεισαν τα ορυχεία χρυσού και αργύρου. Η εκμετάλλευση των πρώτων ανατέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές των μερίδων, οι οποίες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλλουν το μισό των κερδών, υπό μορφή φόρου, στη Ρώμη. Η λειτουργία του συστήματος ήταν τόσο επιτυχής, ώστε η μέθοδος επεκτάθηκε το 158 π.Χ. και στα ορυχεία αργύρου και χρυσού. Η άφθονη κοπή χαλκών νομισμάτων από τις μακεδονικές πόλεις και ιδίως από το κοινό ως τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. δεν αφήνει αμφιβολίες για τη σταθερότητα και το ύψος της παραγωγής. Η κοπή αργυρών νομισμάτων διακόπηκε το αργότερο τον 1ο αιώνα π.Χ. Δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα κατά πόσον η διακοπή πρέπει να αποδοθεί σε λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή αν συνδέεται με κάμψη της παραγωγής. Ο Στράβων την εποχή του Αυγούστου αναφέρει την ύπαρξη μεταλλείων χρυσού και αργύρου στο Παγγαίο.



Όσον αφορά το χρυσό, το πιθανότερο είναι ότι η εξόρυξη περιοριζόταν σε επιφανειακά κοιτάσματα, τα οποία εξαντλήθηκαν κατά την προαυτοκρατορική περίοδο. Όσον αφορά όμως τον άργυρο, η εξόρυξή του στην ανατολική Μακεδονία δεν αποκλείεται να συνεχίσθηκε και κατά την αυτοκρατορική περίοδο.
Στις επιγραφές των μακεδονικών πόλεων, ιδίως εκείνων που διασχίζονταν από τις μεγάλες οδικές αρτηρίες, αναφέρεται σημαντικός αριθμός εμπόρων, συνήθως ρωμαίων, οι οποίοι είχαν προφανώς στα χέρια τους το μεγάλο εμπόριο της επαρχίας. Μερικές φορές αναφέρονται πορφυροπώλες και ξυλέμποροι και σε μια περίπτωση είναι σαφές ότι πρόκειται για δουλεμπόριο. Η σημασία του τελευταίου αυτού είδους εμπορίου επιβεβαιώνεται από επιγραφή, της Παρθικοπόλεως πιθανότατα, όπου οι δούλοι, μαζί με τα βόδια και τα αργυρά αντικείμενα , αναφέρονται ως είδη, η εμπορία των οποίων υποβάλλεται κατεξοχήν στη φορολογία.
Πηγή : http://8gym-perist.att.sch.gr/Programes/Via%20Romana/Culture/prod.htm

Η αγροτική ανάπτυξη στην Ελλάδα την περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Μέρος Α)

Τι είδους λαός ήταν αυτοί οι Ρωμαίοι; Αν πιστέψουμε τον Αστερίξ, που τους γνώριζε από πρώτο χέρι, ήταν τρελοί. Δυστυχώς ή ευτυχώς, εμείς δεν έχουμε τη δυνατότητα να τους γνωρίσουμε από τόσο κοντά· έχουμε, όμως, τα γραπτά που μας άφησαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, τα κτίρια και τα μνημεία τους, καθώς και τις μαρτυρίες άλλων λαών της αρχαιότητας. Και όλα αυτά μάλλον διαψεύδουν τον Αστερίξ.
Στις πρώτες αρχές της, η ρωμαϊκή κοινωνία ήταν καθαρά αγροτική και στηριζόταν στη συνοχή της οικογένειας, που ήταν πατριαρχική. Οι πάντες όφειλαν τυφλή υπακοή στον πατέρα-αφέντη, κι αυτός είχε κάτω από την αυστηρή επίβλεψή του τους πάντες και τα πάντα: τη σύζυγο, τα παιδιά, τους υπηρέτες, τα ζωντανά και τα σπαρτά. Καλός άνθρωπος για τους Ρωμαίους σήμαινε καλός νοικοκύρης· και ο καλός νοικοκύρης έπρεπε πάνω απ᾽ όλα να διακρίνεται από πνεύμα οικονομίας. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό σήμαινε ότι τα έξοδα δεν ήταν περισσότερα από τα έσοδα και όλοι είχαν ακριβώς ό,τι χρειάζονταν για να ζουν με αξιοπρέπεια· στη χειρότερη περίπτωση σήμαινε απλώς τσιγκουνιά. Ως φαίνεται, οι παλιοί Ρωμαίοι ήταν βασικά τσιγκούνηδες - αλλά αυτό δεν το πρόσεξε ο Αστερίξ.
Μια καλή απόδειξη γι᾽ αυτό μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο που έγραψε ένας πολύ σημαντικός Ρωμαίος. Έζησε από το 234 μέχρι το 149 π.Χ., τον λέγανε Κάτωνα, κουρευόταν και χαμογελούσε σπάνια, αλλά ήταν έντιμος και τον εμπιστεύονταν όλοι οι συμπολίτες του. Το βιβλίο του είχε για θέμα τη διαχείριση του νοικοκυριού και κυρίως τα καθήκοντα του γεωργού στη διάρκεια του χρόνου. 


Γράφει, λοιπόν, ο γερο-Κάτωνας ότι ένας καλός νοικοκύρης πρέπει να φροντίζει έγκαιρα τις εποχιακές γεωργικές εργασίες, να κάνει τακτική συντήρηση στα γεωργικά του εργαλεία για να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση και να μην κάνει περιττά έξοδα για πράγματα, αλλά και για πρόσωπα, που είναι άχρηστα: Αν οι δούλοι αρρωστήσουν, αυτό σημαίνει ότι έτρωγαν περισσότερο από όσο έπρεπε. Τα γερασμένα βόδια, το παλιό αλέτρι, τα παλιά εργαλεία, ο γερασμένος και ο άρρωστος δούλος πρέπει να πουλιούνται. Ο αφέντης του σπιτιού πρέπει γενικά να πουλάει και όχι να αγοράζει.
Δεν ξέρουμε αν το βιβλίο του Κάτωνα έγινε «μπεστ σέλερ»· αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι παλιοί Ρωμαίοι θα συμφωνούσαν λίγο πολύ με αυτές τις απόψεις, όχι τόσο επειδή ήταν σκληροί και απάνθρωποι αλλά μάλλον επειδή αγαπούσαν τις πρακτικές λύσεις.
Αυτό το πρακτικό πνεύμα το καλλιεργούσαν από τα πρώτα κιόλας μαθητικά τους χρόνια. Ο Οράτιος, ένας πολύ σημαντικός ρωμαίος ποιητής, αφηγείται το ακόλουθο στιγμιότυπο: σε μια τάξη του δημοτικού τα παιδιά μαθαίνουν πρόσθεση και αφαίρεση· ο δάσκαλος βάζει ασκήσεις και ενθουσιάζεται όταν ακούει τις σωστές απαντήσεις. «Μπράβο, παιδιά!» λέει. «Μεθαύριο που θα μεγαλώσετε θα γίνετε σωστοί νοικοκύρηδες.» Ο Κάτωνας θα συμφωνούσε απόλυτα: Οι πρόγονοί μας δεν είχαν σε καμιά εκτίμηση την ποίηση, και όποιον ασχολούνταν μ᾽ αυτήν τον χαρακτήριζαν τσαρλατάνο και αγύρτη. Τάδε έφη ο γερο-Κάτωνας. Είναι αμφίβολο αν ο άνθρωπος αυτός πείστηκε ποτέ ότι οι ποιητές χρειάζονται.


Οι Ρωμαίοι τηρούσαν ευλαβικά τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους. Βαθμιαία η κοινωνία τους διαμόρφωσε ένα σύνολο αξιών και αρχών που, όπως ήθελαν να πιστεύουν οι ίδιοι, χαρακτήριζε το ρωμαϊκό έθνος από παλιά. Τέτοιες αρετές ήταν, για παράδειγμα, η σοβαρότητα της συμπεριφοράς, η κοινωνική ευπρέπεια, ο λιτός τρόπος ζωής και ο σεβασμός τόσο για την οικογένεια όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Είναι αλήθεια ότι όλοι οι λαοί διαθέτουν έναν δικό τους κατάλογο με εθνικές αρετές· όμως, τουλάχιστο στην αρχαιότητα, οι Ρωμαίοι είναι οι μόνοι που διαφημίζουν τόσο επίμονα τα εθνικά τους προσόντα και οι μόνοι που χρησιμοποιούν τόσο συστηματικά τα προγονικά «ήθη και έθιμα» ως το σημαντικότερο παιδαγωγικό μέσο. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιας αυτοδιαφήμισης μας δίνει ο Κικέρωνας, μεγάλος ρήτορας και πολιτικός: Ποιος άλλος λαός έδειξε τέτοια σοβαρότητα συμπεριφοράς, τέτοια σταθερότητα χαρακτήρα, τέτοιο ηρωισμό, τέτοια χρηστότητα ήθους, τέτοια εντιμότητα; Ποιοι διέπρεψαν τόσο σε κάθε είδος αρετής ώστε να μπορούν να συγκριθούν με τους πατεράδες μας;


Φυσικά ο Κικέρωνας δεν περιμένει απάντηση (η ερώτηση είναι, όπως λέμε, απλώς ρητορική) - ή, μάλλον, η μόνη απάντηση που περιμένει είναι: «κανείς άλλος». Αλλά την ίδια απάντηση δεν περιμένουν όλοι εκείνοι, σε όποια εθνικότητα και αν ανήκουν, που αναλαμβάνουν να εκφωνήσουν πανηγυρικούς λόγους σε εθνικές γιορτές και επετείους; Όλοι παινεύουμε κάποτε το σπίτι μας για να μην πέσει και μας πλακώσει. Το ερώτημα είναι αν και πόσο το σπίτι μας αξίζει αντικειμενικά το παίνεμα. Και στην περίπτωσή μας: αξίζει τόσο παίνεμα το σπίτι που παινεύει ο Κικέρωνας; Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ομάδες που κατοικούσαν στην ιταλική χερσόνησο οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να επιβάλουν σταδιακά τη στρατιωτική και πολιτική κυριαρχία τους, να ενώσουν όλη την Ιταλία κάτω από την ηγεμονία τους και στη συνέχεια να επεκταθούν όχι μόνο σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου αλλά και σε πολλές βορειότερες περιοχές της Ευρώπης. Πώς και γιατί απέκτησε τέτοια δύναμη η μικρή και κλειστή γεωργική κοινωνία που αρχικά ήταν περιορισμένη στο Λάτιο, μια περιοχή της κεντρικής Ιταλίας που είχε για πρωτεύουσα της τη Ρώμη; Η απάντηση που θα έδιναν ο γερο-Κάτωνας, ο Κικέρωνας, αλλά και οι περισσότεροι απλοί Ρωμαίοι είναι: επειδή το ρωμαϊκό έθνος διατήρησε τις αρχές και τις αξίες των παλιών Ρωμαίων. Την ίδια απάντηση φαίνεται να δίνουν και πολλοί σύγχρονοί μας μελετητές της ρωμαϊκής ιστορίας. Και αν τόσοι πολλοί συμφωνούν, τότε ένα μέρος τουλάχιστο της αλήθειας πρέπει να βρίσκεται πράγματι σ᾽ αυτή την απάντηση.


Η Ρωμαϊκή κυριαρχία ευνόησε σημαντικά τις εξαγωγές και τις ιταλικές επενδύσεις στη Μακεδονία και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι “πραγματευόμενοι”, δηλαδή οι Ιταλοί επιχειρηματίες [ με την ευρεία έννοια της λέξεως: μεγαλέμποροι, τραπεζίτες μεγαλοκτηματίες, που εκμεταλλεύονταν αμπελώνες ή βοσκοτόπους ] συνέρευσαν στον Ελληνικό χώρο, κυρίως από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. και έφθασαν στο μέγιστο της εξαπλώσεώς τους τον 1ο αιώνα π.Χ. Ο πλουτισμός των ανώτερων ιταλικών τάξεων [ και συγκεκριμένα εκείνων της Ρώμης ] και η υποστήριξη, που αυτοί οι άνθρωποι κατόρθωσαν να εξασφαλίζουν κατά γενικό κανόνα από τα όργανα της εξουσίας, είναι δύο συνέπειες τις ρωμαϊκής ηγεμονικής πολιτικής, που εξηγούν σε μεγάλο βαθμό το φαινόμενο αυτό. Επίσης, από το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ., η Ιταλία άρχισε να εξάγει προς την Ελλάδα προϊόντα, π.χ. κρασί, που ως τότε κυρίως εισήγαγε. Ωστόσο, οι ρωμαϊκές αρχές φαίνεται ότι απλώς ευνόησαν αυτή την εξέλιξη με το γεγονός και μόνο της εξουσίας και της επιβουλής τους. Συγκεκριμένα μέτρα πού έλαβαν οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ή απέσπασαν από τους Έλληνες, για να αποκλείσουν το ελληνικό εμπόριο από την ιταλική αγορά, δεν μας είναι γνωστά.


Ο σίτος ήταν το μόνο προϊόν του οποίου το Ρωμαϊκό κράτος ρύθμιζε τις εισαγωγές στη Ρώμη και ως ένα σημείο την παραγωγή στις επαρχίες, που τροφοδοτούσαν την πρωτεύουσα. Η Μακεδονία όμως και η κυρίως Ελλάδα, όντας περιοχές όπου δεν παρήγαγαν αλλά εισήγαγαν κατά κανόνα σιτηρά, δε θίγησαν από την προοδευτική οργάνωση της αννώνης. Η διάταξη, με την οποία επιβλήθηκε το 187 π.Χ. στην Αμβρακία να εξαιρέσει τους Ρωμαίους και τους Λατίνους από τους τελωνειακούς δασμούς, δε φαίνεται σύνηθες μέτρο. Κατά την περίοδο της ελεύθερης πολιτείας για την περιοχή σημαντική ήταν η απόφαση που έλαβε η Σύγκλητος να ανακηρύξει τη Δήλο ελεύθερο λιμένα, όταν το 167 π.Χ. θέλησε να καταφέρει πλήγμα εναντίον της ροδιακής ευημερίας. Λαμβάνοντας ένα μέτρο επωφελές για τους εμπορευόμενους όλων των εθνοτήτων, η Ρώμη αρκέσθηκε να εγγυηθεί συνθήκες γενικά ευνοϊκές για τις δραστηριότητες των Ρωμαίων επιχειρηματιών. Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους γίνεται οικειοποίηση ορισμένων επαρχιακών πόρων. Τα ορυχεία και τα λατομεία περιήλθαν συστηματικά με ελάχιστες εξαιρέσεις στην κυριότητα του ρωμαϊκού δημοσίου. Αντίθετα τα μονοπώλια των αρχαίων αυτόνομων πόλεων διατηρήθηκαν ανέπαφα [ π.χ. τα δικαιώματα αλιείας του Βυζαντίου στην Προποντίδα].


Ωστόσο ο κυριότερος επαρχιακός πλούτος, που ήταν δυνατό να απαλλοτριωθεί ήταν η γη. Ουσιαστική μεταβολή της αγροτικής γεωγραφίας επέφερε η Ρώμη, κυρίως με την ίδρυση αποικιών. Όπως και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία, ο μεγαλύτερος αριθμός αποικιών ανάγεται στην περίοδο από τον Καίσαρα ως τον Αύγουστο, όταν χρειάσθηκαν να διαλυθούν οι πληθωρικοί στρατοί των εμφυλίων πολέμων και να απαλλαγεί η Ιταλία από το δημογραφικό της πλεόνασμα. Από τον ίδιο τον Καίσαρα ιδρύθηκαν η Κόρινθος και ο Βουθρωτός. Επίσης σύμφωνα με δικά του σχέδια, το Δίο και η Κασσάνδρεια στη Μακεδονία. Επί της δεύτερης τριανδρίας, οι Φίλιπποι, το Δυρράχιο και η Πέλλα. Ο Αύγουστος ίδρυσε νέες αποικίες π. χ. την Πάτρα. Μετά τον Αύγουστο οι ιδρύσεις αποικιών έγιναν σπανιότερες. Η ίδρυση μιας αποικίας, αποτελούσε αυτή καθαυτή παρέμβαση της κεντρικής εξουσίας και αποσκοπούσε συνήθως στην ανακατανομή των γαιών και στην εμφύσηση νέου δυναμισμού σε μια περιοχή. Οι ρωμαϊκές αρχές δεν είχαν την παραμικρή αντίρρηση αν εξαφανιζόταν προοδευτικά η σχετική κοινωνική και οικονομική ισότητα της πρώτης περιόδου [ αποτέλεσμα της κατανομής της γης σε κλήρους, ίσης σχετικά εκτάσεως ] και δημιουργούνταν στις προσαρτημένες στην αποικία γαίες μια ομάδα μεγαλογαιοκτημόνων. Τέτοια εξέλιξη διαπιστώθηκε στους Φιλίππους και συνέβαλε αποφασιστικά στο να αποκτήσουν οι κώμες [ vici ] κάποια σχετική αυτονομία και να έχουν δικούς τους άρχοντες [ αντιστράτηγοι και φορολόγοι ].


Επίσημη ώθηση ή ενθάρρυνση δόθηκε επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις στην αξιοποίηση νέων καλλιεργήσιμων εδαφών και στην αναζωογόνηση της γεωργίας στις παλαιές επαρχίες. Οι ζώνες του συνόρου προσείλκυσαν ιδιαίτερα την προσοχή των αυτοκρατόρων, με απώτερο στόχο να εξασφαλίσουν επί τόπου, κατά το μέγιστο δυνατό, τον ανεφοδιασμό των στρατευμάτων. Η εγκατάσταση παλαίμαχων ως γεωργών, που διευκολύνθηκε από τις αποζημιώσεις που ελάμβαναν κατά την απόλυσή τους, συνετέλεσε σημαντικά στην αξιοποίηση της Θράκης. Στην Αχαΐα, ο εκφυλισμός των λατιφουντίων, που είχαν συγκροτηθεί κατά το τέλος της ελεύθερης πολιτείας και τις αρχές της αυτοκρατορικής περιόδου, και η επέκταση της κτηνοτροφίας, επιδείνωσαν το παραδοσιακό πρόβλημα της καλλιέργειας ειδών στοιχειώδους επιβιώσεως. Φαίνεται ότι οι ρωμαϊκές αρχές ενθάρρυναν ως ένα σημείο τη δημιουργία μικρών αγροκτημάτων στις χέρσες εκτάσεις ή τις βοσκές. Μια επιγραφή από τη Θίσβη, χρονολογουμένη επί Αδριανού, αναφέρει τις συναφείς διατάξεις κάποιου διοικητή. Παρέχονταν στους πολίτες επί εμφυτευτικής βάσεως αγροτεμάχια από τις δημόσιες γαίες για την καλλιέργεια ελαιοδέντρων. Μετά από πενταετή απαλλαγή θα πλήρωναν ενοίκιο, αλλά με τη διαβεβαίωση ότι θα διατηρούσαν τις γαίες που θα είχαν αξιοποιήσει. Μία όμοια διάταξη, στην οποία αναφέρεται ο Δίων Χρυσόστομος στον “Ευβοϊκό” του, εγγυάται δεκαετή ατέλεια. Πρέπει πάντως να αποκλεισθεί ότι επί Αδριανού εκδόθηκε νόμος που απέβλεπε στην ενθάρρυνση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας στο σύνολο της αυτοκρατορίας.


Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι στη Θίσβη ο διοικητής εφήρμοσε αυτά τα μέτρα στις δημόσιες γαίες μιας πόλεως. Μια τέτοια επέμβαση στη νομοθεσία μιας πόλης δεν ήταν συνήθης. Μπορεί βέβαια να αναφερθεί ο νόμος που εξέδωσε ο Αδριανός για το εμπόριο ελαίου στην Αθήνα, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως υποστηρίζει σύγχρονος ιστορικός, “ο αυτοκράτωρ ενήργησε σ’ αυτή την περίπτωση ως Αθηναίος “νομοθέτης” και όχι ως εκπρόσωπος της ρωμαϊκής εξουσίας”. Επιπλέον, η επαναφορά ενός νόμου, που ανάγεται στο Σόλωνα, δεν ήταν ολωσδιόλου άσχετη προς κάποια αρχαϊστική φιλαρέσκεια. Δεν πρέπει λοιπόν να γίνεται λόγος για “αγροτική πολιτική” των αυτοκρατόρων, με τη σύγχρονη έννοια της λέξης. Και δεν είναι καν βέβαιο ότι τα αυτοκρατορικά κτήματα αποτελούσαν παράδειγμα υποδειγματικής αγροτικής παραγωγικότητας. Η Ρώμη ενδιαφερόταν το πολύ - πολύ για το παραδοσιακό πρόβλημα του επισιτισμού των πόλεων. Ιδιαίτερα βοήθησε την Αθήνα με οικονομικές παροχές ή παραχωρώντας της τα έσοδα ορισμένων περιοχών [ της Κεφαλληνίας κ. ά. ]. Εξ’ άλλου μια επιστολή του Κλαύδιου προς τους Θασίους μαρτυρεί την ύπαρξη προνομίων υπέρ των εξαγωγέων σίτου του νησιού.
Πηγή : https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/rome/page_002.html?prev=true
http://8gym-perist.att.sch.gr/Programes/Via%20Romana/Culture/prod.htm

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2020

Ελληνική κτηνοτροφία : Η περίπτωση της Κρήτης

Η κτηνοτροφία στην Κρήτη ασκείται κυρίως σε δύο μορφές: στην «ημιοικόσιτη» όπου οι κτηνοτρόφοι εκμεταλλεύονται χέρσες και καλλιεργημένες περιοχές γύρω από τα χωριά και λίγο έξω από τις πόλεις, και στην «ποιμενική» όπου οι κτηνοτρόφοι εκμεταλλεύονται τις ημιορεινές και ορεινές βοσκές των πλαγιών των ορεινών όγκων. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία, τα κοπάδια διακρίνονται σε δύο επιμέρους τύπους : 
α) στα «νομαδικά» τα οποία το καλοκαίρι μεταφέρονται στα οροπέδια και στα ορεινά
βοσκοτόπια (μέχρι και τα 2.300 μέτρα) και
β) τα «κοπαδιάρικα», που αφορούν ζώα ορεινών κοινοτήτων τα οποία αφήνονται ελεύθερα την Άνοιξη σε βοσκότοπους εντός των ορίων της κοινότητας. Κτηνοτροφία σε συνθήκες ενσταβλισμού ασκείται σε μικρό βαθμό (κυρίως στα πεδινά) και αφορά το 20-25% των ζώων του νησιού. Ο συνολικός αριθμός μόνο των αιγοπροβάτων ξεπερνά το 1.000.000 (Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας) και τα ζώα αυτά αποτελούν την βασική πηγή τροφής για τα μεγάλα πτωματοφάγα είδη.


Επιπλέον αιγοπρόβατα σε ημιάγρια κατάσταση, που ο αριθμός τους παραμένει αδιευκρίνιστος, διαβιούν σε όλα τα βουνά της Κρήτης και συνεισφέρουν σημαντικά στη δίαιτα των πουλιών καθ' όλη την διάρκεια του έτους. Τα ζώα αυτά ποτέ δεν σταβλίζονται και παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας, λόγω φυσικών αιτίων, ατυχημάτων και ασιτίας. Στην περιοχή μελέτης, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία καταγράφονται περίπου 78.000 αιγοπρόβατα, αριθμός υπερδιπλάσιος από τον αντίστοιχο εκείνου πριν 40 έτη.
Στην Κρήτη, ιδιαίτερα στην περιοχή των Σφακίων και στα Λευκά όρη, εκτρέφεται το γνωστό «Σφακιανό» πρόβατο, σε αριθμό 60.000 προβάτων. Είναι το παραγωγικότερο πρόβατο της Κρήτης.  Αρσενικά αυτής της φυλής χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία σε προγράμματα αναβάθμισης διαφόρων ποιμνίων σε όλο το νησί. Είναι σχετικά μικρόσωμο, σφριγηλό, κατάλληλο για δύσβατες περιοχές. Είναι λευκό με μελανές κηλίδες γύρω από τα μάτια, και αναμικτόμαλλο.    Παράγει κατά μ.ο. 110 λίτρα, σχεδόν βιολογικού, γάλακτος, με συνθήκες εκτροφής ιδιαίτερα δύσκολες.  Σήμερα εκτρέφονται στην Κρήτη ποίμνια αυτής της φυλής, με ευνοϊκότερες συνθήκες εκτροφής, των οποίων οι αποδόσεις είναι πολύ καλλίτερες.


Χωρίς τέλος είναι η μείωση του ζωικού κεφαλαίου της Ελλάδας, αλλά και της Κρήτης, από χρόνο σε χρόνο, παρά την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας και την ανάγκη αύξησης της παραγωγής για την αντίστοιχη μείωση των εισαγωγών κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Μάλιστα, μέχρι πριν το 2010 η Ελλάδα δαπανούσε 6-7 δισεκατομμύρια ευρώ για τις εισαγωγές αυτές.
Πλέον μέσα στα χρόνια της κρίσης - σύμφωνα με την αποκάλυψη που κάνει στην εφημερίδα “Νέα Κρήτη” ο κτηνίατρος και πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του ΓΕΩΤΕΕ Αλέκος Στεφανάκης - το ποσό αυτό μειώθηκε περίπου στο μισό, όχι επειδή καλύψαμε τις ανάγκες μας σε κρέας και σε γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά επειδή μειώσαμε... την κατανάλωσή τους λόγω μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης!


Συγκεκριμένα, από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα των ερευνών ζωικού κεφαλαίου (χοίρων, βοοειδών, προβάτων και αιγών) για το έτος 2018. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερευνών ζωικού κεφαλαίου, κατά το χρονικό διάστημα 2017-2018 παρατηρούνται οι ακόλουθες μεταβολές ως προς τον αριθμό των ζώων και των εκμεταλλεύσεων:
Ο αριθμός των βοοειδών μειώθηκε κατά 2,5% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των βοοειδών ανήλθε σε 541.845 ζώα το 2018, έναντι 555.672 ζώων το 2017. Αντίστοιχα, μείωση παρατηρείται στον αριθμό των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν βοοειδή κατά 8,8% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν βοοειδή ανήλθε σε 13.844 εκμεταλλεύσεις το 2018, έναντι 15.183 εκμεταλλεύσεων το 2017.


Ο αριθμός των χοίρων μειώθηκε κατά 3,0% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των χοίρων ανήλθε σε 721.390 ζώα το 2018 έναντι 743.588 ζώων το 2017. Μείωση παρατηρείται και στον αριθμό των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν χοίρους κατά 7,4% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν χοίρους ανήλθε σε 16.473 εκμεταλλεύσεις το 2018, έναντι 17.789 εκμεταλλεύσεων το 2017.
Ο αριθμός των προβάτων μειώθηκε κατά 1,9% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των προβάτων ανήλθε σε 8.429.654 ζώα το 2018 έναντι 8.592.619 ζώων το 2017. Επίσης, μείωση παρατηρείται στον αριθμό των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν πρόβατα κατά 2,8% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν πρόβατα ανήλθε σε 84.651 εκμεταλλεύσεις το 2018 έναντι 87.109 εκμεταλλεύσεων το 2017.


Ο αριθμός των αιγών μειώθηκε κατά 3,8% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των αιγών ανήλθε σε 3.624.719 ζώα το 2018 έναντι 3.767.839 ζώων το 2017. Τέλος, μείωση παρατηρείται και στον αριθμό των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν αίγες κατά 3,9% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων που εκτρέφουν αίγες ανήλθε σε 64.898 εκμεταλλεύσεις το 2018 έναντι 67.551 εκμεταλλεύσεων το 2017.
Το σύνολο του ζωικού κεφαλαίου (βοοειδή, χοίροι, πρόβατα, αίγες) εκφρασμένο σε ζωικές μονάδες (ζ.μ.) παρουσίασε μείωση 2,5% το 2018 σε σχέση με το 2017. Συγκεκριμένα, το σύνολο των ζ.μ. το 2018 ήταν 1.775.194, οι οποίες κατανέμονται ως εξής: 389.884 ζ.μ. αντιστοιχούν στα βοοειδή, 179.873 ζ.μ. στους χοίρους, 842.965 ζ.μ. στα πρόβατα και 362.472 ζ.μ. στις αίγες.
Πηγή : http://frontoffice-147.dev.edu.uoc.gr/tradition/folksarts/sfakianship.html
https://www.rethemnosnews.gr/kriti/576921_meiothike-zoiko-kefalaio-stin-kriti-kai-tin-ellada

Ελληνική κτηνοτροφία : Οι νομάδες Αρβανιτόβλαχοι της Ελλάδας

Οι Αρβανιτόβλαχοι είναι αρβανιτόφωνοι και βλαχόφωνοι Έλληνες, οι πρόγονοι των οποίων κατάγονταν από την Βόρεια Ήπειρο. Θεωρούνται κλάδος των Βλάχων και είναι διασκορπισμένοι κατά κύριο λόγο στη Μακεδονία και την Θεσσαλία, και κατά δεύτερο στην Ήπειρο και την Στερεά Ελλάδα. Έχουν διαφορές σε αρκετά έθιμα απ' τους Βλάχους. Οι Αρβανιτόβλαχοι, λόγω της συνύπαρξης στην Βόρεια Ήπειρο με τους Αρβανίτες, γνώριζαν τρεις γλώσσες, δηλαδή εκτός από την Ελληνική και την Βλάχικη, την Αρβανίτικη. Για τον λόγο αυτό υπάρχει συνδυασμός των λέξεων Αρβανίτης + Βλάχος. Ο όρος Αρβανιτόβλαχοι είναι σχετικά νέος και μάλιστα πολλοί από τους παλιότερους Αρβανιτόβλαχους δεν ήξεραν τον όρο αυτό. Αντιθέτως χρησιμοποιούσαν το όνομα Φαρσεριώτες ή Φρασεριώτες Βλάχοι για να αυτοπροσδιοριστούν.


Το όνομα Φρασαριώτες ή Φαρσαριώτες, οι περισσότεροι μελετητές το σχετίζουν με το χωριό Φράσι(α)ρη (Frasher), που βρίσκεται στην περιοχή του Νταγκλί στη Βόρειο Ήπειρο. Το χωριό αυτό σήμερα, υπάγεται στην επαρχία Πρεμετής και βρίσκεται 36 χλμ. βόρεια της πόλης της Πρεμετής. Το όνομα αυτό, οφείλεται στο ότι οι Αρβανιτόβλαχοι ή ένα μεγάλο μέρος τους, πιστεύεται ότι κατάγονται από τη Φράσαρη και τη γύρω περιοχή του Νταγκλί. Αρκετοί Αρβανιτόβλαχοι, δίχως ιδιαίτερο προβληματισμό, δέχονται τον τοπωνυμικό αυτό προσδιορισμό. Ωστόσο ο αυτοπροσδιοριστικός όρος στην ίδια τους τη γλώσσα είναι Ρμένοι ή Ρεμένοι, με χαρακτηριστική πολλές φορές προφορά του αρχικού «ρ». Το όνομα αυτό, ταυτίζεται με το Αρμούνοι – Αρωμούνοι, που χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων Βλάχων για να αυτοπροσδιορισθούν. Πάντως, υπάρχουν και Αρβανιτόβλαχοι οι οποίοι δεν αποδέχονται τον προσδιορισμό «Φρασαριώτες», καθώς υιοθετούν για τις ομάδες τους άλλα ονόματα, τοπωνυμικής πολλές φορές προέλευσης. Αυτοί οι Αρβανιτόβλαχοι, ζουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία.


Σε κάθε τσελιγκάτο αποκλειστικός «κουμανταδόρος» ήταν ο τσέλιγκας, ένα σεβάσμιο απ' όλους πρόσωπο που ρύθμιζε όλες τις οικονομικές δοσοληψίες και όχι μόνο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ρύθμιζε ακόμη και τους γάμους των νέων. Ο λόγος του ήταν νόμος. Σε περίπτωση θανάτου του, η εξουσία μεταβιβαζόταν στον μεγαλύτερο από τους γιους του. Ένα άλλο ισχυρό και συνηθισμένο έθιμο των Φρασσαριωτών ήταν το να γίνονται κάποια αγόρια «αδελφοποιτοί». Στην περίπτωση αυτή ορκίζονταν στο ευαγγέλιο («φορτάτς ντ' ευαγγέλιο»). Πήγαιναν στον παπά ο οποίος διάβαζε μία ευχή, και σε ένα ποτήρι με κρασί έσταζαν αίμα από τα δάχτυλα τους το οποίο και έπιναν. Ήταν συχνότατο φαινόμενο και συμβόλιζε την ένωση των Φρασσαριωτών και τους ισχυρούς δεσμούς που τους ένωναν.


Σχεδόν όλοι σε κάποιους οικισμούς έχουν δεσμούς συγγένειας με τους αντίστοιχους Φρασσαριώτες που βρίσκονται στην Κατερίνη (περιοχή Νοσοκομείου) αλλά και στην Νιζόπολη Σκοπίων (περιοχή Μοναστηρίου). Υπάρχουν μαρτυρίες αιωνόβιων γερόντων που το αποδεικνύουν αυτό, γραπτά κείμενα, ήθη και έθιμα διαφορετικά από των άλλων Βλάχων, πάρα πολλά κοινά επίθετα φυσικά, και βέβαια και το μοναδικό πολυφωνικό τραγούδι το οποίο είναι γνώρισμα κυρίως των Φρασσαριωτών. Στους Φρασσαριώτες το πολυφωνικό τραγούδι είναι γενικευμένο, ενώ η ατομική εκτέλεση σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι ένα φαινόμενο ίσως μοναδικό στον Ευρωπαϊκό χώρο. Ο Γάλλος περιηγητής Michel Sivignon αναφέρει χαρακτηριστικά για τους Αρβανιτόβλαχους - Φρασσαριώτες: «Ήρθαν στην Θεσσαλία πριν έναν αιώνα τουλάχιστον, διωγμένοι από την Αλβανία το πιθανότερο από κάποιο πολιτικό γεγονός. Συνέχισαν να ασκούν τις ποιμενικές τους δραστηριότητες, αν και πολλοί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Τυρνάβου. Αυτή είναι η περίπτωση στο Αργυροπούλι που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτού του μεγάλου χωριού.Παραδόξως ο Αλμυρός συγκεντρώνει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό οικογενειών που έχουν γεννηθεί στην νότια Αλβανία, δείγμα των παλαιότερων ποιμενικών σχέσεων που διατηρούσαν οι Βλάχοι ανάμεσα στην πεδιάδα του Αλμυρού και στα βουνά της Κορυτσάς.»
Πηγή : https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%84%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BF%CE%B9
https://www.protothema.gr/stories/article/803227/oi-arvanitovlahoi-remenoi-vlahoi/
https://sites.google.com/site/blachoialmyrou/oi-blachoi-tou-almyrou

Δεκαοχτούρα και Καρακάξα : Τα άγρια πτηνά κυρίαρχοι των ουρανών των ελληνικών πόλεων

Κατά τα λεγόμενα του κ. Σταύρακα, 150 είδη πουλιών παρατηρούνται στο κέντρο. Στον Λυκαβηττό έχουν καταγραφεί γύρω στα 90, στον Εθνικό Κήπο γ...